Εικαστικα

Άγγελος Ραζής: 55 χρόνια ζωγραφίζοντας το φως, τη σιωπή και την ψυχή των πραγμάτων

Με αφορμή την αναδρομική του έκθεση, ο ζωγράφος μιλάει για τη γενιά του ’30, τους δασκάλους της Σχολής Καλών Τεχνών, το φως του Μολύβου και τη ζωγραφική ως τρόπο ζωής
Δήμητρα Γκρους
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Άγγελος Ραζής: Ένα οδοιπορικό ζωής και τέχνης, από τη Θεσσαλονίκη και τον Μόλυβο έως τη Γαλλία και την Αθήνα

Ζωγραφίζει αδιάλειπτα εδώ και 55 χρόνια. Έχοντας ζήσει από κοντά την ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής στην ατμόσφαιρα του απόηχου της γενιάς του ’30, σαν να μας ρίχνει μια γέφυρα προς μια ελληνικότητα που απομακρύνεται όλο και περισσότερο: στις αξίες, στην αισθητική, στην κοσμοθεωρία. Τα έργα του Άγγελου Ραζή είναι εκεί όχι απλώς για να τη θυμίζουν, αλλά και για να την τιμούν, δημιουργήματα τα ίδια αυτού του κόσμου και αυτών των δασκάλων.

Το πνεύμα του Τσαρούχη επιβιώνει στη χρωματική γκάμα, στα καφενεία και στον τρόπο που η ζωγραφική, ως χειρονομία, εξυψώνει τα ταπεινά αντικείμενα χωρίς να τα κολακεύει, δίνοντας στο λαϊκό στοιχείο μια αξία που το τοποθετεί ισότιμα στον κόσμο. Η πηγή φωτός έρχεται σχεδόν πάντοτε από ένα παράθυρο στα εσωτερικά, εκεί βρίσκεται ο Βερμέερ, όπως και στο βλέμμα που αποδίδει με θαλπωρή τη γυαλάδα ενός αντικειμένου ή την τσαλακωμένη πτυχή ενός σεντονιού. Το οικείο που εμπεριέχει κάτι το ανοίκειο, όχι όμως παράλογο, θυμίζει Μαγκρίτ, μαζί με αυτή την τάξη και την ησυχία που κρύβουν μια υπόγεια ένταση — αλλιώς, τι νόημα θα είχαν; Ο Χόπερ επίσης παρών, με το φως αλλά και τη μοναχικότητα ενός κόσμου που μιλά μέσα στη σιωπή.

Με έναν εσωτερικό κόσμο που διαχέεται στην ψυχή των αντικειμένων και των δωματίων όπου αυτά κατοικούν. Με μια συνεχή συνομιλία του μέσα με το έξω, που αποκτά συμβολική δύναμη και λειτουργία: όχι απλώς το δωμάτιο και το εξωτερικό περιβάλλον όπως διακρίνεται από το παράθυρο, αλλά ο εσωτερικός μας κόσμος, το μέσα που συνομιλεί με το έξω, σε μια σχέση καθοριστική για το ποιοι είμαστε και το τι έχουμε να πούμε.

Και με την ανθρώπινη παρουσία, ακόμη κι όταν δεν αναπαρίσταται ζωγραφικά, να υπονοείται: είτε στο βλέμμα που κοιτά από το παράθυρο με τα μάτια του ζωγράφου, είτε κάπου στον εσωτερικό χώρο πέρα από το κάδρο, είτε μέσα από τα ίχνη στο άδειο κρεβάτι ή στα αντικείμενα που έχουν αφεθεί σε ένα σημείο για να αποκτήσουν μια δική τους αυτόνομη ζωή.

Όλα αυτά, μαζί με μια ήσυχη δύναμη που αποπνέει στιβαρότητα και μια συνεπή σχέση με τη ζωγραφική, μπορεί κανείς να τα διακρίνει παρατηρώντας το έργο του ζωγράφου Άγγελου Ραζή, που, στα 83 του χρόνια, παραμένει ενεργός, με την τέχνη να δίνει νόημα στην καθημερινότητα και να παραμένει στο κέντρο της. Και με τη ζωγραφική ωριμότητα να συναντά τη σοφία μιας πλούσιας και χωρίς απωθημένα ζωής.

