- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Columbia - Die Ruinen von Athen»: Από τα ερείπια στην κληρονομιά της ελληνικής δισκογραφίας
COLUMBIA - Die Ruinen von Athen: Από το ιστορικό εργοστάσιο στον Περισσό έως τη σύγχρονη εικαστική ανασύνθεση με την έκθεση του Πάνου Χαραλάμπους στη CITRONNE Gallery
Η έκθεση COLUMBIA – Die Ruinen von Athen του Πάνου Χαραλάμπους, που φιλοξενείται έως τις 29 Ιουνίου 2026 στη CITRONNE Gallery, αντλεί την αφετηρία της από το ιστορικό εργοστάσιο της δισκογραφικής εταιρείας Columbia στον Περισσό και το αντιμετωπίζει όχι απλώς ως έναν τόπο, αλλά ως ένα πεδίο μνήμης, απώλειας και ηχητικής εμπειρίας. Ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει ευθέως στο έργο «Τα Ερείπια των Αθηνών» (Die Ruinen von Athen, έργο 113) του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, που γράφτηκε ως μουσική για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Άουγκουστ φον Κότσεμπου, ενισχύοντας τη σύνδεση της έκθεσης με την έννοια του ερειπίου, της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής συνέχειας.
Συνεχίζοντας τη μακροχρόνια έρευνά του γύρω από τον ήχο, τα ίχνη και το βίωμα, ο καλλιτέχνης μετατρέπει τον χώρο της γκαλερί σε ένα υβριδικό περιβάλλον, όπου το παρελθόν επανενεργοποιείται μέσα από τα υπολείμματά του. Κεντρική ιδέα αποτελεί η μετάβαση του εργοστασίου από ζωντανό παραγωγικό οργανισμό σε ερείπιο και, τελικά, σε θραύσμα μνήμης. Αυτή η «επιβίωση μέσα από την απώλεια» διαπερνά όλη την εγκατάσταση. Ο Χαραλάμπους ανασυνθέτει υπαινικτικά την πύλη της Columbia στον χώρο της γκαλερί, μετατρέποντας την είσοδο του θεατή σε μια συμβολική είσοδο στη μνήμη.
Στον πυρήνα της έκθεσης βρίσκεται το audio room, μια σύνθετη εγκατάσταση όπου αντικείμενα όπως δίσκοι βινυλίου, πικάπ, ηχεία, όστρακα, καπνοί και ένας βαλσαμωμένος αετός συνυπάρχουν ως μια ιδιότυπη «νεκρή φύση». Ο ήχος δεν εκπέμπεται με συμβατικό τρόπο, αλλά διαχέεται μέσα από τα ίδια τα υλικά, μετατρέποντάς τα σε αγωγούς ακουστικής εμπειρίας. Τα βινύλια αντιμετωπίζονται ως σώματα που φέρουν τα ίχνη της φθοράς και του χρόνου, ενώ ο αετός λειτουργεί συμβολικά, αιωρούμενος ανάμεσα στη ζωή και την απώλεια.
Σε έναν άλλο, ξεχωριστό χώρο, ο καλλιτέχνης επανέρχεται στο γνώριμο μοτίβο του «μουσικού δαπέδου», το οποίο εδώ μετασχηματίζεται: σπασμένα βινύλια χρησιμοποιούνται ως μήτρες αποτύπωσης πάνω σε καμβά, δημιουργώντας επιφάνειες που φέρουν τα ίχνη της χρήσης και της φθοράς. Το δάπεδο, ως τόπος κίνησης και ήχου, ανυψώνεται στον τοίχο και μετατρέπεται σε μια εικαστική, σχεδόν αρχειακή επιφάνεια μνήμης.
