Εικαστικα

1η Κυκλαδική Μπιενάλε: Οκτώ Ναξιώτες καλλιτέχνες μάς μιλούν για το πρότζεκτ

Ένας νέος θεσμός πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αποκέντρωσης γεννιέται στις Κυκλάδες, στη Νάξο
Νίκη - Μαρία Κοσκινά
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η 1η Κυκλαδική Μπιενάλε στη Νάξο εγκαινιάζεται στις 20 Αυγούστου και θα διαρκέσει έως και τις 18 Σεπτεμβρίου

Η 1η Cycladic Biennale, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Κωνσταντίνο Σπυρόπουλο, εγκαινιάζεται στις 20 Αυγούστου στη Νάξο, φιλοξενώντας 66 καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ανάμεσά τους και αρκετούς Ναξιώτες. Καθώς κύριος στόχος της πρώτης αυτής Μπιενάλε των Κυκλάδων είναι η πολιτιστική αποκέντρωση, μιλήσαμε με οκτώ Ναξιώτες καλλιτέχνες για το πώς βλέπουν αυτόν τον νέο θεσμό και ποια είναι τα έργα που δημιούργησαν γύρω από τη φετινή κεντρική θεματική ««What Re-mains», σε μια διοργάνωση που φιλοδοξεί να συνδέσει την καλλιτεχνική δημιουργία με την ιστορία, τη μνήμη και την καθημερινότητα του Αιγαίου.

1η Κυκλαδική Μπιενάλε στη Νάξο: Οι ντόπιοι καλλιτέχνες μιλούν στην ATHENS VOICE για το πρότζεκτ

Προτού δώσουμε τον λόγο στους ίδιους τους καλλιτέχνες, τα έργα που δημιούργησαν και το πώς βλέπουν τη δημιουργία μιας Μπιενάλε στο νησί της Νάξου, παρουσιάζουμε το όραμα της οργανωτικής επιτροπής για το όλο πρότζεκτ, που φιλοδοξεί να εντάξει το νησί για τα καλά στη διοργάνωση και να μην αποτελέσει απλώς το σκηνικό όπου φιλοξενούνται έργα σύγχρονης τέχνης. Άλλωστε, πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή πολιτιστικής αποκέντρωσης. 

1η Κυκλαδική Μπιενάλε στη Νάξο: το όραμα της οργανωτικής επιτροπής

«Η Cycladic Biennale γεννήθηκε από μια απλή αλλά ουσιαστική ανάγκη: να κοιτάξουμε τις Κυκλάδες από μια διαφορετική οπτική και να δημιουργήσουμε έναν θεσμό που θα ξεκινά από τον ίδιο τον τόπο, αντί να τον αντιμετωπίζει απλώς ως σκηνικό για την παρουσίαση σύγχρονης τέχνης. Η Νάξος διαθέτει ένα εξαιρετικά πυκνό πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο, το οποίο δεν εξαντλείται στα γνωστά μνημεία, στο τοπίο ή στην τουριστική της εικόνα. Υπάρχουν ιστορίες, γνώσεις, επαγγέλματα, μνήμες και μορφές ζωής που παραμένουν συχνά αθέατες ή άγραφες. Αυτές ακριβώς τις λιγότερο ορατές διαστάσεις του τόπου θέλαμε να αναδείξουμε μέσα από τη σύγχρονη καλλιτεχνική έρευνα.

»Για εμάς, η Κυκλαδική Μπιενάλε δεν είναι μόνο μια έκθεση. Είναι μια διαδικασία συνάντησης: ανάμεσα σε καλλιτέχνες και κατοίκους, στο τοπικό και το διεθνές, στην ιστορική μνήμη και το σύγχρονο βλέμμα. Θέλουμε τα έργα να λειτουργήσουν ως αφορμές για ερωτήματα, συζητήσεις και νέες αναγνώσεις του τόπου. Ταυτόχρονα, η δημιουργία της Cycladic Biennale στις Κυκλάδες αποτελεί μια συνειδητή επιλογή πολιτιστικής αποκέντρωσης. Πιστεύουμε ότι η σύγχρονη τέχνη και η παραγωγή νέας γνώσης δεν χρειάζεται να ξεκινούν πάντοτε από τα μεγάλα αστικά κέντρα και να μεταφέρονται στην περιφέρεια. Μπορούν να γεννιούνται μέσα στην ίδια την περιφέρεια, μέσα από τις δικές της ιστορίες και τις δικές της κοινότητες, και από εκεί να αποκτούν διεθνή διάσταση.