Τα έργα που παρουσιάζονται στην αναδρομική έκθεση, σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Κωνσταντίνου Θ. Σπυρόπουλου, καλύπτουν όλο το φάσμα της δουλειάς του, παρότι συγκεντρώνονται μόλις 36 έργα από έναν εντυπωσιακό αριθμό που έχει δημιουργήσει από τη δεκαετία του ’70. Ζητήσαμε από τον ζωγράφο να μας μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή του, για τους δασκάλους του, για το τι σημαίνει να ζωγραφίζεις, και να αφηγηθεί τους σταθμούς μιας πορείας που τον κατατάσσει στους σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής παραστατικής ζωγραφικής, περνώντας από τη Θεσσαλονίκη, τον Μόλυβο, τη Γαλλία και την Αθήνα.

«Η αναδρομική έκθεση που παρουσιάζεται στο Ηράκλειο Αττικής είναι αποτέλεσμα πρόσκλησης του Δήμου, όπου και κατοικώ τα τελευταία χρόνια. Περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα από όλες τις περιόδους της δουλειάς μου μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, λείπουν αρκετά. Δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν, καθώς δεν είχα πλέον τις διευθύνσεις των κτητόρων τους. Είναι πάντα ένα δύσκολο εγχείρημα να συγκεντρωθούν έργα για μια αναδρομική έκθεση τόσων δεκαετιών. Συνολικά, όλα αυτά τα χρόνια, έχω δώσει περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες έργα, μικρά και μεγάλα. Στη διαδρομή αυτή υπάρχουν φυσικά διαφορές, αλλά και σταθερές — κυρίως η επιμονή μου στο συγκεκριμένο».

Μια κοινωνία αστών που αγαπούσαν την Ελλάδα

Να το πάρουμε από την αρχή. Κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να σπουδάσω στη Σχολή Καλών Τεχνών — τη μοναδική που υπήρχε τότε. Εκείνα τα χρόνια η ΑΣΚΤ ήταν μια όαση ελευθερίας μες στο σκοτάδι της Χούντας. Σπούδασα χαρακτική από το 1968 έως το 1973. Δάσκαλοί μου ήταν ο Νικολάου στο Προκαταρκτικό και στη συνέχεια, στο εργαστήριο Χαρακτικής, ο Κώστας Γραμματόπουλος — ο σπουδαίος χαράκτης που το ευρύ κοινό θυμάται και από τα παλιά σχολικά αναγνωστικά, «Να, Λόλα, να ένα μήλο».

Την εποχή εκείνη στη σχολή δίδασκαν σπουδαίες προσωπικότητες. Οι καλύτεροι ζωγράφοι της γενιάς τους γίνονταν συχνά καθηγητές. Θυμάμαι τον Μαυροείδη, τον Μόραλη, τον γλύπτη Παππά, τον Νικολάου, τον Γραμματόπουλο. Ο Γκίκας και ο Τσαρούχης ήταν σύγχρονοι των δασκάλων μου· ήταν όλοι μια παρέα, ουσιαστικά, η γενιά του ’30. Το ίδιο και στην ποίηση, με τον Εγγονόπουλο — που ήταν και ζωγράφος, αν και δίδασκε στην Αρχιτεκτονική. Ήταν η γενιά που προσπάθησε να φέρει τα ευρωπαϊκά ρεύματα στην Ελλάδα, συγκεράζοντάς τα με την ελληνική παράδοση. Κάπως έτσι είχε ξεκινήσει και ο Κωνσταντίνος Παρθένης, γεννημενος το 1878, ένας μοντερνιστής που επηρέασε βαθιά όλη αυτή τη γενιά: εκείνοι υπήρξαν μαθητές του, κι εμείς υπήρξαμε μαθητές δικοί τους.

Τον Γκίκα δεν τον γνώρισα προσωπικά, ήταν πολύ μεγαλύτερος. Τον έβλεπα όμως στον Ορφανίδη, εκεί όπου είναι σήμερα ο Καίσαρης στη Βουκουρεστίου. Ήταν ένα σπουδαίο καφενείο, που πουλούσε και αλλαντικά, αλλά είχε και λίγα μαρμάρινα τραπεζάκια, και μαζεύονταν εκεί όλοι αυτοί — ο Γκίκας, ο Ελύτης, η γενιά του ’30. Τον θυμάμαι να πίνει ήσυχα κάτι με τη γυναίκα του, σιωπηλός, παρατηρώντας τον κόσμο με ακίνητο βλέμμα. Με εκείνη τη σοφία που αποκτούν οι μεγάλοι άνθρωποι όταν παύουν πια να κοιτούν πολλά προς τα έξω, γιατί έχουν ήδη πολλά μέσα τους.

