Εικαστικα

«Έλληνες της διασποράς»:Η τέχνη αυτών που διέπρεψαν, στην Άνδρο

Το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή φιλοξενεί μια έκθεση φόρο τιμής στους καλλιτέχνες που μας έδωσαν παγκόσμια εικαστική φωνή.

Έρρικα Ρούσσου
ΤΕΥΧΟΣ 749
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η έκθεση «Αφαιρετικές προσεγγίσεις Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς» του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή θα βρίσκεται στην Άνδρο μέχρι τις 27/09

Αφαίρεση. Ταλέντο. Δημοφιλία παγκοσμίου επιπέδου. Στην αρχοντική χώρα της Άνδρου, λίγα βήματα μακριά από τον δυνατό αέρα που λατρεύει να στήνει γλέντια στο νησί με θέα το αγριεμένα όμορφο μπλε, το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή μοιράζεται με το κοινό του μια έκθεση αφιερωμένη στους Έλληνες καλλιτέχνες της διασποράς. «Στην πλειονότητά τους, οι καλλιτέχνες που συγκροτούν αυτό το αφιέρωμα είναι δημιουργοί που είχαν το σθένος να επιχειρούν υπερβάσεις και να αφουγκράζονται τα μηνύματα των καιρών, αλλά και την αδιαπραγμάτευτη επιθυμία να παραμείνουν αγκιστρωμένοι στο αποθεματικό της καταγωγής τους. Τους περισσότερους από αυτούς είχα την τύχη να συναντήσω, ορισμένες φορές συντροφιά με την Ελίζα Γουλανδρή» εξήγησε ο φανερά συγκινημένος διευθυντής του Ιδρύματος, Κυριάκος Κουτσομάλλης.

Τζον Χριστοφόρου

Η έκθεση «Αφαιρετικές προσεγγίσεις Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς»

Η έκθεση «Αφαιρετικές προσεγγίσεις Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς» με έργα από την συλλογή του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή έχει ως θεματική την παρουσίαση καλλιτεχνών οι οποίοι εν μέσω πολλών δυσκολιών, άλλοι από ιδιοσυγκρασιακή αφαιρετική ροπή και άλλοι εξ ανάγκης κινούμενοι, αποφάσισαν να δοκιμαστούν στα αφαιρετικά κρατούντα της εποχής τους, ωστόσο, σίγουρα όπως φρόντισε πολλές φορές να επισημάνει ο κύριος Κουτσομάλλης υπάρχουν πολλά ονόματα που λείπουν από την λίστα. Παρόλα αυτά, εντός αυτής βρίσκονται έργα σημαντικών ονομάτων όπως αυτό της Chryssa, του Takis, του Θεόδωρου Στάμου, του Γιάννη Κουνέλλη και μιας σειράς καλλιτεχνών που είτε γεννήθηκαν είτε έζησαν για κάποιο διάστημα στην Ελλάδα.

Στα highlights της συλλογής βρίσκονται σίγουρα οι πίνακες του Τζον Χριστοφόρου, ενός καλλιτέχνη που μεταφέρει μοναδικά την εμπειρία του από τα βομβαρδιστικά στον καμβά του. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο για τον καλλιτέχνη που σίγουρα θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών του Μουσείου είναι ότι όταν ο κύριος Κουτσομάλλης επικοινώνησε μαζί του, ο ίδιος συγκινηνημένος βαθύτατα που κάποιος από την Ελλάδα τον προσέγγισε έκλεισε τη συνομιλία τους με ένα «ευχαριστώ».

Λίγα λόγια για τους καλλιτέχνες

Chryssa (Χρύσα Βαρδέα): Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1957 και, παρά τις πρώτες μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής, σχετικά σύντομα εντάχθηκε στην αμερικανική καλλιτεχνική πραγματικότητα. Μεταξύ των ανανεωτικών προτάσεων που διαδέχθηκαν τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, η Chryssa άντλησε έμπνευση από τις εικόνες των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, αλλά και από τα ιδεογράμματα, την ελληνική αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τη γυναικεία υπόσταση. Δημιούργησε έργα μεγάλων διαστάσεων με κυρίαρχα υλικά το αλουμίνιο, τον γύψο, το πλεξιγκλάς, τους φωτοσωλήνες και τον χάλυβα.