Η έκθεση συνολικά προτείνει μια διαφορετική κατανόηση του χώρου και της εμπειρίας, όπου ο ήχος αποκτά πρωταρχικό ρόλο έναντι της όρασης και τα παλιά, φαινομενικά άχρηστα αντικείμενα επανανοηματοδοτούνται ως φορείς χρόνου και μνήμης. Οι δίσκοι, με τα χιλιάδες ονόματα που φέρουν, λειτουργούν σαν μια «εγκυκλοπαίδεια των νεκρών», ενώ η φροντίδα και η επεξεργασία τους αποκτούν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η Columbia δεν αναπαρίσταται απλώς, αλλά μετασχηματίζεται σε ένα στοχαστικό πεδίο, όπου ο ήχος, τα ερείπια και τα ίχνη του παρελθόντος συνθέτουν μια εμπειρία ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία.
Το Εργοστάσιο της Columbia
Το ιστορικό εργοστάσιο της Columbia Graphophone Company στον Περισσό, στα όρια της Νέας Ιωνίας Αττικής και της Ριζούπολης, υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής μουσικής στην Ελλάδα και ταυτίστηκε όσο λίγοι χώροι με την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Η ίδρυση του εργοστασίου ξεκίνησε το 1928 και ολοκληρώθηκε το 1930, όταν η εταιρεία επέλεξε την Ελλάδα ως στρατηγικό κόμβο για την επέκτασή της στην Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Την ίδια χρονιά οριστικοποιήθηκε η συνεργασία με την οικογένεια Λαμπρόπουλων, η οποία, προερχόμενη από τον χώρο της ένδυσης, αποφάσισε να επενδύσει δυναμικά στη νέα τότε βιομηχανία των δίσκων γραμμοφώνου. Εκπρόσωπος της οικογένειας ορίστηκε ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος, ο οποίος ανέλαβε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση και λειτουργία της εταιρείας.
Κατόπιν έγκρισης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας Παναγής Βουρλούμης, πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, στις 26 Φεβρουαρίου 1930, η πρώτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, όπου εξελέγη πρόεδρος ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος, θέση την οποία διατήρησε έως την αποχώρησή του από τη δισκογραφία το 1977. Το συγκρότημα αναπτύχθηκε σε έκταση περίπου 14 στρεμμάτων στη λεωφόρο Ηρακλείου, και αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη βιομηχανική βάση δισκογραφικής παραγωγής στην Ελλάδα.
Με την έναρξη της λειτουργίας του το 1930 - και την εκτύπωση του πρώτου δίσκου στις 20 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς - η μέχρι τότε αποσπασματική ηχογράφηση ελληνικών τραγουδιών, που πραγματοποιούνταν από ξένες εταιρείες ή κινητά συνεργεία σε πόλεις όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη, έδωσε τη θέση της σε μια συστηματική και οργανωμένη παραγωγή, η οποία για δεκαετίες συγκεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη Columbia, τον βασικό - και για πολλά χρόνια μοναδικό - χώρο παραγωγής δίσκων στη χώρα.
Από την αρχή, το εργοστάσιο σχεδιάστηκε ως μια πλήρως καθετοποιημένη και ολοκληρωμένη βιομηχανική μονάδα - από τις ελάχιστες αυτού του τύπου διεθνώς και μοναδική στα Βαλκάνια, καθώς το αντίστοιχο εργοστάσιο της Κωνσταντινούπολης είχε ήδη παύσει τη λειτουργία του - καλύπτοντας όλο το φάσμα της παραγωγής, από την επεξεργασία της πρώτης ύλης έως το τελικό προϊόν και τη διανομή του. Το συγκρότημα απασχολούσε αρχικά περίπου 40 εργαζόμενους και εξυπηρετούσε όχι μόνο τις ετικέτες Columbia και His Master’s Voice, αλλά και ανταγωνιστικές εταιρείες όπως η Odeon και η Parlophone.