Γνώρισα και τον Χατζιδάκι, που ήταν υπέροχος άνθρωπος και αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική. Ο Φασιανός ήταν εννέα χρόνια μεγαλύτερός μου, ο Μυταράς επίσης ανήκε σε εκείνη τη γενιά. Τους θαυμάζαμε όλους αυτούς, και ακόμη περισσότερο τους δασκάλους τους — που υπήρξαν και δικοί μας δάσκαλοι: τον Μόραλη, τον Νικολάου, τον Μαυροειδή. Εκείνη η γενιά ανέθρεψε τρεις γενιές ζωγράφων. Ήταν όλοι φίνοι άνθρωποι, καλλιεργημένοι, μια κοινωνία αστών που αγαπούσαν την Ελλάδα αλλά γνώριζαν και την Ευρώπη. Καλοί Ευρωπαίοι, και καλοί Έλληνες. Δυστυχώς, αυτή η παράδοση δεν επιβίωσε. Εκεί βρίσκεται και ένα δράμα της Ελλάδας: ότι δεν απέκτησε ποτέ πραγματική αστική τάξη.

Αναρχικοί με συντηρητικές αρχές

Έτσι κι εμείς αγαπούσαμε την παράδοση, αγαπούσαμε την Ορθοδοξία, όχι όμως με την έννοια της αυστηρής πίστης. Ήμασταν άνθρωποι με αμφιβολίες, αλλά σεβόμασταν βαθιά την πίστη των άλλων. Ακόμη και σήμερα δεν είμαι θρήσκος, όμως όταν δυσκολεύομαι μπορεί να ανάψω ένα κεράκι ή να κάνω μια μικρή προσευχή. Η γενιά μας ήταν, θα έλεγα, μια γενιά απίστων — όχι όμως ανθρώπων που χλεύαζαν την πίστη. Αναρχικοί στη ζωή μας, αλλά με συντηρητικές αρχές. Δεν θέλαμε μια μικροαστική ζωή. Θέλαμε να δούμε τον κόσμο με τα δικά μας μάτια, αρνούμενοι τον μικροαστικό κόσμο των γονιών μας, και να ακολουθήσουμε τον δικό μας δρόμο. Στην αρχή αρνηθήκαμε τους γονείς μας, ανθρώπους καλούς, που είχαν περάσει κατοχές και δύσκολες εποχές. Με τα χρόνια τους συναντήσαμε ξανά.

Ο Σαββόπουλος ήταν φιλαράκι, από τότε που ήμασταν παιδιά. Μαζί μεγαλώσαμε και κάναμε πολλά κοινά πράγματα. Εγώ δεν έκανα πολιτική τέχνη, αλλά πίστευα τότε ότι η Αριστερά μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα. Όπως όμως δεν μου άρεσε ο συντηρητισμός της Δεξιάς, αυτό το κλίμα του κατηχητικού, η καταπίεση ειδικά εκείνα τα χρόνια, το απεχθανόμουν. Αργότερα απογοητεύτηκα και από την Αριστερά, που ενώ παρουσιαζόταν ως προοδευτική, πολλές φορές λειτουργούσε με τον ίδιο συντηρητισμό και ζητούσε στράτευση. Εγώ ποτέ δεν στρατεύτηκα. Δεν ανήκα σε κόμμα· πίστευα και πιστεύω στη δημοκρατία και στην ανάγκη να την προασπίζουμε. Δεν υπάρχει κάτι καλύτερο, ακόμα και με τις ατέλειές της, είναι το μόνο που έχουμε.

Στη γενιά μου ανήκαν και πολλοί ζωγράφοι, που ήταν στενοί φίλοι: ο Χρόνης Μπότσογλου, ο Παύλος Σάμιος, ο Μαρτίνος Γαβαθάς, ο Διονύσης Παπαδόπουλος, που έφυγε νωρίς. Στη σχολή ήταν και ο Στέφανος Δασκαλάκης, που ήταν όμως νεότερος. Με τον Μπότσογλου συνδεθήκαμε ιδιαίτερα, Θεσσαλονικιός κι αυτός. Πριν μπω στην Καλών Τεχνών, είχα ήδη υπηρετήσει τη θητεία μου. Ένας κοινός φίλος από τη Θεσσαλονίκη, ο ζωγράφος Νίκος Παραλής, όσο ήμουν στον στρατό μου πρότεινε να πάω φροντιστήριο στον Σαραφιανό και παράλληλα να δείχνω κάθε εβδομάδα τη δουλειά μου στον Μπότσογλου. Πήγαινα λοιπόν τακτικά στο σπίτι του, στην πλατεία Αμερικής, και του έδεινα ό,τι είχα κάνει. Με βοήθησε πολύ. Αρκετά χρόνια αργότερα ο γιος μου βρέθηκε να σπουδάζει στο εργαστήριό του. Κύκλους κάνει η ζωή.

