Εικαστικα

Η Βάρβαρα Λιακουνάκου αναζητά το φως μέσα στη νύχτα

«Αν δεν ήμουν ζωγράφος, θα ήθελα να είμαι αστροφυσικός. Θα ‘θελα πολύ να καταλάβω τους μηχανισμούς της ζωής, του θανάτου κι όλου του κόσμου γενικότερα. Με τρώει ένα μεγάλο "Γιατί;"».

Στέφανος Τσιτσόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Βαρβάρα Λιακουνάκου. Συνέντευξη με τη ζωγράφο της έκθεσης «Ένωση» που φιλοξενείται στη CITRONNE Gallery.

Μαύρες σιλουέτες σε πλήρη αντίθεση με το λευκό υπόβαθρό τους, δονούμενες μορφές πάνω σε πολύχρωμα φόντα, στίχοι του Τζελαλαντίν Ρουμί («Η Ένωση του Εραστή με τον Αγαπημένο δεν είναι παρά η Ένωση με τον Εαυτό»), μικρά μεγέθη αλλά και μεγάλα πορτρέτα. Και καθώς τα περιγράμματα χάνουν τη σαφήνειά τους, τα χρώματα εγκαταλείπουν την ένταση και το αντιφέγγισμα των ειδώλων αποκτά μια αίσθηση ιερού, η ζωγραφική της Βαρβάρας Λιακουνάκου ξεδιπλώνει μέσω των λαδοπαστέλ χειρονομιών της έναν βαθιά προσωπικό κόσμο. Αντικαθρεφτίσματα εαυτού ή απομονωμένα θραύσματα μιας εξωτερικής πραγματικότητας;

Στον τέταρτο όροφο του 19 της Πατριάρχου Ιωακείμ, στην γκαλερί Citronne, ανταμώνω με τη ζωγράφο και τις φιγούρες της. Κάποια από τα κορμιά των πινάκων της μου δίνουν την εντύπωση πως κολυμπούν μέσα στην ασφάλεια αμνιακών υγρών, μερικές μορφές είναι εμβρυακές, άλλες πάλι ενήλικες· αιωρούνται σαν φιγούρες κινούμενης γλυπτικής, σαν να παίζει ένα άηχο τανγκό και ένας αόρατος παρτενέρ να τις συμπαρασύρει. Χαμογελούν ή κλαίνε; Δύσκολο να αποφανθείς. Της ζήτω να ρίξει φως.

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Ένωση 2019. Λάδι σε καμβά, 150 x 120 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Στο βάθος των έργων σου, ή πίσω τους καλύτερα, βλέπω τον Μουνκ και τον Γκόγια. Όχι απαραίτητα με τόση υπερβολική δόση απελπισίας, αλλά σίγουρα με ένα σκοτάδι όπου εντός του μοιάζει να στέκονται και να κατοικούν οι υπάρξεις των πινάκων σου. Παρ' όλα αυτά, και ο τίτλος αλλά και τα παραθέματα της ερωτικής ποίησης του Τσελαλαντίν Ρουμί μαρτυρούν πως από κάπου, ανά πάσα στιγμή, έρχεται το φως. Κάποιες από τις μορφές σου χαμογελούν. Αγαπάς τους μεγάλους δασκάλους; Αν θες επέκτεινε την πλέιλιστ μου και μίλησε μου επίσης για το πού βρίσκεται το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως και πώς γίνεται η μετάβαση από το ένα πεδίο στο άλλο.
Το φως τη νύχτα το αναζητώ όπως οι αστρονόμοι τα αστέρια. Θεωρώ ότι πολλές έννοιες ορίζονται και με το αντίθετό τους. Για παραδειγμα, η ζωή χωρίς τον θάνατο θα είχε άλλο νόημα. Έτσι βλέπω το φως και το σκοτάδι. Δεν κάνω πέρασμα από το ένα στο άλλο. Προσπαθώ πάντα να συνυπάρχει το ένα μέσα στο άλλο. Αφορά τον τρόπο που βλέπω τη ζωή - χαρά και λύπη ταυτόχρονα. Αγαπώ πολλούς από τους μεγάλους δασκάλους της τέχνης. Τους θαυμάζω βαθύτατα! Βρίσκω στο έργο τους ότι η ποιότητα της κατασκευής με την προσωπική τους ματιά στον κόσμο εμπεριέχει, με συγκινησιακό τρόπο και χωρίς επεξηγήσεις, μια αόριστη παγκόσμια αλήθεια.