»Η πρώτη έκδοση είναι μόνο η αρχή. Το μεγαλύτερο στοίχημα για εμάς είναι να δημιουργηθεί με τον χρόνο ένα σταθερό δίκτυο καλλιτεχνικής έρευνας και πολιτιστικής παραγωγής στις Κυκλάδες, που θα αναδεικνύει το Αιγαίο όχι μόνο ως έναν τόπο πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά ως έναν ενεργό χώρο σύγχρονου πολιτισμού, έρευνας και δημιουργίας».


Η Οργανωτική Ομάδα της Cycladic Biennale
Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής, επικεφαλής επιμελητής
Έλενα Λιώση, επιμελήτρια, υπεύθυνη Παραγωγής
Μαρία Σακραζέμη, επικεφαλής Τύπου, Δημοσίων Σχέσεων και Θεσμικών Υποθέσεων
Όλγα Σουβερμέζογλου, επικεφαλής Εκπαιδευτικών και Δημόσιων Καλλιτεχνικών Προγραμμάτων
Μαίρη Στεφάνου, βοηθός Επιμέλειας και Παραγωγής

1η Κυκλαδική Μπιενάλε: Οι καλλιτέχνες από τη Νάξο μιλούν στην ATHENS VOICE

Οι καλλιτέχνες της 1ης Κυκλαδικής Μπιενάλε κλήθηκαν να μιλήσουν για τον τρόπο με τον οποίο το έργο τους συνομιλεί με τη θεματική της διοργάνωσης –που έχει να κάνει με τον μόχθο της μνήμης και της λήθης, και με τη Νάξο, τον τόπο όπου πραγματοποιείται. Παράλληλα, τους ζητήθηκε να σχολιάσουν τι μπορεί να σημαίνει η πρώτη αυτή διοργάνωση για το νησί, την τοπική καλλιτεχνική παραγωγή και ευρύτερα για τις Κυκλάδες, αλλά και κατά πόσο η παρουσία ενός διεθνούς καλλιτεχνικού γεγονότος μπορεί να δημιουργήσει νέες συνθήκες για τους δημιουργούς που ζουν ή έχουν καταγωγή από το νησί. Τέλος, μίλησαν για τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα για έναν καλλιτέχνη εκτός Αθήνας να παρουσιάσει και να αναπτύξει τη δουλειά του, αλλά και για το πώς η γεωγραφική θέση της Νάξου μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα παρά την απόσταση.

Βασιλική Βελέντζα

Η Νάξος είναι για την καλλιτέχνιδα κάτι περισσότερο από τον τόπο στον οποίο παρουσιάζει τώρα τη δουλειά της. Είναι ο τόπος από τον οποίο κατάγεται, οι εικόνες με τις οποίες μεγάλωσε, οι προσωπικές της μνήμες. Γι’ αυτό και η σχέση της με τη θεματική της Μπιενάλε ξεκινά από κάτι πολύ δικό της: τη μνήμη ως μια διαδικασία που αλλάζει, χάνεται και επιστρέφει διαφορετική. «Η μνήμη δεν είναι κάτι σταθερό, αλλά κάτι που μεταβάλλεται, χάνεται και επανεγγράφεται», αναφέρει.

Στο έργο της συναντά μυθολογικές μορφές που συνδέονται με τη Νάξο και το νησιωτικό τοπίο, την Αριάδνη και τον Διόνυσο, αλλά και την Περσεφόνη και τη Δήμητρα, αναζητώντας μέσα στους μύθους την απουσία, την επιστροφή, την εποχικότητα και τη μεταμόρφωση. Από εκεί περνά στις δικές της εμπειρίες μοναξιάς, νοσταλγίας και απουσίας. Θέλει το έργο να λειτουργήσει ως «ένα φαντασιακό αρχείο θραυσμάτων», όπου ο μύθος συναντά την προσωπική μνήμη και την καθημερινότητα του νησιού.

