Εικαστικα

BZKS: Ο street artist από τον Βορρά που αγαπά να ρίχνει ροζ μέσα στο γκρίζο

Τα έργα του σε εγκαταλειμμένα εργοστάσια ή πρώην στρατόπεδα δίνουν μια ανάσα ζωής στο περιβάλλον

Στέφανος Τσιτσόπουλος
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

BZKS: Συνέντευξη με έναν street artist που τα πρότζεκτ του συζητιούνται στη Θεσσαλονίκη.

Συναντηθήκαμε μια νύχτα στο Στέρεο, στην πιάτσα Καραβάν Σαράι. Προτιμήσαμε να τα πούμε στα τραπεζάκια έξω, μια λαμαρίνα τα χωρίζει από τα έργα του μετρό, στάση Βενιζέλου. Βράδυ Παρασκευής και στα λαγούμια κάτω μας τα τρυπάνια δουλεύουν ακόμα. Ο BZKS προτίμησε μπίρα, εγώ διπλό εσπρέσο και η γνωριμία μου με έναν από τους πιο ενδιαφέροντες street καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης εξελίχθηκε σε μια όμορφη και ουσιαστική κουβέντα. Για την μητρόπολη αλλά και την επαρχία, τους τοίχους, τα κλαμπ, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τη σημασία του να είναι κανείς αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει, αρκεί να διαθέτει στα μπακ απ του ισχυρές δόσεις ταλέντου, ενσυναίσθησης, γνώσης και ολίγη από ρομαντισμό. Και φυσικά μιλήσαμε για το περίφημο πρότζεκτ του με τίτλο «Η ζώνη των φίλων» για το οποίο τον συζητά η αρτίστικη σκηνή της πόλης. 

© Απόστολος Γκρίνιας

Εσύ και όλα όσα πρέπει να ξέρω, προκειμένου να συντονιστώ καλύτερα με τη φάση σου. Όπως φυσικά και γιατί BZKS…
Γεννήθηκα στη Βροντού Πιερίας το 1986 από γονείς αγρότες, καπνοπαραγωγούς. Ο πατέρας μου παράλληλα με τα χωράφια διατηρούσε και καφενείο μέσα στο οποίο περνούσα τις περισσότερες ώρες της ημέρας μου. Για τα δεδομένα της εποχής και της περιοχής όπως τα βλέπω τώρα, κάπως αποστασιοποιημένα, ήμουν λίγο διαφορετικός από τον μέσο όρο των συνομηλίκων μου, κυρίως όσον αφορά τα μουσικά ακούσματα. Το «30 χρόνια επιτυχίες» των Ημισκουμπρίων ήταν το πρώτο χιπ χοπ άκουσμα που είχα όντας δέκα ετών, ενώ στη συνέχεια έπεσε στα χέρια μου ένα cd του περιοδικού «ΠΟΠ ΚΟΡΝ» με Ημίζ, T.X.C και Goin’ Through. Αυτό ήταν, «κλείδωσα». Από το λίγο ίντερνετ που υπήρχε τότε, ένιωσα τη σύνδεση ραπ και γκραφίτι και άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως αυτά τα σχέδια που με εντυπωσίαζαν στους τοίχους της Κατερίνης είχαν άμεση σχέση με τη μουσική που μου αρέσει.
Ψυχολογία σπούδασα μεγάλος, μπήκα στο τμήμα της Φιλοσοφικής του Α.Π.Θ. 26 ετών.Το διάβασμα μου άρεσε από πάντα κι η συγκεκριμένη επιστήμη με ενθουσιάζει. Δεν έγινα όμως ποτέ επαγγελματίας ψυχολόγος, παρόλο που πήρα το πτυχίο. Δεν είναι επάγγελμα που μπορεί να το κάνει ο καθένας, είναι πολύ ιδιαίτερο, εγώ δεν το έχω. Έμαθα πολλά πράγματα, έμαθα το πώς να ψάχνω να βρίσκω και να διαβάζω πράγματα που με ενδιαφέρουν και κυρίως γνώρισα πολύ αξιόλογους ανθρώπους, καθηγητές και συμφοιτητές.
Δε χρησιμοποιώ κάτι ιδιαίτερο σαν υπογραφή, είναι το επιθετό μου σε χωριάτικη εκδοχή. Στην ντοπιολαλιά του χωριού μου, όπως και σε πολλές άλλες της χώρας, τα φωνήεντα δεν είναι και πολύ σημαντικά. Έτσι το «Μπουζούκης» έγινε BZKS. Τόσο απλά. Υπoγραφή – ψευδώνυμο είχα μέχρι το 2013, που έκανα περισσότερο bombing. Στη συνέχεια, επειδή άρχισα να φτιάχνω έργα κατά παραγγελία, ένιωσα ότι πρέπει να το αλλάξω. Δεν το σκέφτηκα και πολύ, το επίθετό μου είναι «κάρτα» που λένε, οι περισσότεροι με φωνάζουν με αυτό και το κράτησα ως έχει.