Έχω την εντύπωση πως η θεματολογία των έργων σου έρχεται όχι και τόσο από την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά από τον εσωτερικό ψυχισμό σου. Όπως επίσης και το ότι παραμένεις πιστή σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο «κατασκευής» με τη χρήση των λαδοπαστέλ. Πώς κατέληξες σε αυτό τον τρόπο έκφρασης και πόσο καιρό σου πήρε από το ξεκίνημα μέχρι να βρεις τον ιδανικό βηματισμό;
Η θεματολογία μου, πολύ γενικά, γυρνάει γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Αναγκαστικά προέρχεται από την εξωτερική πραγματικότητα. Αυτό όμως που μ’ ενδιαφέρει δεν είναι η αφήγηση ή ο συμβολισμός της θεματολογίας μου, αλλά η αίσθηση των βιωμάτων μου. Οπότε, ο έξω κόσμος περνάει στον μέσα μου κόσμο και βγαίνει στο έργο μου «μεταμορφωμένα». Η τεχνική που χρησιμοποιώ έχει περάσει από χίλια κύματα για να φτάσει στο σήμερα. Ενδιάμεσα, έχω αποτύχει κι έχω καταστρέψει πολλά έργα.

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Χωρίς τίτλο, 2010-2021. Μεικτή τεχνική σε χαρτί, 21 x 29,5 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Τι αναζητάς στην τέχνη των άλλων και τι θέλεις να εκφράσεις με τη δική σου;
Στην τέχνη των άλλων αναζητώ τη συγκίνηση. Στη δικιά μου, θέλω να εκφράσω την αλήθεια μου. Είναι άλλα τα μάτια του θεατή κι άλλα του δημιουργού. Το κοινό τους σημείο είναι το «άνοιγμα» του εαυτού, έτσι ώστε ο πρώτος να είναι δέκτης κι ο δεύτερος πομπός ενός βαθύτερου κόσμου.

Αν δεν ήσουν ζωγράφος, τι θα ήθελες να είσαι;
Αν δεν ήμουν ζωγράφος, θα ήθελα να είμαι αστροφυσικός. Με ενθουσιάζει να διαβάζω για το σύμπαν από εκλαϊκευμένα βιβλία πάντα, καθώς δεν έχω τις απαιτούμενες γνώσεις μαθηματικών και φυσικής. Θα ‘θελα πολύ να καταλάβω τους μηχανισμούς της ζωής, του θανάτου κι όλου του κόσμου γενικότερα. Με τρώει ένα μεγάλο «Γιατί;».

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Η πτώση, 2020. Λαδοπαστέλ σε καμβά, 150 x 140 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Πολλά έργα σου μοιάζει να αντιφεγγίζουν, άσχετα αν το σύνολο μοιάζει να πηγάζει από τη σκοτεινή πλευρά μιας Σελήνης. Επίσης είχα μια συνεχή αίσθηση, περιπλανώμενος στην έκθεση, πως αρκετά από τα είδωλά σου είναι σαν αντανακλάσεις ενός υπερηχογραφήματος, μιας εγκυμοσύνης που τα κρατά μέσα της προστατευμένα από αμνιακά υγρά, προστατευμένα (προς το παρόν) από την επαφή με τον έξω κόσμο. Λάθος μου;
Δεν το έχω σκεφτεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το φως το βράδυ που αντανακλάται πάνω σε κτήρια μού θυμίζει το αρνητικό ενός φωτογραφικού φιλμ. Μ' ενδιαφέρει πολύ αυτή η εικόνα της νύχτας. Ως προς την εμβρυακή προστασία, αυτό που αισθάνομαι είναι ότι οι δέσμοι πήγαίας αγάπης μάς προστατεύουν από οτιδήποτε φαντάζει τρομαχτικό κι απειλητικό.

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Μόνη, 2019. Λάδι και λαδοπαστέλ σε καμβά, 140 x 150 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Together, Alone, I Surrender, Head. Μερικοί, λίγοι, τίτλοι σε ένα σύνολο δουλειάς που κατά βάση προτιμάς τις στιγμές της να τις κρατά Untitled. Γιατί προτιμάς το ατιτλάριστο αλλά και γιατί κάπου κάπου ονοματίζεις τη στιγμή του;
Σε κάποια έργα μού έρχονται ξεκάθαρα οι τίτλοι. Σε άλλα, καθώς επαναλαμβάνω, σχεδόν εμμονικά, τα ίδια μοτίβα, προτιμώ να αφήσω στον θεατή να δει κάτι δικό του.