Γιάννης Κουνέλλης

Παύλος Διονυσόπουλος (γνωστός ως Pavlos): Μετά τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή
Καλών Τεχνών και ένα πρώτο μεταπτυχιακό στο Παρίσι με υποτροφία του γαλλικού κράτους,
εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι το 1958. Όπως γράφει ο φίλος του Pierre Restany, «ο Pavlos πορεύτηκε με ευκολία στην άλλη όψη της τέχνης, μεταξύ νέου ρεαλισμού και pop art», κινημάτων που άνθισαν στη δεκαετία του 1960 και επηρέασαν τη δουλειά του ως καλλιτέχνη. Τυπωμένο χαρτί –κυρίως από αφίσες– κομμένο σε λωρίδες και μεταλλικό σύρμα ήταν τα κυρίαρχα υλικά της δουλειάς του. Καρέκλες, σακάκια, παλτά, πουκάμισα, γραβάτες, αλλά και νεκρές φύσεις αποτέλεσαν χαρακτηριστικές συνθέσεις του δημιουργώντας τρισδιάστατα έργα, ενώ ο ίδιος αντιλαμβανόταν το έργο του ως «ζωγραφική και γλυπτική συγχρόνως».

Takis (Παναγιώτης Βασιλάκης): Πρωτοπόρος της κινητικής τέχνης, «πρόσχαρος ζευγάς
μαγνητικών πεδίων», δημιούργησε μια άρρηκτη σύνδεση μεταξύ τέχνης και επιστήμης.
Επηρεασμένος από το φως, τον ήχο και την κίνηση σε κάθε μορφή (θερμική, μαγνητική, μηχανική, ηλεκτρομηχανική, υδροδυναμική), συνέθετε τηλεμαγνητικά, υδρομαγνητικά, μουσικά, φωτοβολταϊκά γλυπτά και όχι μόνο. Ανήσυχος και πολυσχιδής καλλιτέχνης, πειραματιζόταν διαρκώς προχωρώντας με όραμα την τέχνη του μέχρι το τέλος της καλλιτεχνικής πορείας του.

Θεόδωρος Στάμος

Θεόδωρος Στάμος: Από τους νεότερους ηλικιακά αφηρημένους εξπρεσιονιστές της
αμερικανικής εικαστικής σκηνής. Πολύ νωρίς στην καριέρα του βρήκε υποστήριξη από γκαλερί και συλλέκτες, ενώ γνωρίστηκε με τον Mark Rothko, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά, τον Jackson Pollock και τον Willem de Kooning. Το έργο του, πνευματικό, με επιρροές από τη νοτιοανατολική Ασία και τη διδασκαλία του ζεν, υπηρέτησε με συνέπεια και καθαρό αίσθημα το κίνημα της αφαίρεσης έως το τέλος της ζωής του.

Γιάννης Κουνέλλης: Ίσως ο γνωστότερος, διεθνώς, Έλληνας εικαστικός του 20ού αιώνα.
Σε ηλικία 20 ετών εγκαταστάθηκε στην Ιταλία για να σπουδάσει και πολύ σύντομα εντάχθηκε στο ρεύμα της arte povera, σημαντικού κινήματος της μεταμοντέρνας τέχνης, το οποίο υπηρέτησε ως ένας από τους κεντρικούς εκπροσώπους του. Χώμα, σακιά από λινάτσα, κάρβουνο, υφάσματα και άλλα «φτωχά υλικά» αποτελούσαν τις κυρίαρχες πρώτες ύλες στην τέχνη του Κουνέλλη. Το έργο του, βαθιά ουμανιστικό, σκιαγραφεί την ανθρώπινη υπόσταση με αναφορές στην κοινωνική και πολιτισμική ιστορία, με τρόπο ευαίσθητο αλλά και απόλυτα διεισδυτικό.

Νάκης Παναγιωτίδης: Γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1973 όμως εγκαταστάθηκε στη Βέρνη, όπου
ζει και εργάζεται. Με καταγωγή από τη χώρα του φωτός και του γαλάζιου της θάλασσας, ένιωσε εντούτοις ακαταμάχητη έλξη για το μαύρο, που χαρακτηρίζει σχεδόν το σύνολο των έργων του. Πριν από 20 χρόνια απαρνήθηκε τους κονστρουκτιβιστές και τη minimal art για να αναζητήσει πηγές και αρχετυπικές εικόνες στους κύκλους της arte povera. Όπως και ο συμπατριώτης του Γιάννη Κουνέλλη, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, στο περιβάλλον της arte povera ξαναβρήκε τους ελληνικούς μύθους. Η δουλειά του, καθώς χαρακτηριστικά αναφέρει ο κοινός φίλος μας Hans Christoph von Tavel, ανήκει στον ευρύτερο χώρο των ερευνών για την ουσία της ύλης και της γνωστικής εμπειρίας της από τον άνθρωπο.