Ποιος σου δίδαξε τα βασικά στην τέχνη, μέχρι να φορτώσεις αυτοπεποίθηση και να βγεις σόλο στον δρόμο;
Την εποχή που ανακάλυψα το χιπ χοπ, στην γκραφίτι σκηνή της Κατερίνης μεσουρανούσε ο Merlin. Έβλεπα συνεχώς κομμάτια του παντού, νόμιμα και μη, σε σχολεία, στον δρόμο, οπουδήποτε. Τότε ίντερνετ δεν πολυυπήρχε, περιοδικά για γκραφίτι στην περιοχή μου ούτε κατά διάνοια, οπότε θεωρούσα πως το επίπεδο αυτής της τέχνης είναι αυτό που έβλεπα στο περιβάλλον μου. Όταν έγινα 17 λοιπόν, κατέβηκα στην Αθήνα για πρώτη φορά και τότε, αφού είδα πού βρίσκεται το επίπεδο των writers στην πρωτεύουσα, κατάλαβα ότι «ο δικός μας πάνω» (Merlin) είναι πάρα πολύ καλύτερος από τον μέσο όρο. Από αυτόν «αντέγραψα» στιλ εκείνη την εποχή. Με τα χρόνια γνωριστήκαμε, γίναμε φίλοι και βάφουμε πολλές φορές παρέα πλέον. Μου έδειξε πολλά πράγματα τεχνικά και σε πολλά ζητάω τη γνώμη του ακόμα. Ο Βασίλης μου έδειξε τα βασικά και στην τεχνική του στένσιλ, με το οποίο ασχολήθηκα και ασχολούμαι πολύ την τελευταία δεκαετία προσπαθώντας να την εξελίξω στο έπακρο. Ο «οφίσιαλ» και τωρινός μου δάσκαλος είναι ο ζωγράφος Γιώργος Κόφτης, στο εργαστήριο του οποίου κάνω μαθήματα. Ο Γιώργος πέρα από εκπληκτικός ζωγράφος είναι και παλιός writer, οπότε μπορούμε και συνεννοούμαστε άψογα. 

© Απόστολος Γκρίνιας

Τι προτιμάς: καλλιτέχνης του δρόμου, conceptual εσωτερικός και εξωτερικός βαφέας της πόλης με λόγο και αιτία, ή μήπως ένα σκέτο street fightin’ man με εξειδίκευση τις προσωπογραφίες πάνω στα μπετά; Επίσης, αν δεν προτιμάς τίποτα από τα παραπάνω, πες μου πώς αυτοπροσδιορίζεσαι, πάντα φυσικά σε σχέση με το «έργο» που παράγεις.
Ανάλογα με τις περιόδους και τις περιστάσεις. Έχω περάσει από όλα τα στάδια πάνω κάτω. Νιώθω ότι σε αυτή την πορεία υπάρχουν δύο συνθήκες παράλληλες. Η μία είναι το να κάνω έργα που θέλω εγώ, πράγματα που με εκφράζουν με τον τρόπο που θέλω και στο μέρος που θέλω. Η άλλη είναι να κάνω πράγματα κατά παραγγελία από ανθρώπους που πληρώνουν γι’ αυτό. Πολλές φορές η δεύτερη συνθήκη δεν είναι και πολύ γοητευτική είναι η αλήθεια και προσπαθώ κάπως να την εξισορροπήσω με την πρώτη. Αυτό που έχω σταματήσει να κάνω, είναι οτιδήποτε illegal. Θέλω τον χρόνο μου για να σκέφτομαι τι κάνω και το συνειρμικό δε με ενθουσιάζει. Σε καμιά περίπτωση δεν αντιπαθώ κάποια προσέγγιση στη street art και το graffiti. Μου αρέσουν και τα γουστάρω όλα, τα bombs, τα styles, το antistyle, ακόμα και τις υπογραφές. Όσο άτεχνα και να είναι αυτά! Εξάλλου οι καλύτεροι μουσικοί στον κόσμο έχουν κάνει σίγουρα πολλά περισσότερα φάλτσα από τους μέτριους. Έτσι δεν είναι; 

