Εικαστικα

Μια έκθεση στην Τήνο που συνομιλεί με τον Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς

Το «Σκοτεινό γυαλί» του Αλέξανδρου Καπετάνου, σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου, μεταφέρει στη ζωγραφική τους πολυελαίους του θεατρικού έργου, ανάμεσα στη μνήμη, το σκοτάδι και ένα φως που μόλις διακρίνεται

Νίκη - Μαρία Κοσκινά
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η έκθεση «Σκοτεινό γυαλί» στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου εγκαινιάζεται στις 26 Οκτωβρίου

Τι μένει από μια εικόνα όταν αφαιρέσεις όλα όσα την περιβάλλουν; Στην περίπτωση του Αλέξανδρου Καπετάνου, μένει το φως. Ή, πιο σωστά, η ανάμνησή του. Στην ατομική του έκθεση «Σκοτεινό γυαλί», σε επιμέλεια του Χριστόφορου Μαρίνου, που παρουσιάζεται από τις 26 Αυγούστου έως τις 12 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Νικόλαος Γύζης του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού, ο καλλιτέχνης συγκεντρώνει ελαιογραφίες μιας ενότητας που αναπτύχθηκε από το 2022 έως το 2025, με αφετηρία τον «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Ουίλιαμς. 

Το «Σκοτεινό γυαλί» του Αλέξανδρου Καπετάνου: η έκθεση στην Τήνο που συνομιλεί με τον Τένεσι Ουίλιαμς

Ο Αλέξανδρος Καπετάνου εμπνέεται από τον Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς αλλά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Όλα ξεκίνησαν από ένα συγκεκριμένο ανέβασμα της παράστασης, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη, στο Αριστοτέλειον της Θεσσαλονίκης το φθινόπωρο του 2021. Στη συνέχεια -και με την άδεια του σκηνοθέτη- Ο Καπετάνου φωτογράφισε τους πολυελαίους που χρησιμοποίησε ο σκηνοθέτης το καλοκαίρι του 2022, όταν ξαναείδε την παράσταση πολλές φορές ώστε να μπορέσει να αποτυπώσει σωστά το φως. Και με αφετηρία αυτές τις φωτογραφίες, ξεκίνησε μια διαδικασία αφαίρεσης, ώστε να εστιάσει στο στοιχείο του τον ενδιέφερε: το γυαλί και το φως.  Έφυγαν σταδιακά οι ηθοποιοί, τα σκηνικά, ο χώρος, η θεατρική αφήγηση. Έμεινε ο πολυέλαιος. Και στη συνέχεια άρχισε να χάνεται κι αυτός. Η δουλειά αυτή αποτέλεσε το βασικό υλικό της διπλωματικής εργασίας του καλλιτέχνη στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ.

Από τον «Γυάλινο κόσμο» στο μαύρο

Στον «Γυάλινο κόσμο», το φως δεν είναι απλώς μέρος της σκηνογραφίας. Είναι κομμάτι της μνήμης. Ο Τένεσι Ουίλιαμς περιγράφει έναν φωτισμό μη ρεαλιστικό, που επιλέγει συγκεκριμένες μορφές και σημεία, σαν να ανασύρει αποσπασματικά εικόνες από το παρελθόν. Ο Μαρίνος σημειώνει πως «ο φωτισμός δεν πλαισιώνει απλώς τη δράση, αλλά την οργανώνει, αποκτώντας τη θέση ενός ακόμη χαρακτήρα». Αυτή η ιδέα μεταφέρεται στη ζωγραφική του Καπετάνου. Ο πολυέλαιος αποσπάται από την αρχική του λειτουργία και μετατρέπεται σε κάτι σχεδόν αφηρημένο. Μια μικρή φωτεινή συγκέντρωση, με λευκές και υπόλευκες γραμμές, αντανακλάσεις και μικρές εκρήξεις φωτός, αιωρείται μέσα σε μια μεγάλη μαύρη επιφάνεια.

