Εικαστικα

Εντυπώσεις από την έκθεση «Άλφα Βήτα - Τα Ελληνικά Γράμματα στη Δύση»

Από το «It's Greek to me» στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση

Βίβιαν Αβρααμίδου Πλούμπη
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η έκθεση «Άλφα Βήτα - Τα Ελληνικά Γράμματα στη Δύση» παρουσιάζεται στο Περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων

«It's Greek to me». Είναι μία από τις πιο γνωστές φράσεις της αγγλικής γλώσσας. Τη χρησιμοποιούν εκατομμύρια άνθρωποι όταν θέλουν να πουν πως δεν καταλαβαίνουν απολύτως τίποτα. Η πρώτη της εμφάνιση βρίσκεται στο έργο του William Shakespeare, «Ιούλιος Καίσαρ», όπου σε μια σκηνή του έργου ο Κάσκα αφηγείται μια ομιλία που άκουσε στα ελληνικά και λέει: For mine own part, it was Greek to me, δηλαδή: «Όσο για μένα, ήταν ελληνικά», εννοώντας «δεν καταλάβαινα λέξη».

Αυτό όμως που είναι πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Σαίξπηρ δεν επινόησε την ιδέα· υπήρχε ήδη στον Μεσαίωνα η λατινική φράση: Graecum est; non legitur, δηλαδή «Είναι ελληνικά· δεν διαβάζεται». Οι μοναχοί και αντιγραφείς συχνά έγραφαν αυτή τη σημείωση στα περιθώρια χειρογράφων όταν συναντούσαν ελληνικά κείμενα που δεν μπορούσαν να διαβάσουν.

Κι εδώ βρίσκεται μία από τις ωραιότερες ιδέες της έκθεσης «Άλφα Βήτα - Τα Ελληνικά Γράμματα στη Δύση», την οποία είχα την τύχη να επισκεφθώ πρόσφατα στο Περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων. Οι σχεδιάστριες και επιμελήτριές της αντιπαραθέτουν το σαιξπηρικό It's Greek to me με τη λατινική φράση, καθώς και με ένα άλλο, λιγότερο γνωστό λατινικό ρητό που προέκυψε στη συνέχεια: Graeca sunt, sed tamen leguntur (Είναι ελληνικά, αλλά παρ’ όλα αυτά διαβάζονται).

Πίσω ακριβώς από αυτές τις δύο λατινικές φράσεις κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία· την ίδια εποχή που τα ελληνικά σήμαιναν για πολλούς το ακατανόητο, αποτελούσαν ταυτόχρονα αντικείμενο συστηματικής μελέτης για λογίους, δασκάλους, μεταφραστές και τυπογράφους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Άνθρωποι αφιέρωσαν τη ζωή τους για να διαβάσουν τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στο πρωτότυπο, να αντιγράψουν, να μεταφράσουν, να εκτυπώσουν και να διαδώσουν τα ελληνικά γράμματα σε μια εποχή όπου η γνώση της ελληνικής θεωρούνταν θεμέλιο της παιδείας.

Το ερέθισμα για να γνωρίσω αυτή την ιστορία ήρθε από το ραδιόφωνο. Στην εκπομπή «Αποτύπωμα» της Φούλης Ζαβιτσάνου στον σταθμό της ΕΡΤ «Η Φωνή της Ελλάδας», η γλωσσολόγος Μαρία Καμηλάκη μιλούσε με τόσο μεταδοτικό ενθουσιασμό για την έκθεση, ώστε στην αμέσως επόμενη κάθοδό μου στην Ελλάδα έσπευσα στη Βουλή των Ελλήνων μαζί με μέλη της οικογένειάς μου και καλούς μας φίλους, όπου η οργανώτρια και επιμελήτρια της έκθεσης, Νομικός και Σύμβουλος Πολιτιστικής Διαχείρισης στη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διοίκησης, Βιβλιοθήκης και Εκδόσεων, κυρία Σοφία Χηνιάδου, είχε την καλοσύνη να αναλάβει την ξενάγησή μας.