© Απόστολος Γκρίνιας

Η εμμονή σου με το γκρίζο και το ροζ, όπως και η ιστορία και το μήνυμα πίσω από αυτήν την τόσο συγκινητική αφήγηση που κρύβουν οι προσωπογραφίες που κάνεις με τους φίλους σου…
Το ροζ μαζί με το μοβ είναι τα αγαπημένα μου χρώματα. Τα τελευταία χρόνια το ροζ λίγο περισσότερο. Θεωρώ το ροζ – γκρίζο τον πιο ταιριαστό συνδυασμό στα μέρη που βάφω συνήθως. Πρόκειται για εγκαταλειμμένα εργοστάσια και πρώην στρατόπεδα όπου συνυπάρχει μια urban / industrial αισθητική μαζί με την ομορφιά της φύσης που «φυτρώνει μέσα στο σκασμένο τσιμέντο». Σε αυτό λοιπόν το φόντο τα μεγάλα σε αποχρώσεις του γκρι πρόσωπα σε συνδυασμό με τα ροζ στοιχεία που τα συνοδεύουν δίνουν μια ανάσα ζωής στο περιβάλλον, είναι σαν κάτι να ζει εκεί όντως!
Όσον αφορά το «Friend Zone Project», όπως χαριτολογώντας το ονόμασα, ξεκίνησε τον Νοέμβριο του ’22 χωρίς πλάνο και προοπτική. Δεν είχα σκοπό δηλαδή να κάνω παραπάνω από ένα πορτρέτα. Πολλές φορές ψάχνουμε ιδέες για δημιουργία και δε βρίσκουμε, ενώ οι ιδέες αυτές είναι ακριβώς μπροστά μας. Ο πρώτος φίλος μου που μπήκε σε αυτό το «καλλιτεχνικό σύμπαν» είναι η φίλη μου η Γρηγορία. Είχα να τη δω καιρό, μιλούσαμε λίγο τελευταία και μου είχε λείψει. Έχει τεράστια εκφραστικά τιρκουάζ μάτια και πανέμορφο πλατύ χαμόγελο. Μόλις είδε τη φωτογραφία από τον τοίχο, με πήρε τηλέφωνο και έκλαιγε από τη χαρά της. Δεν περίμενα ότι μια ζωγραφιά μου θα φέρει τόση χαρά σε έναν άνθρωπο. 
Τα βασικά στοιχεία - κίνητρα αυτής της φάσης είναι ο αιφνιδιασμός του «προς πορτρετοποίηση», η χαρά και η αγάπη που νιώθω όταν το κάνω, η χαρά που λαμβάνει όταν το βλέπει, ο όλος χαβαλές που λαμβάνει χώρα στα social και η εξάσκησή μου στις μεγάλες επιφάνειες. 
Επίσης επειδή έχω κάνει -τιμής ένεκεν- πορτρέτα ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή, νιώθω πλέον την ανάγκη να τιμήσω ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή, να τους δείξω την αγάπη μου, τον σεβασμό και τον θαυμασμό μου. Δεν είναι όλοι φίλοι μου με τη στενή έννοια, είναι άνθρωποι του κύκλου μου, τους πολύ πολύ φίλους μου δεν τους έχω κάνει (ακόμη) καθώς αυτοί το περιμένουν και έτσι θα χαθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού! Μέχρι στιγμής έχω φτιάξει 15 πορτρέτα φίλων μου. Το πρότζεκτ αυτό βέβαια μοιάζει λίγο με ρεφρέν των Πυξ Λαξ και με μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα, δεν τελειώνει ποτέ και συνεχώς η λίστα μεγαλώνει. Έτσι αποφάσισα να το λήξω θέτοντας χρονολογικό όριο την 31/12/23.