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τελικά στο αντικείμενο αλλά στη στιγμή που αυτό μόλις διακρίνεται. Πριν γίνει πλήρης εικόνα ή την ώρα που αρχίζει να χάνεται. «Ο Καπετάνου απομακρύνεται από την περιγραφή ενός πλήρους και αναγνωρίσιμου αντικειμένου, για να αποτυπώσει τη στιγμή όπου το γυαλί αρχίζει μόλις να διακρίνεται ή να εξαφανίζεται», γράφει ο επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος.

Το μαύρο, σε αυτά τα έργα, δεν είναι φόντο. Είναι ο ίδιος ο χώρος της ζωγραφικής. Πυκνό, υλικό, δουλεμένο σε στρώσεις, αποκαλύπτει όσο περνά η ώρα μικρές μεταβολές στην επιφάνειά του. Με την πρώτη ματιά μοιάζει συμπαγές. Ύστερα, το βλέμμα αρχίζει να ξεχωρίζει διαβαθμίσεις, ίχνη της χειρονομίας, περιοχές μεγαλύτερης και μικρότερης πυκνότητας. «Το μαύρο είναι κυρίαρχο, ρυθμιστικό, με έντονη υλικότητα και πυκνότητα, και σίγουρα δεν λειτουργεί ως φόντο», σημειώνει ο Μαρίνος. «Εδώ το μαύρο δίνει νόημα στο λευκό. Κάθε λευκό σημείο αποκτά σημασία επειδή περιβάλλεται από τόσο σκοτάδι».

Η Λώρα, το γυαλί και η μνήμη

Η Λώρα του «Γυάλινου κόσμου» βρίσκεται πίσω από ολόκληρη αυτή την αναζήτηση. Άλλωστε όπως αναφέρει στις σημειώσεις του ο ίδιος ο Τένεσι Ουίλιαμς -και μεταφέρει στο επιμελητικό του κείμενο ο Χριστόφορος Μαρίνος- το φως πάνω στη Λώρα θα πρέπει να διαφέρει από τους άλλους φωτισμούς, έχοντας μια παράξενη, άσπιλη καθαρότητα, όπως το φως που χρησιμοποιείται σε πρώιμα θρησκευτικά πορτρέτα αγίων γυναικών ή μορφών της Παναγίας. Μια ορισμένη αντιστοιχία με το φως σε θρησκευτικούς πίνακες, όπως του El Greco, όπου οι μορφές ακτινοβολούν μέσα σε μια σχετικά σκοτεινή ατμόσφαιρα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε όλο το έργο.

Αυτή η ευθραστότητα της ηρωίδας είναι που ελκύει τον Αλέξανδρο Καπετάνου. Ο πολυέλαιος γίνεται ένα έμμεσο πορτρέτο της Λώρας: ένα εύθραυστο σώμα που υπάρχει μέσα στο σκοτάδι και μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί. «Από μια ταύτιση, λοιπόν, με μια θεατρική ηρωίδα που μοιάζει με εύθραυστο, σκοτεινό γυαλί, εκκινεί η εργασία του Αλέξανδρου Καπετάνου», γράφει ο Μαρίνος. Έτσι, το γυαλί δεν χρειάζεται να εμφανίζεται κυριολεκτικά. Αρκεί η αντανάκλασή του, η λάμψη του, η αίσθηση μιας παρουσίας που δεν είναι ποτέ απολύτως σταθερή.

Και εδώ η μνήμη γίνεται βασικό υλικό της ζωγραφικής. Ο Καπετάνου δεν αναπαριστά απλώς τους πολυελαίους που φωτογράφισε. Ζωγραφίζει αυτό που έχει απομείνει από την εικόνα τους μετά την παράσταση, μετά την επανάληψη, μετά την προσωπική του εμπειρία. Το πραγματικό αντικείμενο έχει ήδη μετατραπεί σε ανάμνηση. Γι' αυτό και οι εικόνες του δεν είναι καθαρές. Ένα μέρος τους αποσύρεται. Ένα άλλο εμφανίζεται. Η μορφή δεν ολοκληρώνεται ποτέ εντελώς.