Τσίνγκος

Κώστας Ανδρέου: Μτά από δύσκολα νεανικά χρόνια, το 1945 πήρε υποτροφία από το γαλλικό κράτος και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί πολύ γρήγορα βρήκε τον δρόμο του ως γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης. Σχεδόν αυτοδίδακτος, καταπιάστηκε με την πέτρα και το μάρμαρο δημιουργώντας γλυπτικές μορφές μάλλον ρεαλιστικές. Σύντομα όμως στράφηκε στην οξυγονοκόλληση φύλλων χαλκού, δίνοντας ελευθερία κίνησης στα γλυπτά του, εγκαταλείποντας τα ρεαλιστικά στοιχεία και φτιάχνοντας το δικό του γλυπτικό ιδίωμα. Τα ζωγραφικά του έργα, έντονα, με εκρηκτικούς χρωματικούς συνδυασμούς, αλλά και με ιμπρεσιονιστικές επιρροές, αποδίδουν θέματα που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη και κυρίως τη γυναικεία υπόσταση, αλλά και τη φύση, τα ζώα, το σύμπαν.

Λουκάς Σαμαράς: Μετά τα δύσκολα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Εμφυλίου στην Ελλάδα, σε ηλικία 12 ετών μετανάστευσε με τη μητέρα του στις ΗΠΑ. Μετά το τέλος των σπουδών του ασχολήθηκε αρχικά με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη χαρακτική, σύντομα όμως έκανε στροφή στη φωτογραφία και πειραματίστηκε με την τεχνική των φωτογραφιών πολαρόιντ. Οραματιστής, μοναχικός, εκκεντρικός, όπως χαρακτηρίζεται, θεωρεί το άτομό του γλυπτό, όχι από ναρκισσισμό, αλλά σε μια αέναη προσπάθεια ανακάλυψης του εαυτού και μετάλλαξης της εικόνας του. Πειραματιζόμενος διαρκώς με τη φωτογραφία και την τεχνολογία που την υπηρετεί, ο Λουκάς Σαμαράς δεν σταματά να μιλά για τον εαυτό του, κάτι που, σύμφωνα με τον ίδιο, σημαίνει να μιλά και να ανακαλύπτει τους άλλους.

Σοφία Βάρη: Παρ’ ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα, συγκρότησε το προσωπικό της μορφικό σύμπαν στην αλλοδαπή, όπου κατά βάση ζει και εργάζεται από το 1960. Με το ενστικτώδες, επινοητικό καλλιτεχνικό ταλέντο της και τη συνέργεια της ιδιοσυγκρασιακής ευαισθησίας της ανέδειξε με πρωτοτυπία μια τέχνη που χαρακτηρίζεται από τον αισθησιασμό ενός υστεροκυβίζοντος ήπιου, ήρεμου, ανατρεπτικού ωστόσο κάλλους, συμβάλλοντας έτσι στο ανανεωτικό αίτημα του νεοτερισμού με μια δική της διαλεκτική της φόρμας. Όπως γράφει η Ελένη Αρβελέρ, «το δαιμόνιο της Σοφίας Βάρη είναι πολύμορφο και πανταχού παρόν: αφηρημένο και απτό, αρσενικό και θηλυκό, αρχαϊκό και αβανγκάρντ, γλυπτικό-ζωγραφικό και ζωγραφικό-γλυπτικό, απλό και εκλεπτυσμένο».

Takis στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Άνδρο

Άλκης Πιερράκος: Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη –έναν τόπο που κουβάλησε με αγάπη στην
ψυχή του έως το τέλος της ζωής του– και ταξίδεψε σε πολλές χώρες πριν εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι το 1954. Επηρεασμένος αρχικά από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τη λυρική αφαίρεση της δεκαετίας του 1950, διαμόρφωσε γρήγορα ένα προσωπικό ύφος ήπια εξπρεσιονιστικό. Το ζωγραφικό του διάβημα χαρακτηρίζεται από σφοδρή συναισθηματική ορμή και τη διαρκή πάλη φόρμας και χρώματος. Ο Jacques Lacarrière γράφει μεταξύ άλλων: «[…] Γιατί ζωγράφιζε τα τοπία πάντα τόσο βασανισμένα, τόσο αδρά, να συγκλονίζονται από έντονους σεισμούς; Η ζωγραφική του ήταν μια μάχη ή μια λατρεία; […] Τα τοπία του Πιερράκου τα αισθάνομαι, τα βλέπω, τα ακούω, σαν μια ενορχήστρωση σχημάτων και χρωμάτων και σε όλα τα σχέδιά του ακούω ένα κονσέρτο γραμμών και σημείων, μια συμφωνία σε μαύρο και άσπρο!»