Ένας ζωγράφος παρατηρεί το φως

Μετά τη σχολή εγκαταστάθηκα στον Μόλυβο, στη Λέσβο. Ήταν ένας τόπος που με είχε μαγέψει ήδη από τα χρόνια των σπουδών. Η Σχολή Καλών Τεχνών είχε εκεί ένα Παράρτημα, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, μέχρι και σήμερα. Πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι για ενάμιση μήνα με τον Γραμματόπουλο. Ζούσαμε εκεί και δουλεύαμε: ζωγραφίζαμε καθημερινά, κάναμε ασκήσεις, και ύστερα επιστρέφαμε στην Αθήνα για να συνεχίσουμε τα έργα. Όλα αυτά, βέβαια, συνοδεύονταν από θάλασσα, σαρδέλες, παρέες. Ήταν μια όμορφη ζωή.

Όταν πήγα στον Μόλυβο πρώτη φορά, θυμάμαι, έμεινα έκθαμβος. Ήταν ο τόπος που αισθανόμουν ότι μου ταίριαζε. Έχει κάτι από τη Μικρασία — από την Εφταλού βλέπεις με γυμνό μάτι το ακρωτήρι Μπαμπά της Τουρκίας. Για μένα αυτό είχε και προσωπικό νόημα. Ήθελα πάντα να πάω στην Τουρκία γιατί η μητέρα μου ήταν Μικρασιάτισσα, μεγάλωσα ακούγοντας τις ιστορίες της γιαγιάς μου. Το μέρος αυτό συνδύαζε την Ανατολή με τη Δύση, την οποία επίσης αγαπούσα πολύ λόγω του πατέρα μου, που ήταν από τα Επτάνησα. Κι εγώ ζούσα στη Θεσσαλονίκη, στη μέση αυτής της διαδρομής.

Η Θεσσαλονίκη έχει ένα μουντό φως — γαλακτώδες, πηκτό, γεμάτο υγρασία. Θα το έλεγα σχεδόν αντιζωγραφικό. Ίσως όμως να με επηρέασε. Στα έργα μου συχνά προσπαθώ να βγάλω φως μέσα από το σκοτάδι· μπορεί να είναι μια μνήμη εκείνων των χρόνων. Θυμάμαι ακόμη το σπίτι όπου ζούσαμε. Στην είσοδο υπήρχαν μικρά χρωματιστά τζάμια. Το φως περνούσε μέσα από αυτά και έμπαινε χρωματισμένο. Το έβλεπα καθημερινά. Το μεσημέρι, όταν ο ήλιος ήταν ψηλά, οι ακτίνες έφταναν μέχρι τα πλακάκια του δαπέδου, διαθλασμένες από το χρώμα. Εικόνες που, χωρίς να το καταλάβεις, μπαίνουν στη ζωγραφική σου.

Στο Μόλυβο, πάλι, το φως είχε ένα χρυσαφένιο βάρος. Όταν έπεφτε ο ήλιος γινόταν ένα διάφανο πορτοκάλι. Τα πάντα έπαιρναν πορτοκαλοκόκκινες αποχρώσεις. Δεν είχε καμία σχέση με το αττικό φως, που είναι γλυκό, απαλό και παιχνιδιάρικο. Εκεί το φως ήταν στιβαρό, όπως και οι σκιές — πηκτές.

Ένας ζωγράφος παρατηρεί το φως. Η ζωγραφική είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά, στο σκοτάδι και τη λάμψη. Κάπως σαν τη ζωή: το καλό και το κακό συνυπάρχουν.

Ζωγραφίζοντας εικόνες

Στη δική μου περίπτωση, η αναζήτηση της ελληνικής παράδοσης πέρασε μέσα από την αγιογραφία. Για αρκετά χρόνια έκανα εικόνες, αρχικά για βιοποριστικούς λόγους, αλλά στην πορεία την αγάπησα πραγματικά και επηρέασε βαθιά τη ζωγραφική μου. Η αγάπη για τη λεπτομέρεια, το σκούρο φόντο από το οποίο αναδύεται το φως, ακόμη και ο προπλασμός —το πρώτο στρώμα χρώματος πάνω στο οποίο χτίζεται η εικόνα— είναι στοιχεία που έμειναν μέσα μου από εκείνη τη θητεία. Έτσι λειτουργεί: ό,τι έχεις ζήσει, με κάποιον τρόπο επιστρέφει.