Οκτώ μεγάλες γυάλινες προθήκες στο Περιστύλιο της Βουλής των Ελλήνων, στον προθάλαμο, δηλαδή, της περίφημης αίθουσας συνεδριάσεων. Ο φωτισμός ήταν ιδιαίτερα προσεγμένος και η προστασία των εκθεμάτων υποδειγματική, χωρίς να δημιουργείται η αίσθηση της απόστασης από τα ίδια τα πολύτιμα εκθέματα. Ο επισκέπτης μπορούσε να πλησιάσει, να παρατηρήσει, ακόμα και να διαβάσει από κοντά τις ίδιες τις σελίδες των βιβλίων.

Γύρω από τις προθήκες, στους τοίχους του χώρου, είχαν τοποθετηθεί έργα τέχνης, χάρτες και πορτρέτα, κάποια πρωτότυπα και κάποια αντίγραφα, όλα επιλεγμένα ώστε να συνομιλούν με τα βιβλία και τα πρόσωπα που παρουσιάζονταν. Δεν έβλεπες μόνο ένα βιβλίο. Έβλεπες τον κόσμο που το γέννησε.

Εύστοχα η κυρία Χηνιάδου ξεκίνησε την ξενάγησή της με την αναφορά της σε έναν ξεχωριστό εκπρόσωπο του Ουμανισμού, τον Φραγκίσκο Πετράρχη, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να γνωρίσει τα ελληνικά γράμματα. Ο μεγάλος Ιταλός λόγιος, κρατώντας στα χέρια του χειρόγραφα του Ομήρου χωρίς όμως να γνωρίζει ελληνικά, έγραφε χαρακτηριστικά: «Ο Όμηρός σου είναι βωβός για μένα· ή μάλλον εγώ είμαι κουφός απέναντί του». Η φράση αυτή αποτυπώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη την κατάσταση της εποχής. Οι θησαυροί της ελληνικής γραμματείας ήταν γνωστοί, αλλά παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό απρόσιτοι για τους λογίους της Δυτικής Ευρώπης.

Μέχρι τότε, οι περιορισμένες μεταφράσεις στα λατινικά, κυρίως του Αριστοτέλη και του Γαληνού, του Πλάτωνα και του Ομήρου και των Πατέρων της Εκκλησίας, ήταν η μοναδική επαφή των Δυτικών με τα ελληνικά κείμενα. Στις προθήκες της έκθεσης εκτίθενται κάποιες από αυτές τις μεταφράσεις, όπως εκείνη που ανήκει στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, με συγγραφέα τον Γεώργιο Γεμιστό-Πλήθωνα, γαλλική έκδοση του 1541.

Η δίψα για περισσότερη γνώση υπήρξε ένας από τους λόγους που οδήγησαν τους Ιταλούς ουμανιστές να αναζητήσουν δασκάλους ελληνικών και Βυζαντινούς λογίους για να μεταφέρουν τις γνώσεις τους στη Δύση.

Έτσι αρχίζει η ιστορία ανθρώπων όπως ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο Θεόδωρος Γαζής και ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις, οι οποίοι έμελλε να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στην Ευρώπη.

Μια σειρά από πορτρέτα αυτών των Δασκάλων φιλοτεχνήθηκαν από τον Αύγουστο Πικαρέλλη, τα έργα του οποίου φιλοξενεί η έκθεση, με δάνειο από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Παράλληλα, η έκθεση φιλοξενεί μια σειρά από αυτά τα πρώιμα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, τα οποία, πέρα από το τεράστιο επιστημονικό ενδιαφέρον που έχουν, αποτελούν για τον απλό επισκέπτη μια όμορφη έκπληξη, για διαφορετικούς λόγους το καθένα.