Και κάπως έτσι βλέπει και την ίδια την Μπιενάλε: ως μια ευκαιρία να συναντηθούν η σύγχρονη τέχνη, οι άνθρωποι της Νάξου και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα το γεγονός ότι δίνεται χώρος σε δημιουργούς που έχουν σχέση με τις Κυκλάδες, ώστε η τοπική καλλιτεχνική παραγωγή να μη λειτουργεί ως παράρτημα μιας μεγαλύτερης διοργάνωσης, αλλά να «συνομιλήσει ισότιμα με ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό δίκτυο».

Η ίδια ζει και εργάζεται στην Αθήνα τον χειμώνα και επιστρέφει στη Νάξο τα καλοκαίρια. Οι δύο τόποι έχουν διαφορετικό ρόλο στη δουλειά της: η Αθήνα τής προσφέρει την καθημερινή επαφή με καλλιτέχνες, εκθέσεις και το ευρύτερο καλλιτεχνικό περιβάλλον, ενώ η Νάξος παραμένει ο τόπος των προσωπικών της βιωμάτων και μια σταθερή πηγή έμπνευσης. Δεν θεωρεί, επομένως, ότι η απόσταση από την Αθήνα είναι απαγορευτική για έναν καλλιτέχνη. Αυτό που χρειάζεται, λέει, είναι περισσότερες ευκαιρίες για συνεργασίες και παρουσίαση έργων. Και εδώ η Μπιενάλε μπορεί να παίξει έναν ουσιαστικό ρόλο, δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στους καλλιτέχνες των Κυκλάδων και σε ένα ευρύτερο κοινό.

Για εκείνη, άλλωστε, η επιτυχία της πρώτης διοργάνωσης δεν θα κριθεί μόνο από το καλοκαίρι. Η τουριστική περίοδος μπορεί να της δώσει μεγαλύτερη ορατότητα, όμως η πραγματική πρόκληση είναι «να μην περιοριστεί σε ένα καλοκαιρινό πολιτιστικό γεγονός», αλλά να αφήσει κάτι ενεργό στο νησί και να συνεχίσει να τροφοδοτεί την καλλιτεχνική ζωή των Κυκλάδων και μετά το τέλος της σεζόν.

Νίκος Γιώτης

Το έργο που παρουσιάζει στην Μπιενάλε δεν γεννήθηκε από τη θεματική της διοργάνωσης. Υπήρχε ήδη από το 2020-21 και, όπως μας ανέφερε, η θεματική «κούμπωσε» πάνω του. Η διαδικασία δημιουργίας, άλλωστε, είναι για εκείνον μακρά: ξεκινά από τη σκέψη και τη θεωρία και καταλήγει στον πάγκο του εργαστηρίου: «Η γνώση είναι ανάμνηση, σύμφωνα με τον παππού μας τον Πλάτωνα. Και για να φτάσω στην ανάμνηση το ταξίδι είναι μακρύ και απαιτητικό». Ο καλλιτέχνης δεν θέλει να υπαγορεύσει στον θεατή μια συγκεκριμένη ανάγνωση. Προτιμά να του αφήσει χώρο να παρατηρήσει, να αμφισβητήσει, να ανακαλύψει μόνος του τι συμβαίνει μέσα στο έργο. Ανάμεσα σε όσα θα ήθελε, ωστόσο, να μεταφέρει είναι η επιμονή απέναντι στη δυσκολία, ο σεβασμός στη φύση και, κυρίως, η ανάγκη να μη χαθεί η γνώση των παλιών τεχνιτών μέσα στην ευκολία της τεχνολογίας. «Τα βασικά συστατικά του έργου μας είναι Ψυχή, Σώμα και Πνεύμα», λέει, υποστηρίζοντας ότι η σύγχρονη δημιουργία δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την παράδοση ως κάτι ξεπερασμένο, αλλά ως μια γνώση που οφείλουμε να πάμε παρακάτω.