Σε παρακολουθώ να παίζεις ζωντανά και συνεχώς με σχήματα παντού στην πόλη…
Ασχολούμαι αρκετά χρόνια με τη μουσική, έχω κάνει σπουδές κλασικής κιθάρας, κλασικού σαξοφώνου και από θεωρητικά αρμονία και ενοργάνωση πνευστών. Στα όργανα δεν έχω κάποιον τίτλο, τα παράτησα πριν τα πτυχία. Βέβαια πρακτικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με αυτές τις σπουδές, καθώς παίζω σε μουσικά σχήματα που δεν έχουν ούτε κλασική κιθάρα ούτε κλασικό σαξόφωνο. Πριν αυτή τη μαύρη περίοδο του covid-19, έπαιζα παράλληλα σε τέσσερα μουσικά σχήματα και διάφορα είδη, blues, funk, ελληνικό ροκ κ.α. Ίσως ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Σήμερα παίζω σε δύο σχήματα, στους «Deep Gia Deep» και στους «Βούκινο». Οι Deep Gia Deep ξεκίνησαν πριν δεκαπέντε χρόνια ως comedy band. Πλέον αυτοχαρακτηριζόμαστε ως «live party band» και ζούμε το κάθε λάιβ μας διονυσιακά. Οι Βούκινο έχουν τέσσερα χρόνια ζωής και το ρεπερτόριό μας κυμαίνεται σε ρεμπέτικα, λαϊκά και παραδοσιακά τραγούδια. Η αλήθεια είναι πως παλιότερα απέφευγα τέτοιου είδους μουσικές, αλλά η συμμετοχή μου σε αυτό το σχήμα μου έδειξε πως η τρυφερότητα και η αγάπη υπάρχει σε όλα τα πράγματα που ο άνθρωπος με αγάπη έφτιαξε. Και δε γίνεται ένα τραγούδι που ακούμε ακόμη και σήμερα και γράφτηκε πριν εκατό χρόνια να έχει γραφτεί χωρίς αγάπη. Πέραν απ’ το εκτελεστικό του πράγματος, κατά καιρούς γράφω και τραγούδια χωρίς να είμαι κατ’ ανάγκη τραγουδοποιός. Έχω κυκλοφορήσει δύο τραγούδια επισήμως, υπάρχουν σε youtube, Spotify κλπ.

Τρία τραγούδια από Έλληνες και άλλα τρία από ξένους που, όταν τα ακούς, λες «αυτά για μένα γράφτηκαν, αυτά για μένα λένε»!
Από Έλληνες: Στίχοιμα – «Σιωπηλό», Διάφανα Κρίνα – «El Hombre Solo», Κόρε.Ύδρο. «Το Σπίτι».
Από ξένους: Nine Inch Nails – «Hurt», Neil Young «Heart of Gold», The Doors «The Crystal Ship».

Τρεις έλληνες στριτάδες που αγαπάς και σέβεσαι και τρεις ξένοι που τους θαυμάζεις.
Από Έλληνες τρελό ρισπέκτ σε Merlin, Apset και Ιno. Heliobray, Vhils και Tristan Eaton, από ξένους.

Το γκραφίτι με τον Άλκη Καμπανό. Δώσε μου συντεταγμένες και πες μου τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε να μπεις σε μια ιστορία που, από όπου και να την πιάσεις στη Θεσσαλονίκη, θα σε βγάλει ζημιωμένο με την τόση οπαδίλα που σαρώνει την πόλη.
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ζεις, λίγοι λόγοι για να πεθάνεις και κανένας απολύτως λόγος για να σκοτώσεις κάποιον» γράφει ο Τομ Ρόμπινς στις «Καουμπόισσες». Αυτή η θέση, την οποία συμμερίζομαι πλήρως, ήταν το βασικό κίνητρο ώστε να συμμετάσχω στο έργο. Στο εν λόγω mural με κάλεσε ο Θανάσης Ευαγγελόπουλος (Karma), ο οποίος είναι από τους παλιότερους writers στη χώρα, και το κάναμε παρέα. Σε αυτόν απευθύνθηκαν οι φίλοι του Άλκη αρχικά και στη συνέχεια μου έκανε την πρόταση. Εγώ ασχολήθηκα με την προσωπογραφία. Προσωπικά, με τα οπαδικά δεν ασχολούμαι καθόλου. Δε με ενδιαφέρει καθόλου ο χώρος και θλίβομαι πολύ με τον φανατισμό. Δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε σε δολοφονίες ανθρώπων, κι όμως έγινε.
Στη συγκεκριμένη τοιχογραφία συμμετείχα έχοντας στον νου μου το μήνυμα που περνάμε στις επόμενες γενιές: «όχι στη βία, όχι στον φανατισμό». Δεν σκέφτηκα κάτι άλλο, αν βγω ζημιωμένος ή όχι. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα να πάρει τόση δημοσιότητα η δράση αυτή, μιλήσαμε σε πολλούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, σε εφημερίδες, sites κλπ.. Έτυχε μάλιστα να με αναγνωρίσουν και έξω σε μπαρ κάποιες φορές και να μου μιλήσουν σαν να είμαι οπαδός του Άρη. Πολύ κακή προσέγγιση.