Ποιος αγόραζε τις εικόνες; Είχα γνωρίσει έναν ηγούμενο από τη Μονή Λειμώνος, ο οποίος μου ανέθετε αγιογραφίες για τις εκκλησίες που έκτιζε. Ήθελε να αναβιώσει την παράδοση. Έστελνα τα σχέδια στην Αθήνα, συνεργαζόμουν με έναν ξυλογλύπτη για τα τέμπλα και μέσα τοποθετούσαμε τις εικόνες, είχα βρει και μια τεχνική παλαίωσης.

Παράλληλα έφτιαχνα και ταμπέλες για τα μαγαζιά του χωριού. Ο Μόλυβος ήταν παραδοσιακός οικισμός και οι μαγαζάτορες μου ζητούσαν πινακίδες για εστιατόρια, κουρεία, καφενεία, φούρνους και άλλα καταστήματα. Έβαζα πάντα μέσα τους ένα μικρό ζωγραφικό θέμα δικό μου, κι είχα έναν ιδιαίτερο γραφικό χαρακτήρα. Αρκετές από εκείνες τις ταμπέλες υπάρχουν ακόμη.

Σταμάτησα να κάνω αγιογραφίες γιατί με περιόριζαν στη ζωγραφική μου και ήθελα να αφοσιωθώ αποκλειστικά σε αυτήν. Όμως η ζωγραφική μου νομίζω ότι έχει πάρει πολλά στοιχεία από την αγιογραφία, αθέλητα — όπως και ό,τι κάνεις στη ζωή. Η πρώτη μου έκθεση έγινε στην Πινακοθήκη του Μολύβου, με τέμπερες και αυγοτέμπερες, εσωτερικά και τοπία. Η πρώτη μεγάλη ατομική ήρθε το 1980, στη Θεσσαλονίκη, στην εμβληματική για την εποχή της γκαλερί Κοχλίας του Κώστα Λαχά. Είχε μεγάλη επιτυχία και αποτέλεσε το διαβατήριό μου για την Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκα και άρχισα πλέον να ζω από τη ζωγραφική.

Από τον Βερμέερ στον Έντουαρντ Χόπερ

Στη δουλειά μου δεν υπήρξαν μεγάλες ρήξεις. Η μία περίοδος συνέχιζε την άλλη. Άλλαξα υλικά, δούλεψα σε μεγαλύτερες επιφάνειες, απλοποίησα τα πράγματα. Το λαϊκό στοιχείο της αρχής υποχώρησε και η ζωγραφική έγινε πιο αστική, πιο ευρωπαϊκή.

Οι επιρροές μου; Αγαπούσα πολύ τον Βερμέερ και το φως του, εκείνο το φως που μπαίνει από ένα παράθυρο σε έναν εσωτερικό χώρο. Αργότερα ανακάλυψα και τον Χόπερ, όταν ένας Αμερικανός μου είπε πως του τον θυμίζω. Μου έστειλε μια κάρτα από την Αμερική με ένα έργο του και είδα κι εγώ μια συγγένεια. Μετά, βέβαια, τον μελέτησα. Και οι δύο αυτοί ζωγράφοι έχουν μια εμμονή με το φως, διαφορετικής φύσης ο καθένας. Ο Βερμέερ με το αυστηρό, βόρειο φως των εσωτερικών χώρων. Ο Χόπερ με ένα πιο αστικό φως, σε σύγχρονους χώρους: ένα μπαρ, δύο άνθρωποι σε ένα τραπέζι, νυχτερινές πόλεις μισοφωτισμένες. Και εκεί υπάρχει πάντα μια αίσθηση μοναξιάς.

Στα έργα μου οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται συχνά· όταν όμως υπάρχουν, στέκονται σχεδόν ακίνητοι, όπως τα αντικείμενα. Δεν με ενδιέφερε η ηθογραφία.

Ζωγράφισα και καφενεία. Μου άρεσε να βλέπω τους ανθρώπους που έπαιζαν χαρτιά ή να γυρίζουν από τη δουλειά και να κάθονται σιωπηλοί να πιουν ένα ούζο. Τα καφενεία ήταν κάποτε τρόπος ζωής, ένα δεύτερο σπίτι. Αυτό πια δεν υπάρχει. Τότε ήταν ο πολιτισμός της κάθε τόπου. Στη Μυτιλήνη, για παράδειγμα, υπήρχε το Πανελλήνιο, υπέροχο, έμπαινες από τη μία πόρτα και έβγαινες στον άλλο δρόμο. Ή το Νέον στην Ομόνοια, που το ζωγράφισε και ο Τσαρούχης, εκεί όπου οι ταξιδιώτες περίμεναν το πρωινό τρένο.