Η σχέση του με τη Νάξο είναι επίσης αποτέλεσμα μιας μακράς διαδρομής. Γεννήθηκε στην Καλλιθέα, αλλά ήρθε στο νησί μόλις είκοσι ημερών και εκεί μεγάλωσε. Ξεκίνησε να δουλεύει με το ξύλο στο οικογενειακό ξυλουργείο και αργότερα σπούδασε κλασική μαρμαρογλυπτική στην Τήνο. Το 2024 αποφάσισε να επιστρέψει μόνιμα στη Νάξο, μεταφέροντας εκεί και το εργαστήριό του. Σήμερα ζει σε ένα χωριό με δέκα κατοίκους, δουλεύοντας το ναξιώτικο μάρμαρο στον ίδιο τόπο όπου οι Κυκλαδίτες το επεξεργάζονταν πριν από χιλιάδες χρόνια. «Ήρθα στη Νάξο να απομονωθώ και να αφοσιωθώ στην Τέχνη μου», λέει. Παράλληλα, ο ίδιος παραλληλίζει τον εαυτό του με ένα λουλούδι στην κορφή ενός λόφου. «Δεν του καίγεται καρφί για το αν θα το δει ποτέ κανένας. Θα ανθίσει και θα ανθίζει, έχοντας όλη την πληροφορία και τη γνώση τού τι είναι».

Για την ίδια την Μπιενάλε δεν έχει μεγάλες προσδοκίες με την κλασική έννοια. Πιστεύει περισσότερο στη δράση παρά στην αναμονή. Θεωρεί ότι μπορεί να δώσει κίνητρο στους καλλιτέχνες να παρουσιάσουν τη δική τους σκέψη και να δημιουργήσει έναν χώρο όπου η τέχνη θα συναντά το κοινό πέρα από την τουριστική εικόνα των Κυκλάδων. «Σαν γλύπτης, είμαι υπέρ της ποιότητας, όχι της ποσότητας. Χρειάζεται ένα μέτρο». Για εκείνον, η αξία μιας τέτοιας διοργάνωσης βρίσκεται τελικά στο να ανοίγει συζητήσεις και να μας κάνει να σκεφτόμαστε διαφορετικά.

Ειρήνη Γκόνου

Η σχέση της Ειρήνης Γκόνου με τη Νάξο περνά μέσα από την οικογενειακή μνήμη και, πιο συγκεκριμένα, από την Κωμιακή, τη γενέτειρα της μητέρας της. Στο πλαίσιο της Cycladic Biennale και της θεματικής «What Re-mains», στρέφεται στην υφαντική και στον αργαλειό, όχι ως αναπαράσταση μιας παράδοσης που έχει χαθεί, αλλά ως έναν τρόπο να ξαναδιαβαστεί μέσα από το σήμερα. Αφετηρία της είναι οικογενειακές αφηγήσεις και αποσπασματικές μαρτυρίες για τον αργαλειό ως αναπόσπαστο μέρος του σπιτιού και της οικογένειας. Δύο υφαντά, ένα της μητέρας της κι ένα της γιαγιάς της, περνούν μέσα από τη δική της εικαστική παρέμβαση και μετατρέπονται σε νέα έργα. Έτσι, η χειροτεχνική πράξη γίνεται ένα νήμα που συνδέει διαφορετικές γενιές και συνεχίζει ένα οικογενειακό αφήγημα, αυτή τη φορά μέσα από τη σύγχρονη τέχνη.

Αυτό είναι και το ενδιαφέρον που βλέπει στη διοργάνωση: να δημιουργηθεί ένας νέος εικαστικός θεσμός για τη Νάξο, ο οποίος θα κοιτάζει το νησί πέρα από την εικόνα του τουριστικού προορισμού. «Η μνήμη και η παράδοση επανανοηματοδοτούνται και γίνονται αναφορά για έργα σύγχρονων δημιουργών», σημειώνει, ενώ για τους επισκέπτες η έκθεση μπορεί να λειτουργήσει ως μια διαφορετική ανάγνωση της πολιτιστικής κληρονομιάς που ήδη γνωρίζουν.