Το 1935, μετά από μακρόχρονη παραμονή του στο Λονδίνο για εξειδίκευση, επιστρέφει στην Ελλάδα ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας Ευάγγελος Αρεταίος και δημιουργεί την πρώτη αίθουσα φωνοληψίας στην Ελλάδα, η οποία αργότερα έγινε γνωστή ως Studio III. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, το πρώτο τραγούδι που αντήχησε μέσα σε αυτό το νέο στούντιο ήταν το «Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι» - γνωστό ως «Το Κοκοράκι» - με τον Νίκο Γούναρη. Αν και η συγκεκριμένη πρώτη ηχογράφηση δεν σώζεται ή δεν επιβεβαιώνεται πλήρως από τα αρχεία, η αφήγηση αυτή έχει διατηρηθεί ως μια συμβολική «στιγμή γέννησης» της ελληνικής ηχογράφησης.
Η ίδρυσή του Studio III σηματοδότησε μια καθοριστική τομή για την ελληνική δισκογραφία, ενώ το στούντιο λειτούργησε από το 1935 έως το 1965 και αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς, συνδέοντας το όνομά του με τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις και τους κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής. Η παραγωγή των δίσκων 78 στροφών κυριάρχησε για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ενώ το 1960 κυκλοφόρησε το πρώτο ελληνικό LP 33 στροφών, έργο του Βασίλη Τσιτσάνη, σηματοδοτώντας τη μετάβαση στη σύγχρονη δισκογραφική εποχή.
Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Δημήτρη Φεργάδη «Με αφορμή την Columbia», οι συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο ήταν για την εποχή ιδιαίτερα ευνοϊκές σε σχέση με άλλες βιομηχανίες στην Ελλάδα. Παρά το απαιτητικό ωράριο των πρώτων δεκαετιών, που σταδιακά μειώθηκε, οι εργαζόμενοι απολάμβαναν σημαντικές παροχές, όπως άδειες, επιδόματα, δάνεια και πρόσθετη ασφάλιση. Ταυτόχρονα, υπήρχε μέριμνα για την καθημερινότητά τους, με βασικές υποδομές και κοινωνικές παροχές, διαμορφώνοντας ένα εργασιακό περιβάλλον που συνδύαζε τη βιομηχανική οργάνωση με στοιχεία πρόνοιας και συλλογικότητας. Το συγκρότημα της Columbia αριθμούσε συνολικά οκτώ κτίρια, τα οποία αναπτύχθηκαν σταδιακά, ακολουθώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις αυξανόμενες ανάγκες της δισκογραφικής παραγωγής, και συγκροτούσαν μια πλήρως οργανωμένη αλυσίδα παραγωγής. Σε αυτούς τους χώρους εξελισσόταν όλη η διαδικασία, από τη φωνοληψία (έτσι έλεγαν παλιά την "ηχοληψία") και τη χάραξη της μήτρας μέχρι την πίεση και εκτύπωση των δίσκων και των εξωφύλλων, καθώς και την αποθήκευση, διακίνηση και εμπορική διαχείριση του προϊόντος.
Τη δεκαετία του 1960 προστέθηκαν επιπλέον σύγχρονα στούντιο και εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, όπως η μετατροπή της ηχογράφησης σε μήτρα, η παραγωγή κασετών και η ενίσχυση της διοικητικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα το εργοστάσιο να λειτουργεί ως ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός παραγωγής μουσικού υλικού.
Από τις εγκαταστάσεις αυτές πέρασε σχεδόν το σύνολο της ελληνικής μουσικής παραγωγής του 20ού αιώνα. Εκεί ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν έργα κορυφαίοι δημιουργοί, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ παράλληλα διαμορφώθηκαν και αποτυπώθηκαν οι μεγάλες μουσικές τάσεις του 20ού αιώνα - από το ρεμπέτικο μέχρι το έντεχνο και το Νέο Κύμα. Η εξέλιξη των μέσων αναπαραγωγής, από τους πρώτους δίσκους γραμμοφώνου έως τα βινύλια και αργότερα τα ψηφιακά μέσα, αποτυπώνεται άμεσα στην παραγωγή του εργοστασίου, αντικατοπτρίζοντας και τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις του κοινού.
Η λειτουργία του διακόπηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, όταν οι εγκαταστάσεις επιτάχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως συνεργείο επισκευής αρμάτων μάχης. O δε τεχνικός διευθυντής, Ευάγγελος Αρεταίος, φυλακίζεται για την παραγωγή δίσκων της Σοφίας Βέμπο.