George Negroponte: Γεννημένος στις ΗΠΑ, από πολύ μικρός είχε την ευκαιρία να ζήσει την
ατμόσφαιρα των μουσείων, αφού η μητέρα του εργαζόταν στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης. Η επαφή του με μεγάλα ονόματα της τέχνης τον καθόρισε. Μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα καλών τεχνών του Πανεπιστημίου Yale ξεκινά να ζωγραφίζει αφαιρετικά έργα μεγάλων διαστάσεων χρησιμοποιώντας, αντί για πινέλα, βούρτσες. Οι τεχνοτροπικές του αναζητήσεις δεν θα σταματήσουν και, πάντα σε κλίμα αφαίρεσης, θα πειραματιστεί με υλικά όπως χαρτόνι, ξύλο, σμάλτο, εμπορική βαφή σπιτιών κ.λπ. Διαρκές είναι το ενδιαφέρον του για την επαφή του αντικειμένου με τον τοίχο. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του fresco painter.

Άρης Κουτρουλής: Μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 13 ετών, παίρνοντας μαζί του τα
τραυματικά χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την πείνα που βίωσε σε ακραίο βαθμό. Όπως και άλλοι Έλληνες καλλιτέχνες που διέμεναν στη Νέα Υόρκη τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, έζησε την άνθηση νέων πρωτοποριακών καλλιτεχνικών ρευμάτων και επηρεάστηκε καθοριστικά. Η τέχνη του ήταν ένας τρόπος κάθαρσης και προσωπικής αναζήτησης, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος. Εκείνο που τον έλκυε περισσότερο ήταν η δουλειά με τις ευθείες γραμμές, επειδή στη φύση γύρω μας δεν υπάρχουν ευθείες. Εκτός από καλλιτέχνης υπήρξε και σπουδαίος δάσκαλος σε κολέγια και σχολές καλών τεχνών έως τη συνταξιοδότησή του το 1999.

Σαμαράς

Νάσος Δάφνης: Μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 16 ετών. Σε οικονομικά δύσκολες συνθήκες κατάφερε να σπουδάσει σε Νέα Υόρκη, Παρίσι και Φλωρεντία. Τα πρώτα έργα του χαρακτηρίζονταν από ναΐφ απεικονίσεις, περνώντας στη συνέχεια σε έναν σουρεαλιστικό βιομορφισμό, με επιρροές ίσως από τον Θεόδωρο Στάμο και τον William Baziotes. Ύστερα από μια επίσκεψή του στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1950, επηρεασμένος από τις έντονες αντανακλάσεις του φωτός στα λευκά σπίτια και στα τοπία, όπου όλα γύρω δείχνουν να χάνουν την υλική τους υπόσταση αλλά όχι τη φόρμα τους, οδήγησε την τέχνη του στη γεωμετρική αφαίρεση. Δεν σταμάτησε να πειραματίζεται και τις επόμενες δεκαετίες δημιούργησε έργα με χρωματιστό πλεξιγκλάς και έργα μνημειακών διαστάσεων σε προσόψεις κτιρίων. Επίσης χρησιμοποίησε την τεχνολογία των υπολογιστών εισάγοντας νέες φόρμες και χρώματα στο έργο του.

Θάνος Τσίγκος: Μετά την περιπετειώδη ζωή του κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οπότε υπηρέτησε στη Μέση Ανατολή, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1948. Αρχικά ασχολήθηκε με το πρωτοποριακό θέατρο, ενώ κατόπιν αφοσιώθηκε στη ζωγραφική. Άνθρωπος ευαίσθητος, φιλεύσπλαχνος, αλλά και βαθιά φιλοσοφημένος, ήταν από τους πρώτους ζωγράφους που εκφράστηκαν μέσα από την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική τάση του informel, όρος που χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του 1950 από τον Γάλλο τεχνοκριτικό Tapié. Η τολμηρή ζωγραφική του Τσίγκου δεν εκτιμήθηκε εγκαίρως στην Ελλάδα, όπου επέστρεψε μόνιμα το 1961. Πέθανε, πάμπτωχος, σε ηλικία μόλις 51 ετών. Μετά τον θάνατό του τα έργα του έγιναν περιζήτητα, πράγμα που αποδεικνύει την ποιότητα της δουλειάς του.
Ο Μαρκ Χατζηπατέρας γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο, όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε ηλικία 28 ετών, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Εκεί συνδέθηκε με τον Στήβεν Αντωνάκο, τον Νάσο Δάφνη, τον Θεόδωρο Στάμο. Αν και ξεκίνησε με έργα παραστατικής ζωγραφικής, η παραμονή του στη Νέα Υόρκη τον οδήγησε να δουλέψει με δημιουργική ελευθερία, προσεγγίζοντας τεχνικές και υλικά. Ζωγράφος, αλλά και γλύπτης, δουλεύει το ξύλο, τον πηλό, το σίδερο, το αλουμίνιο και όχι μόνο. Τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η γλυπτική στον δημόσιο χώρο και είναι χαρακτηριστικό ότι το 2000 του ανατέθηκε η διακόσμηση (με 36 ψηφιδωτές συνθέσεις) σταθμού στο μετρό της Νέας Υόρκης.