Η ίδια γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά πέρασε όλα τα καλοκαίρια της στη Νάξο. Τα τελευταία έξι χρόνια αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί, επιστρέφοντας σε δεσμούς και μνήμες και προσπαθώντας παράλληλα να συμπληρώσει τα κενά στις οικογενειακές της αφηγήσεις. Η απόσταση από την Αθήνα σημαίνει, όπως λέει, μικρότερη άμεση επαφή με τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως σύνδεσμος, υπάρχει όμως ένα άλλο είδος πρόσβασης, που δύσκολα μεταφέρεται αλλού: «η άμεση και βαθιά και ολοκληρωτική επαφή με τη φύση» και όσα αυτή μπορεί να επιστρέψει στη δουλειά ενός καλλιτέχνη.

Κυριακή Ημέλλου

Η εικαστικός και εκπαιδευτικός Κυριακή Ημέλλου ξεκινά από τον Διόνυσο και από ένα στοιχείο που επιβιώνει στη Νάξο μέχρι σήμερα: τα αποκριάτικα έθιμα με τον διονυσιακό τους χαρακτήρα. Μελετώντας τις αρχαίες λατρευτικές εκδηλώσεις για τον θεό και συγκρίνοντάς τες με τις σύγχρονες πρακτικές του νησιού, ανακάλυψε μια συνέχεια που περνά από τη μουσική, τον χορό, το θέατρο, τα μοτίβα και τα σύμβολα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιστροφή της άνοιξης, η καρποφορία και η νίκη της ζωής πάνω στον χειμώνα και τον θάνατο, αλλά και η διαρκής ένταση ανάμεσα στη λογική, τους κοινωνικούς κανόνες και στα ένστικτα.

Το έργο της επιχειρεί να μεταφέρει αυτή τη σχέση μέσα από μια βιωματική συνάντηση εικόνας, ήχου και λόγου. Δύο τραγούδια συνοδεύουν και συνομιλούν με το εικαστικό έργο, δημιουργώντας έναν διαφορετικό τρόπο πρόσληψής του από κάθε θεατή. Για την καλλιτέχνιδα, η τέχνη λειτουργεί σαν μια σκυταλοδρομία: «η μια εποχή – πολιτισμός διαδέχεται τον άλλον κι οι καλλιτέχνες επικοινωνούν το μήνυμά τους μέσα στους αιώνες μέχρι και σήμερα».

Θεωρεί ότι ένας από τους στόχους της πρώτης Μπιενάλε έχει ήδη επιτευχθεί: η μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού και η μεταφορά της σε ένα σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που μπορεί να γίνει αφορμή για διάλογο. Πιστεύει ότι μια τέτοια διοργάνωση μπορεί να δημιουργήσει στη Νάξο ένα νέο σημείο συνάντησης καλλιτεχνών, κατοίκων, ερευνητών και επιστημόνων και να ξαναφέρει στο προσκήνιο τη δυνατότητα του νησιού να λειτουργήσει ως πολιτιστικό κέντρο. Η ίδια ζει και εργάζεται στη Νάξο από το 1998, ως καλλιτέχνης και εκπαιδευτικός. Η νησιωτικότητα και η απόσταση από την Αθήνα κάνουν, όπως λέει, δυσκολότερη την προώθηση της καλλιτεχνικής δουλειάς. Η Μπιενάλε μπορεί να αλλάξει αυτή τη συνθήκη, δημιουργώντας περισσότερες δυνατότητες παρουσίασης και επικοινωνίας. Θα ήθελε, μάλιστα, η διοργάνωση να μη συνδέεται αποκλειστικά με το καλοκαίρι, αλλά να αποκτήσει και χειμερινή παρουσία, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν οι εργαζόμενοι της τουριστικής περιόδου και οι μαθητές του νησιού.