Ελκύεσαι από το θολό αλλά και το αποσπασματικό: σώμα, κεφάλι, χέρια, κορμός ως τη μέση. Σπάνια αποτυπώνεις ολόκληρα σώματα, το φόκους σου είναι μονομερώς εστιασμένο στα παραπάνω. Γιατί;
Τα σημεία του σώματος που εστιάζω είναι σαν το άγγιγμα ενός τυφλού. Δε με νοιάζει η εξωτερική εικόνα, αλλά η αίσθηση των ανθρώπινων μορφών. Με βοήθησε ο χορός του τάνγκο σ’ αυτή την αναζήτηση καθώς σπάνια ταυτίζεται η εικόνα των ανθρώπων με την αίσθηση που σου δίνουν χορεύοντας μέσα σε μια αγκαλιά. Είναι μια μαγική εμπειρία!

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Amore sacro, 2020. Λάδι και λαδοπαστέλ σε καμβά, 120 x 150 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Τι θυμάσαι από τα χρόνια της Αμερικής; Και τι ήταν αυτό που σε έφερε πίσω; Τη νοσταλγείς ή ήταν απλά μια φάση που τελείωσε;
Το διάστημα που έμεινα στη ΝΥ ήταν στο σύνολό της ένας χρόνος. Θυμάμαι πολλές εικόνες και μυρωδιές. Μια ατμόσφαιρα γκρίζα. Θέλω να ξαναπάω μόνο σαν επισκέπτης για τα μουσεία της και κάποιους φίλους. Η ζωή εκεί είναι πολύ έντονη για μένα, παρόλο που με συγκινούν οι αντιθέσεις αυτής της πόλης. Επέστρεψα γιατί προτιμώ που στην Ελλάδα έχουμε μια πιο απλή ποιότητα ζωής.

Πώς βλέπεις την Αθήνα; Μιλώ και για τους εικαστικούς της κύκλους αλλά και τη συνολική αίσθηση ζωής: είναι η πόλη φιλική για τους καλλιτέχνες, προσφέρει συγκινήσεις, διαδρούν τα περιβάλλοντα ή ο καθένας παίζει μόνος του κι απλά ο χρόνος τρέχει;
Την Αθήνα την αγαπώ. Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Δεν συναναστρέφομαι με πολλούς εικαστικούς. Είμαι αρκετά μοναχική. Βλέπω γύρω μου ότι υπάρχει αρκετή καλλιτεχνική δημιουργία από έλληνες και ξένους καλλιτέχνες που ζουν εδώ τα τελευταία χρόνια. Είναι αρκετά φιλική πόλη για τους ξένους που τη βρίσκουν φθηνή και χαλαρή. Για τους Έλληνες δεν είναι το ίδιο. Υπάρχουν πολλά παράπονα… Ένα από αυτά είναι ότι η αγορά της τέχνης είναι πολύ μικρή. Ας μείνουμε εδώ διότι γίνεται προσπάθεια για ανάπτυξη των τεχνών καθώς έχουν ανοίξει πολλοί καινούργιοι πολιτιστικοί χώροι. Εγώ προσωπικά εύχομαι να διδάσκεται η ιστορία της τέχνης στα σχολεία από το δημοτικό!

Βαρβάρα Λιακουνάκου, Μαζί, 2020. Λάδι και λαδοπαστέλ σε καμβά, 150 x 140 εκ. Παραχώρηση της CITRONNE Gallery και της ζωγράφου.

Είσαι άλλη μια καλλιτέχνης που διάλεξε να ζει στην Κυψέλη. Νομίζω πως εκεί συντελείται μια κοσμογονία! Πώς βλέπεις τη νέα σου γειτονιά και γιατί (και εσύ) εκεί;
Ναι, μετακόμισα πρόσφατα στην Κυψέλη. Με γοήτευσε πριν από κάποια χρόνια αυτή η περιοχή λόγω των υπέροχων παλιών και κάπως εγκαταλελειμμένων κτηρίων της. Ζουν σήμερα στην περιοχή Έλληνες, ξένοι της Δύσης και μετανάστες της Ασίας και της Αφρικής. Με συγκινεί αυτή η σμίξη πολιτισμών. Νιώθω σαν πολίτης του κόσμου. Είναι, για μένα, μια ακόμα μορφή «ένωσης».

Ένωση, Citronne Gallery (Πατριάρχου Ιωακείμ 19, Κολωνάκι), έως 19 Απριλίου