Αργότερα άρχισα να κάνω περισσότερες νεκρές φύσεις: στεφάνια, κούκλες, παιχνίδια, τάματα και αναθήματα —εκείνα που κρεμούν οι άνθρωποι στις εικόνες για να γίνει καλά ένας δικός τους άνθρωπος ή να επιστρέψει ένας ξενιτεμένος—, δαντέλες, είδη ραπτικής, μικρά ξεχασμένα αντικείμενα από το σπίτι, από τη μητέρα μου ή από παλιατζίδικα. Πράγματα που υπήρχαν στα σεντούκια κι εγώ τα έφερνα στο φως. Κοιτούσα τα δικά μας πράγματα με ζωγραφικό βλέμμα.

Η ψυχή των πραγμάτων

Με απασχολούσε πάντα και ο διάλογος του μέσα με το έξω. Νιώθω πιο ασφαλής στον εσωτερικό χώρο, να παρατηρώ από μέσα αυτό που υπάρχει έξω, παρά να βγαίνω ο ίδιος έξω. Έξω υπάρχουν ζουζούνια, περίεργοι άνθρωποι που με ενοχλούν… Έγινε μια συνήθεια να ανακαλύπτω τον κόσμο από ένα παράθυρο ή από μια μισάνοιχτη πόρτα, να βλέπω αυτό που φαίνεται ή αυτό που φαντάζομαι.

Ναι, μου το λένε αυτό, ότι στα έργα μου υπάρχει συχνά μια ησυχία, αλλά ταυτόχρονα μια ένταση. Μια ανήσυχη ησυχία. Ότι είναι όλα πολύ τακτοποιημένα, αλλά κάτι υποβόσκει, σαν να πρόκειται να συμβεί κάτι που δε βλέπουμε.

Δεν το επιδιώκω, βγαίνει από μόνο του. Αλλιώς θα ήταν μια αναπαράσταση, θα ήταν βαρετό. Προσπαθώ καταρχάς να βγάλω την ψυχή των πραγμάτων, δε με ενδιαφέρει να κάνω ένα μήλο για φωτογραφική αποτύπωση. Με ενδιαφέρει να δω τι κρύβεται από κάτω. Θέλω να δω πώς αντέχει ένα μήλο στο φως, σε διαφορετικές στιγμές της μέρας. Βέβαια για να έχουμε σταθερό φως πολλές φορές ανατρέχουμε στο ηλεκτρικό, αλλά ακόμα κι έτσι κάνουμε μια σκηνοθεσία.

Πώς μπορούμε να διακρίνουμε μια ζωγραφική ειλικρινή; Δεν αρκεί ο ζωγράφος να είναι τεχνικά καλός. Πρέπει να έχει οξυμένη όραση και έναν δικό του κόσμο. Όταν δεν έχεις δικό σου κόσμο, η ζωγραφική σου είναι κενή αναπαράσταση, καλοφτιαγμένη μεν αλλά χωρίς ψυχή, ακαδημαϊκή. Εμένα μου αρέσει να κοιτάς τον κόσμο με τα μάτια του παιδιού και του ερασιτέχνη. Αν χαθεί αυτό, φτωχαίνει η τέχνη. Πώς αποκτάται αυτό; Δεν ξέρω. Χρειάζεται να ζεις καλλιτεχνικά. Αυτό σημαίνει να αποφεύγεις τα επουσιώδη, να κρατάς πάντα το ουσιώδες στη ζωή. Βεβαίως θα γνωρίσεις και και κοινότυπους ανθρώπους, θα κάνεις και κοινότυπα πράγματα, είναι μέρος της ζωής μας και αυτό. Αλλά και ο κοινός άνθρωπος μπορεί να έχει κάτι να σου πει. Στη Μυτιλήνη γνώρισα ψαράδες σοφούς ανθρώπους, ήταν ίσως οι μεγαλύτεροι δάσκαλοί μου. Με απλά λόγια μπορούσαν να σου ορίσουν τον κόσμο.

Ο Γιάννης Τσαρούχης, ή αλλιώς «να ζεις καλλιτεχνικά»

Άλλους δασκάλους; Αγαπώ πάρα πολύ τον Τσαρούχη. Ήταν σαν αρχαίος προσωκρατικός φιλόσοφος, σαν αρχαίος Έλληνας· ένας κοσμικός ασκητής, θα έλεγα, που αγαπούσε τα εγκόσμια αλλά δεν ζούσε γι’ αυτά. Είχε μια θυμοσοφία. Αντιμετώπιζε τον εαυτό του με χιούμορ, δεν τον έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά. Έκανε σοβαρά πράγματα αυτοσαρκαζόμενος — και αυτό είναι μεγάλο προσόν. Αγαπούσε τη ζωγραφική, ζούσε γι’ αυτήν, αλλά δεν πίστευε ποτέ ότι ήταν ο μέγιστος ζωγράφος. Είχε αμφιβολίες μέχρι το τέλος.