Δέσποινα Καπίρη

«Εκεί που φύση γίνεται τέχνη και η ύλη ψιθυρίζει μνήμη... εκεί εργάζομαι». Για τη Δέσποινα Καπίρη, η Νάξος δεν είναι απλώς ο τόπος όπου ζει και δημιουργεί. Είναι ένα τοπίο που, όπως λέει, έχει την ικανότητα «να σμιλεύει συνειδήσεις». Η θάλασσα είναι το μυστικό του και τα βουνά η δύναμή του. Στα σπλάχνα του νησιού, εδώ και χιλιάδες χρόνια, βρίσκονται η σμύριδα και το μάρμαρο, τα υλικά που έκαναν τη Νάξο ένα φυσικό εργαστήριο της κυκλαδικής γλυπτικής. «Χιλιάδες χρόνια εγκυμονεί στα σπλάχνα της τη σμυρίδα και το μάρμαρο, λουσμένη στο φως.. Ώσπου ο άνθρωπος των Κυκλάδων, περίπου 5.000 χρόνια πριν, γέννα τη γλυπτική».

Από αυτή τη σχέση γης, ανθρώπου και υλικού προκύπτει και η δική της ματιά. Επισημαίνει μια αρχέγονη αλήθεια του κυκλαδικού τρόπου ζωής: ότι το ιερό και το καθημερινό δεν διαχωρίζονται, αλλά συνυπάρχουν μέσα από τον ρυθμό, τη ζωή και την κοινότητα. «Το καθημερινό γίνεται τελετουργία και η ζωή μια μορφή τέχνης που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σύμπαν».

Για τη συμμετοχή της στην Μπιενάλε επέλεξε ένα έργο που ολοκλήρωσε πριν από περίπου δέκα χρόνια, θεωρώντας ότι εξακολουθεί να συνομιλεί με το σήμερα. Στο κέντρο του βρίσκεται το «ρΩ», ένας συμβολισμός για την αφύπνιση, τη συνείδηση της ενότητας και την εναρμόνιση με τον ρυθμό του σύμπαντος. «Είναι η στιγμή που γονιμοποιείς και γονιμοποιείσαι. Ώριμα». Και κάπου εδώ έρχεται η δική της ερμηνεία για το ωραίο: «“Το Ωραίο”, είναι αυτό που είναι στην ώρα του. Είναι η σειρά μας».

Τη διοργάνωση τη βλέπει με χαρά και ως μια ευκαιρία να αποκτήσει ο τόπος μεγαλύτερη καλλιτεχνική ζωή και οι δημιουργοί της Νάξου μεγαλύτερη ορατότητα. «Δεν είναι απλώς μια γιορτή πολιτισμού, αλλά ένας ουσιαστικός φόρος τιμής στη Νάξο, τη γενέτειρα της μαρμαρογλυπτικής».

Η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στο νησί, σε οικογένεια που εδώ και πέντε γενιές ασχολείται με την εξόρυξη, τη λατόμευση και τη διαμόρφωση του μαρμάρου. Μετά τη φοίτησή της στη Σχολή Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου, ίδρυσε το 2019 μαζί με τον αδελφό της τον χώρο «ΜΑΡΜΑΙΡΩ» στο Χαλκί της Νάξου. Από το 2022 λειτουργεί δίπλα του και ο προσωπικός της χώρος, marble's voice, όπου παρουσιάζει και διαθέτει τα έργα της.

Η δουλειά της είναι βαθιά δεμένη με το κυκλαδικό μάρμαρο και την ιστορία του. Το όραμά της, όπως λέει, είναι να αναδείξει το ίδιο το υλικό, καθώς για εκείνη «το μάρμαρο αποτελεί σύμβολο για την εσωτερική δύναμη και την ανθεκτικότητα του ανθρώπου».