Διαβάσματα που σημάδεψαν και ταινίες ή άλλες εικόνες από τέχνες που σε διαμόρφωσαν.
Από διαβάσματα: Τα πάντα από Gabriel Garcia Marquez, Χρόνη Μίσσιο και Νίκο Καββαδία. Άθλιοι του Ουγκώ, Το μαγικό βουνό του Τόμας Μανν, Η φάρμα των ζώων και το 1984 του Όργουελ, Για ποιον χτυπάει η καμπάνα του Χέμινγουεϊ, Τα σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ, το χρονικό του χρόνου του Stephen Hawking και τα Αριστοτελικά έργα εν γένει.
Από ταινίες αυτή που με έκανε πολύ να σκεφτώ είναι το Ιnterstellar. Επίσης το Big Fish του Τιμ Μπάρτον είναι χαραγμένο στη μνήμη μου γιατί το είχα δει μαζί με τον πατέρα μου λίγες μέρες πριν αυτός πεθάνει. Επίσης με εντυπωσίασε το Ψυχώ του Χίτσκοκ σε μια ψυχοδυναμική ανάλυση που κάναμε στο πανεπιστήμιο. Γενικά με συνεπαίρνει η αισθητική του Τιμ Μπάρτον και του Στάνλεϋ Κιούμπρικ.

Μπορώ να μάθω, αν φυσικά μετράς, πόσα εξωτερικά έργα σου υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην πόλη και πόσα εσωτερικά; Εν είδει καλλιτεχνικού βιογραφικού δηλαδή…
Δεν είμαι σίγουρος για να είμαι ειλικρινής. Θα πω ότι σίγουρα είναι πάνω από 100 σε εξωτερικούς χώρους. Κάποια από αυτά βρίσκονται στο κέντρο, κάποια σε περιφερειακούς Δήμους, κάποια σε εγκαταλειμμένα κτίρια και αρκετά στο πρώην στρατόπεδο Καρατάσιου, όπου είναι και το βασικό μου «ατελιέ».
Από κει και πέρα με τα εσωτερικά επικρατεί ένα χάος, καθώς υπολογίζω ότι την τελευταία δεκαετία -πέρα από τους τοίχους- έχω κάνει (κατά παραγγελία) περίπου 350 με 400 πίνακες που μπορεί αυτή τη στιγμή να βρίσκονται οπουδήποτε.

Τι σε κάνει χαρούμενο και τι σε θλίβει στη Θεσσαλονίκη;
Επειδή έχω ζήσει και στην Αθήνα και στο χωριό πριν ζήσω στη Θεσσαλονίκη, θα πω ότι με κάνει χαρούμενο το γεγονός ότι βρίσκω παντού ανθρώπους που μπορώ να επικοινωνήσω τους οποίους είτε δεν έβρισκα στο χωριό είτε τους έχανα στην Αθήνα. Με κάνουν χαρούμενο οι μικρές αποστάσεις που μοιάζουν με χωριού και οι πολλές επιλογές που μοιάζουν με πόλης. Με θλίβει το οπαδιλίκι, η ψευτομαγκιά, το αντριλίκι, οι λαμαρίνες του μετρό, η υγρασία, οι συγκοινωνίες, η ναρκοκουλτούρα κι αυτοί που, όταν παίζω μουσική, ζητάνε Στράτο Διονυσίου.

Πόσο συχνά επιστρέφεις στη Βροντού; Και αλήθεια, έχεις χτυπήσει κάτι εκεί ή σκοπεύεις να κάνεις κάτι στη γενέθλια γη; 
Στη Βροντού πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορώ καθώς ζει η μητέρα μου εκεί. Στο χωριό δεν έχω κάνει κάτι ακόμα, παρά μόνο περιφερειακά του σπιτιού μου. Έχω στο πλάνο κάποια πρότζεκτ σε επιφάνειες που βρίσκονται έξω από το χωριό ,που σίγουρα θα ταιριάξουν στο φόντο του Ολύμπου. Επίσης το Δημοτικό σχολείο που ήμουν μαθητής είναι κάτι με το οποίο πρέπει σίγουρα να ασχοληθώ.