Θυμάμαι μια φορά που είχε έρθει καλεσμένος στη Σχολή, στο εργαστήριο του Μαυροείδη. Είχαμε πάει τότε από όλα τα εργαστήρια να τον ακούσουμε. Ήταν η εποχή που ζούσε ήδη στο Παρίσι. Έμοιαζε σαν ένας σύγχρονος κλοσάρ, αλλά ντυμένος με ρούχα μεγάλης αισθητικής — αμπέχονο του αμερικανικού ναυτικού, κασκέτο, γενειάδα. Τον ρωτήσαμε: «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνουμε για να ζωγραφίζουμε και να μπορούμε να ζούμε από αυτό;» Και μας είπε: «Εγώ έχω κάνει πάρα πολλά περιττά πράγματα στη ζωή μου — ήμουν με την Κάλλας, πήγαινα σε κότερα — και τα έχω μετανιώσει. Τώρα θέλω μόνο να ζωγραφίζω. Τίποτε άλλο. Να πάτε σ’ ένα αγρόκτημα, να καλλιεργείτε πατάτες, να τρώτε τσουκνίδες και να ζωγραφίζετε».

Τότε δεν μας άρεσε καθόλου αυτό που μας είπε. Όμως είχε δίκιο. Προέχει αυτό που έλεγα πριν: να ζεις καλλιτεχνικά. Ο προορισμός του ζωγράφου είναι να ζωγραφίζει — κι αυτή είναι η μεγάλη του χαρά. Δεν το κάνεις για τον βιοπορισμό, το λέω ειλικρινά. Βεβαίως θέλεις να πουληθούν τα έργα σου, αλλά όταν ζωγραφίζεις δεν σκέφτεσαι ποτέ αυτό. Δεν σε απασχολεί ποιος θα το πάρει και πότε. Σε ενδιαφέρει να ξεφορτώσεις αυτό που έχεις μέσα σου πάνω σ’ ένα τελάρο. Αυτή είναι η μεγάλη ικανοποίηση.

Μετά από αρκετά χρόνια, το 1986, συνεκθέσαμε με τον Τσαρούχη στην γκαλερί Άνεμος, στην Κηφισιά. Ήμασταν τρεις ζωγράφοι: ο Τσαρούχης, ο Παλαιολόγος κι εγώ. Όταν του το προτείναμε, θυμάμαι, μας είπε με τον γνωστό του τρόπο: «Πολύ ωραία — στην αφίσα να γράψουμε: τρεις νέοι Έλληνες ζωγράφοι». Ήταν 75 χρονών. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε. Αισθάνομαι ότι με επηρέασε πολύ. Ιδίως στις νεκρές φύσεις του, όπου έβλεπε ταπεινά λουλούδια και τα έκανε αριστουργήματα. Μπορούσε να βάλει ένα τενεκεδάκι για ανθοδοχείο ή μια οβίδα σκαλισμένη σε βάζο, όπως γινόταν συχνά μετά τον πόλεμο, συνυπήρχουν η ειρήνη με τον πόλεμο, η τέχνη με το χάος.

Η ζωγραφική είναι συνέχεια της ζωής

Κάποτε ζωγράφιζα σκίτσα με μολύβι δια ζώσης. Καθόμουν με τις ώρες και μετά πήγαινα στο εργαστήριο και τα επεξεργαζόμουν. Έβγαζα όμως και φωτογραφίες· το ένα βοηθούσε το άλλο. Μετά έβαζα χρώμα και τα μεγάλωνα. Πολλές φορές κι από παρατήρηση, όχι όμως ανθρώπους.

Τώρα αρχίζω πάλι να βγαίνω προς τα έξω. Τα τελευταία χρόνια έχουμε ένα σπίτι στην Κάρυστο, που έχει γίνει σχεδόν ημιμόνιμη κατοικία. Εκεί άρχισα να βλέπω το φως αλλιώς. Το φως της Καρύστου είναι πιο κοντά στο αττικό φως — χρυσαφί, ανοιχτό, θαλασσινό.