Μαρία Κώτσου

Η Μαρία Κώτσου επιστρέφει στο προσωπικό της αρχείο για να μιλήσει για τη μνήμη. Το έργο με το οποίο συμμετέχει στην Μπιενάλε ξεκινά από ένα παλιό υφαντό, «φαντό», όπως το λένε στην Απείρανθο, και μια φωτογραφία από το οικογενειακό αρχείο. Είναι υλικά που γνωρίζει από παιδί, μεγαλώνοντας δίπλα στις κρεβαταριές των ανεφαντούδων, ανάμεσα στις υφές των νημάτων και στις απλές γραμμές μιας παράδοσης που συνέχιζε να υπάρχει μέσα από την πράξη.

Στο έργο της η εικόνα μοιάζει να σχηματίζεται και ταυτόχρονα να χάνεται. Όπως συμβαίνει και με τις αναμνήσεις ενός τόπου που αλλάζει, φθείρεται και αποσυντίθεται. Η ύφανση γίνεται ένας τρόπος καταγραφής του χρόνου: οι οριζόντιες γραμμές της κρατούν κάτι από το παρελθόν και το φέρνουν μέσα στο παρόν. «Η ύφανση είναι που καταγράφει τον χρόνο μέσα από τις οριζόντιες γραμμές της και δίνει χώρο στο παρόν του παρελθόντος μας».

Αυτόν τον διάλογο ανάμεσα στη μνήμη, τον τόπο και τη σύγχρονη δημιουργία θεωρεί σημαντικό και για την Μπιενάλε. Τη βλέπει ως μια ευκαιρία να ξαναδιαβαστεί η Νάξος μέσα από διαφορετικές καλλιτεχνικές πρακτικές και να δημιουργηθεί ένας διάλογος ανάμεσα στα έργα και τους θεατές, που μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους διατήρησης της μνήμης του τόπου.

Η καλοκαιρινή περίοδος έχει, για εκείνη, δύο όψεις. Από τη μία, περισσότεροι επισκέπτες μπορούν να δουν την έκθεση· από την άλλη, πολλοί κάτοικοι δυσκολεύονται να συμμετάσχουν, λόγω της έντονης τουριστικής σεζόν. Θα ήθελε, μάλιστα, η διοργάνωση να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, ώστε να μπορούν να την επισκεφτούν και τα σχολεία. «Τα παιδιά να ’ρθουν κοντά στην τέχνη και να ανακαλύψουν τον τόπο τους μέσα απ’ αυτήν».

Η Κώτσου έχει μεγαλώσει και ζει στην Απείρανθο και στις ανατολικές ακτές της Νάξου. Εκεί βρίσκεται και η έδρα της, εκεί και η καταγωγή της. Γνωρίζει, επομένως, από πρώτο χέρι τη δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας καλλιτέχνης εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. «Εμείς οι καλλιτέχνες της επαρχίας δεν έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες να αναδείξουμε την εικαστική δουλειά μας με τον τρόπο που θα θέλαμε», λέει. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά: «βρισκόμαστε εκεί που θέλουμε και εκεί που δημιουργούμε». Και το συγκεκριμένο έργο θα φτάσει στη Νάξο με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο: θα το παραδώσει η ίδια, αυτοπροσώπως.

Βαγγέλης Σάββας

Τα τελευταία πέντε χρόνια ο Βαγγέλης Σάββας δουλεύει πάνω στο τοπίο της Νάξου, καταγράφοντας μια μορφή ζωής που αλλάζει καθώς το νησί μετακινείται σταδιακά από τον πρωτογενή τομέα προς τον τουρισμό. Μεγαλωμένος σε αγροτική οικογένεια, δημιούργησε ένα ψηφιακό αρχείο από τρισδιάστατες καταγραφές αγροτικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων –αλώνια, πηγάδια, εργαλεία, χλωρίδα και στη συνέχεια μεταφέρει αυτά τα δεδομένα ξανά στην ύλη, χρησιμοποιώντας φυσικά υλικά.

Η δουλειά του κινείται έτσι ανάμεσα στη φύση και την τεχνολογία, στο πραγματικό, το ψηφιακό και την επιστροφή στην ύλη. «Αυτό που θέλω να μοιραστώ με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες είναι το πώς η τοπική μνήμη μπορεί να συνομιλήσει με τη σύγχρονη τεχνολογία», λέει, μετατρέποντας την εμπειρία ενός συγκεκριμένου τόπου σε αφορμή για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από τη μετάβαση και τη μεταμόρφωση του τοπίου.