Θα αναφερθώ σε εκείνα που τράβηξαν περισσότερο το δικό μου ενδιαφέρον:

Αρχικό τεράστιο ενδιαφέρον αποτέλεσε για μένα η τιμητική αναφορά στον πρώτο Δάσκαλο των Ελληνικών Γραμμάτων στη Δύση, από το 1397, τον Μανουήλ Χρυσολωρά. Σε ειδική προθήκη ήταν τοποθετημένη η προσωπογραφία του - επίσης έργο του Αυγούστου Πικαρέλλη, έργο δανεισμένο από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο - μαζί με το εκπληκτικά πρωτότυπο για την εποχή εγχειρίδιο με τίτλο «Εις πόσα διαιρούνται τα είκοσι τέσσερα γράμματα». Το έργο, βασισμένο στις προφορικές παραδόσεις του για τις οποίες χρησιμοποιούσε τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων, είναι ένα βιβλίο γραμμένο στα ελληνικά με παράλληλη μετάφραση στα λατινικά, το οποίο εκδόθηκε 60 χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου Δασκάλου. Η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί το παλαιότερο βιβλίο της συλλογής της Βιβλιοθήκης της Βουλής (1474-1476).

Ακόμη ένα εντυπωσιακό έκθεμα είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε ειδικά για μια μαθήτρια! Για την κόρη του Δούκα του Μιλάνου, τη νεαρή Ιππόλυτη Σφόρτσα. Είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο γραμμένο εξ ολοκλήρου στα ελληνικά, όχι μόνο γιατί αποτελεί το πρώτο έντυπο βιβλίο, αλλά και γιατί τα τυπογραφικά στοιχεία είχαν ειδικά σχεδιαστεί, αντιγράφοντας στην ουσία τον γραφικό χαρακτήρα του συγγραφέα, του Βυζαντινού λογίου Κωνσταντίνου Λάσκαρι.

Ένα πανέμορφο εγχειρίδιο του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (Μιλάνο 1493) με ζηλευτή γραμματοσειρά. Το βαθύ μπλε του διακοσμημένου αρχικού γράμματος Ε δεν είναι απλώς ένα χρώμα. Είναι το ίχνος της συνάντησης δύο κόσμων· της βυζαντινής παράδοσης των χειρογράφων με τη νεογέννητη τέχνη της τυπογραφίας. Ζωγραφισμένο στο χέρι μετά την εκτύπωση, κατά πάσα πιθανότητα με αζουρίτη, το συνηθέστερο μπλε χρώμα των χειρογράφων του 15ου αιώνα, θυμίζει ότι τα πρώτα ελληνικά έντυπα υπήρξαν ταυτόχρονα βιβλία και έργα τέχνης.

Στην ίδια προθήκη βρίσκεται και ένα από τα πιο σημαντικά ελληνοϊταλικά λεξικά, το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1709, έργο του ιεραπόστολου των Καπουτσίνων Alessio da Somavera, το οποίο φέρει στο περιθώριο σημειώσεις του Αδαμάντιου Κοραή. Ένας πραγματικός θησαυρός. Τίτλος του, Tesoro della lingua greca-volgare ed italiana (Θησαυρός της δημώδους ελληνικής και ιταλικής γλώσσας).

Η Σοφία Χηνιάδου υπήρξε ένας γλαφυρός ποταμός γνώσεων. Όχι πως η ξενάγηση άφηνε και πολύ χώρο για απορίες. Πριν καν διατυπωθεί μια ερώτηση, ερχόταν συνήθως η απάντηση μαζί με μια ακόμη ιστορία, μια ακόμη σύνδεση, μια ακόμη ψηφίδα ενός κόσμου που οι περισσότεροι από εμάς αγνοούμε.

Η αυξανόμενη ζήτηση για ελληνικά βιβλία δημιούργησε σύντομα και την ανάγκη της συστηματικής εκτύπωσής τους. Εκεί εμφανίζεται ο Άλδος Μανούτιος, ο πρώτος εκδότης ο οποίος αποφασίζει να εκδώσει στο τυπογραφείο του στη Βενετία ελληνικά κείμενα που περιλαμβάνουν βέβαια έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αλλά και εκπαιδευτικά εγχειρίδια, προκειμένου να υποστηρίξει τη διδασκαλία των ελληνικών. Ένα τέτοιο δείγμα που βρίσκεται στην έκθεση αποτελεί έναν από τους πέντε τόμους των έργων του Αριστοτέλη (Βενετία 1497), όπου στο περιθώριο των σελίδων βλέπουμε τα διακοσμητικά σκίτσα ενός αναγνώστη με ανήσυχο πνεύμα.