«Αφαιρετικές προσεγγίσεις Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς»

Ντίκος Βυζάντιος: Το σύνολο του έργου του χαρακτηρίζεται από μια παλίνδρομη σχέση ανάμεσα στα αφαιρετικά κρατούντα της εποχής του και στην ακαταμάχητη θέλησή του να παραμείνει πιστός στη ζωγραφική του τελάρου αντλώντας στοιχεία από το παρελθόν της ζωγραφικής, χωρίς ωστόσο να παραμένει εξαρτημένος από δεσμευτικά ακαδημαϊκά πρότυπα. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις στο έργο του. Η δεκαετία του 1960 ήταν περίοδος ενός υπαινικτικού ρεαλισμού, ενώ η επόμενη δεκαετία ανέδειξε μια γραμμική σχεδιαστική φρενίτιδα. Από το 1980 περίπου έως το τέλος της ζωής του η ζωγραφική του επέστρεψε στην παραστατικότητα.

Μπάμπης Βεκρής (γνωστός ως Electros): Γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά από το 1979 ζει και εργάζεται κυρίως στη Νέα Υόρκη, αντλεί έμπνευση από την προσωπική του καθημερινότητα μέσα στον σύνθετο κόσμο της τέχνης και της τεχνολογίας, παράγοντες που μεταχειρίζονται την κινητική ως καλλιτεχνική ιδεολογία. Η τεχνολογία δεν είναι μόνο τρόπος ζωής ή μέσο παραγωγής, αλλά το πολιτισμικό περιβάλλον των ανθρώπων μέσα στη σύγχρονη κοινωνία.
Η Ελληνοαμερικανίδα Lynda Benglis, μέχρι τη δεκαετία του 1960, οπότε μετακόμισε στη Νέα
Υόρκη, έκανε τα πρώτα της βήματα στη ζωγραφική ακολουθώντας μάλλον παραδοσιακές
μεθόδους. Η επαφή της όμως με νέα καλλιτεχνικά ρεύματα την οδήγησε να ασχοληθεί με τη
γλυπτική και να αρχίσει να πειραματίζεται με υλικά όπως το λάτεξ, το κερί μέλισσας και ο αφρός πολυουρεθάνης. Δουλεύει τα υλικά της απευθείας στο πάτωμα, γεγονός που παραπέμπει στην τεχνική του Jackson Pollock. Με τον καιρό, διεύρυνε τους πειραματισμούς της στον γύψο, στο γυαλί, στα κεραμικά, στα μέταλλα, στο χαρτί. Αν και η δουλειά της δέχτηκε πολλές αμφισβητήσεις τα πρώτα χρόνια, η σταδιακά ανοδική πορεία της την κατατάσσει σήμερα ανάμεσα στις σημαντικότερες Αμερικανίδες καλλιτέχνιδες της γενιάς της.

Τζον Χριστοφόρου: Έχασε νωρίς τους γονείς του και σε ηλικία 17 ετών πήγε στη Μεγάλη
Βρετανία. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου υπηρέτησε στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία. Κατά τη θητεία του σφυρηλάτησε μια ανθεκτική, σκληρή ιδιοσυγκρασία, επηρεασμένος από τους βομβαρδισμούς και την ωμότητα που καθημερινά βίωνε, την οποία εξέφρασε στο έργο του με τρόπο σκληρά εξπρεσιονιστικό. Το έργο του, στο σύνολό του, έδινε έμφαση στη μεταπολεμική κατάσταση έκπτωσης του ανθρώπινου γένους, στην οποία αισθανόταν ότι συνέβαλε. Μικρόσωμος και καχεκτικός στην όψη, ήταν ωστόσο δυνατός, πείσμων, εργατικός και παραγωγικός ως καλλιτέχνης. Από το 1956 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι, όπου πλήρης ημερών έκλεισε τον κύκλο της ζωής του έχοντας τύχει πολλών διακρίσεων.