Για τον ίδιο, η πρώτη Κυκλαδική Μπιενάλε μπορεί να δώσει στη Νάξο μια πιο σαφή εικαστική ταυτότητα. «Η Νάξος είναι ένα νησί με τεράστια ιστορία, αλλά δεν είχε μέχρι σήμερα την πολιτιστική ζωντάνια που βλέπουμε σε άλλα νησιά», σημειώνει. Η καλοκαιρινή περίοδος, από την άλλη, προσφέρει την ευκαιρία η τέχνη να λειτουργήσει ως ένας διαφορετικός τρόπος θέασης του νησιού: «Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως φακός». Ωστόσο, θεωρεί πως το σημαντικότερο κοινό της Μπιενάλε είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι, εκείνοι που ζουν καθημερινά τη μετάβαση του τόπου.

Ο Σάββας κατάγεται από τη Νάξο και μεγάλωσε εκεί, όμως σήμερα έχει την καλλιτεχνική του βάση στην Αθήνα. Γι’ αυτό και βλέπει στην Μπιενάλε μια ανάγκη που αφορά ιδιαίτερα τους δημιουργούς των Κυκλάδων: «Δημιουργούν μια τοπική πλατφόρμα, φέρνουν σε επαφή τους δημιουργούς του νησιού με τον υπόλοιπο καλλιτεχνικό κόσμο και ανοίγουν διόδους εξωστρέφειας».

Φιλιώ Φλώρακα

Για τη Φιλιώ Φλώρακα, η Νάξος είναι το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, το κόκκινο του ήλιου και της παπαρούνας, αλλά και το μπλε και το κόκκινο του φαδιού, του υφαντού, το κόκκινο φέσι, η μπλε βράκα. «Όπου πατείς ιστορία, όπου θωρείς ομορφιά... Το φως της αγνότητας και της αλήθειας». Αυτό το φως επιχειρεί να χρωματίσει «στους κύκλους της ζωής», φέρνοντας στο έργο της εικόνες και χρώματα που έχουν μείνει δεμένα με τη μνήμη του τόπου.

Η σχέση της με την τέχνη, όμως, δεν αφορά μόνο τη δική της δημιουργία. Μέσα από το Εργαστήριο Παιδικής Τέχνης Φιλίππας Φλωράκα – Γιάννη Χαλκού, δουλεύει με παιδιά από την ηλικία των 2,5 ετών, προσπαθώντας να κάνει την τέχνη μέρος της καθημερινότητάς τους. «Κάνουμε συνήθεια την ενασχόληση με την Τέχνη», αναφέρει. Η Μπιενάλε γίνεται έτσι και μια αφορμή τα παιδιά να δουν έργα σύγχρονων καλλιτεχνών «στην πόρτα μας» και να αντιληφθούν την τέχνη όχι ως κάτι μακρινό, αλλά ως τρόπο ζωής.

Ζει μόνιμα στη Νάξο εδώ και είκοσι χρόνια. Μεγάλωσε στον Δανακό, «σε ένα ορεινό χωριό 100 ανθρώπων», ανάμεσα σε δύο βουνά, στη φύση, στις μουσικές, στις σκαλιστές πέτρες με τα μονογράμματα και τα παιδικά σχέδια, στους αντίλαλους των ρεματιών και στις ιστορίες των ανθρώπων του τόπου. «Με ιστορία από σοφούς ανθρώπους, ξαναζώ αλλιώς το τώρα», λέει. Και κάπως έτσι συνοψίζει και τη σχέση της με την τέχνη: «Δημιουργώ και συμμετέχω. Η Τέχνη είναι και πάει παντού με κάθε τρόπο».

IΝFO
20 Aυγούστου έως 18 Σεπτεμβρίου
Εγκαίνια: 20 Αυγούστου, Πρώην Σχολή Ουρσουλινών 

H ΑTHENS VOICE είναι χορηγός επικοινωνίας