Τιμητική είναι και η έκθεση του μοναδικού γνωστού αυτόγραφου εγχειριδίου γραμματικής του ίδιου του Άλδου Μανούτιου, το οποίο εκδόθηκε από τους κληρονόμους του μετά τον θάνατό του και φυλάσσεται στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου.

Ένα τετράγλωσσο λεξικό, δάνειο από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, το οποίο παραθέτει τα αρχαία ελληνικά με τα ιταλικά, τα λατινικά αλλά και την καθομιλουμένη ελληνική και είναι γνωστό ως Corona Preciosa (Πολύτιμο Στεφάνι) (Βενετία 1527), έχει το δικό του ενδιαφέρον, αφού ως καθομιλουμένη εμφανίζεται φυσικά η γλώσσα που μιλιόταν τον 16ο αιώνα.

Σε έναν περίτεχνο χάρτη της Ευρώπης μεγάλων διαστάσεων - τη Χάρτα της Ελληνικής Τυπογραφίας του Κωνσταντίνου Στάικου (1976), που καλύπτει τον έναν τοίχο του περιστυλίου της Βουλής - αποτυπώνονται τα λογότυπα και κάποια άλλα σχετικά γραφικά των σημαντικότερων τυπογραφείων που εξέδιδαν ελληνικά βιβλία μέχρι και τον 18ο αιώνα.

Η έκθεση ολοκληρώνεται με τις αναφορές σχετικά με τη σύγχρονη εκπαίδευση των ελληνικών στη Δύση. Πολλές οι έδρες κλασικών και νεοελληνικών σπουδών ανά τον κόσμο, δεν μπορώ όμως να μην επαναλάβω την πληροφορία που μας έδωσε η Σοφία Χηνιάδου, πως στα ιταλικά δευτεροβάθμια σχολεία η αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία αποτελούν μέχρι και σήμερα υποχρεωτικό μάθημα. Κι εγώ πληγώθηκα· κατάκαρδα. Σε μερικά χρόνια τα δικά μας παιδιά δεν θα είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τις ρίζες της ίδιας τους της καταγωγής.

Μετά από αυτή την πληροφορία, κάθε άλλη μου ανησυχία έπεσε σε δεύτερη μοίρα. Όπως, για παράδειγμα, πόσοι γνωρίζουμε σήμερα τον πρώτο δάσκαλο της ελληνικής γλώσσας στη Δύση; Πόσοι έχουμε αναζητήσει το έργο των μεγάλων Βυζαντινών λογίων που μετέφεραν τα ελληνικά γράμματα στην Ευρώπη; Πόσοι συνειδητοποιούμε ότι η ιστορία της γλώσσας μας δεν είναι μόνο η ιστορία των συγγραφέων της, αλλά και των δασκάλων, των αντιγραφέων, των μεταφραστών, των τυπογράφων και των λεξικογράφων που την κράτησαν ζωντανή; Τι ξέρουμε για τους ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάσωση και διάδοση της γνώσης;

Μια εικαστικά όμορφη λεπτομέρεια που δένει με ιδιαίτερο τρόπο τον κόσμο των Ελληνικών Γραμμάτων στη Δύση αποτελούν τα τρία ζωγραφικά έργα· ένα αντίγραφο της ελαιογραφίας του Maestro di Violantria με τίτλο «Ένας δάσκαλος στην έδρα με τους μαθητές του» και το δάνειο από την Εθνική μας Πινακοθήκη, το έργο του Συμεών Σαββίδη με τίτλο «Βενετία στο Canale Grande».

Όταν φύγαμε από την έκθεση, δεν είχαμε απλώς γνωρίσει μερικά σπάνια βιβλία. Είχαμε γνωρίσει ένα κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας που σπάνια διδάσκεται και ακόμη σπανιότερα αφηγείται με τόσο ζωντανό τρόπο.

Μην χάσετε αυτή την έκθεση. Αναμένεται να παραταθεί μέχρι το τέλος του Αυγούστου.