Άρχισα να παρατηρώ περισσότερο τους ανθρώπους: τις βάρκες, τους ψαράδες, τους περιπατητές στην παραλία, μανάδες με μωρά, γονείς που τραβούν τα παιδιά τους από το χέρι, ανθρώπους που πουλούν μέλι το καλοκαίρι. Ζωγραφίζω λουόμενους στην παραλία — κάτι που δεν έκανα ποτέ παλιότερα. Τους παρατηρώ, γυρίζω σπίτι και τους ζωγραφίζω. Προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί η κοινωνία εκεί. Παρότι είμαι πολλά χρόνια στην Κάρυστο, για καιρό παρατηρούσα περισσότερο τον εσωτερικό μου κόσμο. Ήμουν στραμμένος μέσα. Μεγαλώνοντας θέλω να παρατηρώ περισσότερο και τους άλλους: πώς συμπεριφέρονται στον δρόμο, στα καφενεία, μεταξύ τους.

Είχα πάντα στο νου μου τη ζωγραφική, αλλά αγαπούσα και τον κόσμο: τις γυναίκες, το καλό φαγητό, τα ωραία θεάματα. Αγαπώ πολύ και τη Γαλλία — σχεδόν σαν δεύτερη πατρίδα μου, αφού η πρώτη μου γυναίκα ήταν Γαλλίδα και έχω ζήσει εκεί. Τα μουσεία της Γαλλίας μου άνοιξαν έναν ορίζοντα έξω από τον μικρόκοσμο της Ελλάδας. Νομίζω πως όλοι οι ζωγράφοι πρέπει να το κάνουν αυτό: να βλέπουν τι έκαναν οι πρόγονοί τους. Πρέπει να τα ξέρεις αυτά· αλλιώς δεν προχωράς. Το στιλ έρχεται μόνο του. Αφαιρείς, προσθέτεις, σβήνεις, σκίζεις — και αν έχεις κάτι δικό σου, στο τέλος θα φανεί. Δεν είναι κάτι που το κυνηγάς.

Η καλή ζωγραφική είναι μία, όπως κι αν εκφράζεται — παραστατικά ή αφηρημένα. Δεν έχει σημασία η σχολή. Η ζωγραφική είναι συνέχεια της ζωής. Αν αποκοπεί από τη ζωή, γίνεται στείρα και στεγνή. Πρέπει να ζήσεις αυτά που έχεις να ζήσεις, ώστε οι εμπειρίες να περάσουν στα έργα με έναν μυστικό τρόπο, όχι περιγραφικά. Ενσταλάζονται σιγά-σιγά, σαν σταγόνες, και σε κάνουν πιο πλήρη άνθρωπο. Μεγαλώνει η ανεκτικότητά σου, η αποδοχή σου για πράγματα που δεν είσαι εσύ αλλά μαθαίνεις να τα καταλαβαίνεις. Κι αυτό γίνεται μόνο του, μέσα από τα χρόνια.

Απωθημένα δεν νομίζω πως έχω. Ίσως μόνο ότι θα ήθελα να είχα ζωγραφίσει περισσότερα έργα. Θα ήθελα λίγα χρόνια ακόμη για να κάνω μερικά ακόμα. Κατά τα άλλα, μια χαρά είμαι.

Αναδρομική έκθεση
Άγγελος Ραζής

Από τις 20 έως τις 31 Μαρτίου στον καινούργιο δημοτικό πολυχώρο «ΟΤ216» | Παλαιολόγου και Ελ. Βενιζέλου, Ηράκλειο Αττικής.
Ο Άγγελος Ραζής εκθέτει επιλεγμένα έργα της μακράς του καλλιτεχνικής πορείας, υπό την διεύθυνση παραγωγής και την επιμέλεια του ιστορικού τέχνης, Κωνσταντίνου Σπυρόπουλου.
Η έκθεση είναι ανοικτή με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

  • Δευτέρα με Παρασκευή 10.00 με 12.00 το πρωί και 18.00 με 21.00 το απόγευμα.
  • Σάββατο 17.00 με 21.00 το απόγευμα.
  • Κυριακή 10.00 με 13.00 το πρωί.
  • Τα επίσημα εγκαίνια της Έκθεσης θα γίνουν την Παρασκευή 20 Μαρτίου στις 18.30.

→ Ο Άγγελος Ραζής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943. Από το 1968 έως το 1973 σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τους Νίκο Νικολάου και Κώστα Γραμματόπουλο. Την περίοδο του 1973 μέχρι και το 1980 έζησε στη Μήθυμνα της Λέσβου όπου ασχολήθηκε με την αγιογραφία και έπειτα στη μεσαιωνική πόλη Troyes της Γαλλίας όπου μελέτησε τη δυτική τέχνη. Με αφορμή τις εκθέσεις του ταξίδεψε στη Γερμανία, στην Κύπρο, στο Βέλγιο, στη Γαλλία και σε άλλες χώρες του κόσμου. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα Your Premium trial has endedκαι στο εξωτερικό.