Ωστόσο, μεταπολεμικά το εργοστάσιο επανήλθε δυναμικά και γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του από τη δεκαετία του 1950 έως και τη δεκαετία του 1970, αναπτύσσοντας παράλληλα έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Δεν περιορίστηκε στην κάλυψη της εγχώριας αγοράς, αλλά λειτούργησε ως σημαντικός κόμβος παραγωγής και διακίνησης δίσκων προς χώρες της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και των Βαλκανίων, προσαρμόζοντας το ρεπερτόριό του σε διαφορετικά μουσικά και γλωσσικά περιβάλλοντα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1977 κατείχε την 75η θέση μεταξύ των εξαγωγικών επιχειρήσεων της Ελλάδας, με εξαγωγές που ανέρχονταν σε 5.000.000 δολάρια.
Σταδιακά, ωστόσο, οι τεχνολογικές αλλαγές και οι ανακατατάξεις στη διεθνή δισκογραφική βιομηχανία οδήγησαν στην παρακμή του, μέχρι την οριστική παύση της παραγωγικής του λειτουργίας το 1991. Λίγο πριν μπει οριστικά το «λουκέτο», πραγματοποιήθηκε μια τελευταία συμβολική εκτύπωση δίσκου: το «Πάμε Βόρεια» του Νίκου Νομικού. Το αντίτυπο κυκλοφόρησε σε 117 αντίτυπα, και δόθηκε στους 117 τελευταίους εργαζόμενους μαζί με την αποζημίωσή τους, λειτουργώντας ως ένα ιδιότυπο αποχαιρετιστήριο ενθύμιο μιας ολόκληρης εποχής.
Μετά το κλείσιμό του, το συγκρότημα εγκαταλείφθηκε και δεν αξιοποιήθηκε ούτε από την ιδιοκτήτρια εταιρεία Thorn–EMI ούτε από το ελληνικό κράτος. Το 2005, το Υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε στον χαρακτηρισμό ως μνημείων της κεντρικής πύλης και του Κτιρίου Α - του βασικού χώρου όπου βρίσκονταν οι πρέσες εκτύπωσης - αναγνωρίζοντας την αρχιτεκτονική, βιομηχανική και ιστορική τους αξία, ενώ τα υπόλοιπα κτίρια αντιμετωπίστηκαν ως μεταγενέστερες προσθήκες.
Σήμερα, από το άλλοτε εκτεταμένο συγκρότημα σώζονται κυρίως η πύλη και ορισμένα κτίρια, υπενθυμίζοντας έναν χώρο που υπήρξε καθοριστικός για τη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής μουσικής ταυτότητας.
Παρά τη σημερινή του εγκατάλειψη, το εργοστάσιο της Columbia παραμένει ένα ισχυρό μνημείο μνήμης: ένας τόπος όπου η τεχνολογία, η βιομηχανία και η τέχνη συναντήθηκαν, καταγράφοντας και διαδίδοντας τον ήχο ενός ολόκληρου αιώνα. Αλλά και οι συζητήσεις για την ίδρυση μουσείου δισκογραφίας παραμένουν ακόμη στα λόγια...
Info
Citronne Gallery Athens, Πατριάρχου Ιωακείμ 19, Κολωνάκι
Διάρκεια έκθεσης: 29 Απριλίου – 29 Ιουνίου 2026
Πηγές
Πολίτης Νίκος, Συλλογή «Η Ελλάδα του Μόχθου. 1900-1960». Εκδ. Ριζάρειον Ίδρυμα, Ιδρυμα Σταύρου Ι. Νιάρχου.
Φεργάδης Δημήτρης, «Με αφορμή την Columbia. H βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα». Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2018.
Βιομηχανικά Δελτία Απογραφής: Διασώζοντας την ελληνική βιομηχανική κληρονομιά
https://vidarchives.gr/reports/2018_03_145