Στην Τήνο, το φως αποκτά άλλη διάσταση

Η παρουσίαση της έκθεσης «Σκοτεινό γυαλί» στην Τήνο προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στην έκθεση. Σε έναν τόπο με έντονη θρησκευτική παράδοση, όπου το φως έχει τόσο υλική όσο και λατρευτική παρουσία, η ζωγραφική του Καπετάνου αποκτά έναν διακριτικά κατανυκτικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για μια άμεση θρησκευτική αναφορά. Η σχέση προκύπτει μέσα από τον τρόπο που λειτουργεί το φως. Μια μικρή φωτεινή επιφάνεια μέσα στο μαύρο μπορεί να θυμίσει ένα κερί σε έναν σκοτεινό ναό, μια εικόνα που φωτίζεται αποσπασματικά, μια φλόγα που δεν αρκεί για να φωτίσει τον χώρο αλλά αρκεί για να συγκεντρώσει πάνω της το βλέμμα.

Ο επιμελητής Χριστόφορος Μαρίνος μιλά για «διακριτικά κατανυκτικό χαρακτήρα» και σημειώνει ότι «το μαύρο στα έργα του φαντάζει ακόμη πιο βαθύ, ενώ οι μικρές ανταύγειες θυμίζουν κεριά μέσα σε ναό ή γυαλί που λαμπυρίζει φευγαλέα». Η κατάνυξη, επομένως, δεν έρχεται από ένα θρησκευτικό σύμβολο. Έρχεται από την ίδια τη διαδικασία της θέασης. Από το να σταθείς απέναντι σε κάτι που δεν αποκαλύπτεται αμέσως, να περιμένεις και να αφήσεις το βλέμμα να προσαρμοστεί στο σκοτάδι. Σε αυτή την αργή αποκάλυψη βρίσκεται και η σχέση της έκθεσης με τη μνήμη. Όπως μια ανάμνηση, έτσι και η εικόνα στους πίνακες του Καπετάνου δεν είναι ποτέ ολόκληρη. Κάτι έχει χαθεί, κάτι έχει παραμείνει και κάτι επιστρέφει αλλαγμένο.

Ο πολυέλαιος, άλλοτε σύμβολο της λάμψης, της κοινωνικής ζωής και του εσωτερικού χώρου, χάνει εδώ τη διακοσμητική του ταυτότητα. «Διατηρεί μόνο την ικανότητά του να συλλαμβάνει, να θρυμματίζει και να επιστρέφει το φως», όπως γράφει ο Μαρίνος. Γίνεται ένα σώμα σχεδόν άυλο, χωρίς δωμάτιο, χωρίς σκηνή, χωρίς σαφές σημείο στήριξης.

Στο τέλος, αυτό που μένει είναι μια εικόνα που δεν είναι ακριβώς παρούσα. Είναι περισσότερο ένα ίχνος. «Η εικόνα παραμένει μεταβλητή, διαφεύγουσα. Υφίσταται περισσότερο ως μνημονικό ίχνος», γράφει ο επιμελητής. «Εμφανίζεται τη στιγμή ακριβώς που μοιάζει έτοιμη να χαθεί».

Ανάμεσα στο φως και το μαύρο, στο παρόν και το παρελθόν, στον πραγματικό πολυέλαιο και την ανάμνησή του, ο Αλέξανδρος Καπετάνος φτιάχνει μια ζωγραφική που δεν ζητά να εντυπωσιάσει από την πρώτη ματιά. Χρειάζεται χρόνο. Όπως χρειάζεται χρόνο και η μνήμη για να επιστρέψει μια εικόνα που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει.

ΙΝFO
Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, Ακτή Γ. Δρόσου, 84200 Τήνος
26 Αυγούστου έως 12 Οκτωβρίου