Εικαστικα

Ο Γεράσιμος (Μεμάς) Τουλιάτος είναι ένας μεγάλος σταρ του σινεμά

Και ήρθε η ώρα να τον γνωρίσεις, σε περιμένει στην γκαλερί Blender της Γλυφάδας

Στέφανος Τσιτσόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Προβοκατόρικος ο τίτλος. Γιατί ο Γεράσιμος (Μεμάς) Τουλιάτος δεν ήταν ούτε ηθοποιός ούτε σκηνοθέτης. Ήταν καλλιτέχνης και αυτή είναι μια γρήγορη αναδρομή στη ζωή και την τέχνη του. Αλλά και μερικές σημειώσεις-προκαταρκτικά για την τέχνη της κινηματογραφικής γιγαντοαφίσας.

Ζωγραφισμένα πορτρέτα και σκηνές από τις ταινίες που κάποτε έπαιζαν στα σινεμά, αλλά την «πληροφορία» για τους πρωταγωνιστές και το στόρι, πριν την διαβάσεις από τον σινεκριτικό της εφημερίδας, την έπαιρνες από την γιγάντια αφίσα. Εφήμερη τέχνη. Τέχνη των επτά ημερών, όσο δηλαδή κρατούσε η προβολή του φιλμ, μέχρι να έρθει μια άλλη γιγαντοζωγραφιά, από μια άλλη ταινία. Γεράσιμος (Μεμάς) Τουλιάτος.

Ζωγράφος θρύλος για το κύκλωμα του σινεματίκ, «υπαίθριος τεχνίτης» έργων που κοσμούσαν την πρόσοψη του κινηματογράφου. Ζωγράφος που μπροστά στην «έκθεσή» του στάθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίες, είτε πριν στριμωχτούν στην ουρά για να κόψουν εισιτήριο, είτε μετά την ταινία, κατά την έξοδο, όταν εγκαταλείποντας το σινεμά, έστελναν χαμόγελα για τελευταία φορά στον Αλέν Ντελόν ή τον Κλάους Κίνσκι. Με τα χρόνια η τέχνη αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη εφαρμοσμένη.

Οι γιγαντοαφίσες του σινεμά πήραν τη θέση που τους άξιζε. Όπως και ο Τουλιάτος, που πλέον θεωρείται ένας καλλιτεχνικός γίγαντας. Γίγαντας ζωγράφος διαχρονικών εντάσεων. Διαφημιστής ολκής που όμως οι πίνακες «διαφημίσεις» των έργων που προωθούσε έγιναν και δικά του έργα. Η ματιά του στον Μπρους Γουίλις παύει να αποτελεί μια φωτορεαλιστικά ακριβή ζωγραφική αναπαράσταση, λειτουργεί πλέον ως αυτόνομο έργο, το χρωματικό ψυχογράφημα του Τουλιάτου ξεφεύγει από τη «στιγμή», διακτινίζεται στο διηνεκές. Στο Αττικόν, στο Απόλλων, τον Έσπερο και το Ρεξ, η ζωγραφική του δρόμου που υπηρετεί ο Τουλιάτος βρίσκει τα δικά της «μουσεία». Αναμφίβολα μια συγκινητική έκθεση για όσους θυμούνται εκείνα τα έργα αλλά και την «προπαγάνδα» τους με την υπογραφή του, είναι αυτή η «αναβίωση» που θα δουν στην γκαλερί Blender της Γλυφάδας. Γιατί αυτό συμβαίνει: έργα της περιόδου 1950 με 1995, Τουλιάτος αναδρομική θα το αποκαλέσω, εκτίθενται στην γκαλερί. Χάρη στις κόρες και την εγγονή του, που εμπιστεύθηκαν προς κοινή θέαση το σημαντικό και πλούσιο αρχείο του που κληρονόμησαν. Υλικό που διαφύλαξαν με σεβασμό και αγάπη. Υλικό και στιγμές για τα οποία γράφει, αποκλειστικά για την Άθενς Βόις, η κόρη του Άλκηστις Τουλιάτου, Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ. Κάτι σαν μια γρήγορη περιήγηση και γνωριμία με τη ζωή του πατέρα της. Περισσότερα για όλους μας, θέλω να πιστεύω από κοντά. Άμα τη επισκέψει, στην Blender. Εκεί που συμβαίνει ένα από τα ωραιότερα κινηματογραφικά πρότζεκτ των ημερών! 

Ο Γεράσιμος (Μεμάς) Τουλιάτος ήρθε στην Ελλάδα το 1935 σε ηλικία 16 ετών από τη Βεσσαραβία της Ρουμανίας, όπου γεννήθηκε από Κεφαλλονίτη πατέρα και Ρουμάνα μητέρα. Το όνομα «Μεμάς» είναι κεφαλλονίτικο και σημαίνει «ο άγιος Γεράσιμος μαζί μας».

Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία σε Κεφαλονιά, Πάτρα και Αθήνα. Μαθήτευσε στο εργαστήριο εφαρμοσμένων τεχνών του θείου του Δημήτρη Μακρή και, στο διάστημα 1937-1947, εργάστηκε στο εργαστήριο σκηνογραφίας του Εθνικού Θεάτρου υπό τον ζωγράφο-σκηνογράφο Κλεόβουλο Κλώνη, σε πολύ δύσκολη μεταπολεμική περίοδο. Λίγο αργότερα, στο εργαστήριο του Στέφανου Αλμαλιώτη, γνωρίζει τον ζωγράφο Γιώργο Βακιρτζή και το 1947 ιδρύουν το εργαστήριο γιγαντοαφίσας κινηματογράφου της οδού Χρήστου Λαδά 11, στο κτιριακό συγκρότημα των κινηματογράφων ΑΤΤΙΚΟΝ και ΑΠΟΛΛΩΝ.

Η συνεργασία κράτησε σχεδόν 30 χρόνια. Ο ίδιος συνέχισε μόνος του έως το 1997, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με διάφορες άλλες καλλιτεχνικές εφαρμογές.

Η γιγαντοαφίσα του κινηματογράφου, τα «ντεκόρ», ένα είδος πρώιμης «ελληνικής ποπ-αρτ», είναι ζωγραφική δημιουργία μεγάλων διαστάσεων που έχει στόχο να αιχμαλωτίσει το βλέμμα και την προσοχή των περαστικών και να προσελκύσει θεατές στην κινηματογραφική αίθουσα.

Τα υλικά κατασκευής είναι φτηνά (ασπρόξυλο στα τελάρα, φοδράρισμα με τεντωμένο πανί-κάμποτο, χαρτί του μέτρου, αλευρόκολλα στα κολλήματα και χρώματα ανακατεμένα με ψαρόκολλα), το αποτέλεσμα όμως είναι μοναδικό!

Οι γιγαντοαφίσες ζωγραφίζονταν σε κατασκευασμένα τελάρα συγκεκριμένων διαστάσεων συνδεόμενα μεταξύ τους, διαφορετικά για κάθε κινηματογράφο, σε επιφάνειες όψεων 30 – 60 τετραγωνικών μέτρων περίπου. Πολύ συχνά τα «ντεκουπέ» κεφάλια των πρωταγωνιστών έδιναν ένταση και όγκο στη γενική σύνθεση προεξέχοντας του γενικού πλαισίου της όψης.

Η επίτευξη του τελικού στόχου για κάθε ταινία εξαρτιόταν από τη σύνθεση προσώπων, φόντων και τίτλων από το υλικό της εταιρίας παραγωγής και διάθεσης, την ακρίβεια της σχεδίασης με μεγέθυνση των προσώπων, την ταχύτητα ανάμειξης των χρωμάτων και τα… παιχνίδια εκτέλεσης τολμηρών χρωματικών συνδυασμών με μεγάλες και σίγουρες πινελιές, ώστε το αποτέλεσμα να αποδίδει μαγικά την ατμόσφαιρα του έργου από μεγάλη απόσταση.

Η άποψη που επικράτησε ότι η μικρή διάρκεια ζωής της κάθε γιγαντοαφίσας ακύρωνε «τον αιώνιο χαρακτήρα της τέχνης» συνετέλεσε στην απαξία τους από τους ίδιους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι είτε τις κατέστρεφαν είτε τις χρησιμοποιούσαν για παλέτες χρωμάτων από την ανάποδη. Πολύ σπάνια φύλαγαν κομμάτια από μεγαλύτερες συνθέσεις.

Το είδος αυτής της τέχνης άργησε να αναγνωρισθεί και να εκτιμηθεί, γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γιγαντοαφισών της περιόδου ’50-’70 χάθηκαν άδοξα.

Όταν καλλιτέχνες σαν τον Γιάννη Μόραλη προέτρεπαν τους σπουδαστές της Καλών Τεχνών να περνούν κάθε Δευτέρα πρωί από τους κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας και να παρατηρούν την τέχνη της γιγαντοαφίσας, τότε άρχισε η σταδιακή αναγνώριση αυτού του είδους εφαρμοσμένης τέχνης, ενώ ταυτόχρονα περιοριζόταν η χρήση τους για οικονομικούς λόγους αλλά και για λόγους τεχνολογικής εξέλιξης στις γραφικές τέχνες.

Το εργαστήριο της οδού Χρήστου Λαδά 11, ένας χώρος απλός και ταπεινός, με χρώματα, πινέλα και τελάρα παντού αλλά και μυρωδιά ψαρόκολλας, εξελίχθηκε σε «Αυλή Θαυμάτων» και σε χώρο δημιουργίας έγχρωμων εφήμερων συνθέσεων μεγάλων διαστάσεων που κοσμούσαν τις προσόψεις των κινηματογράφων και προσκαλούσαν το κοινό στην ταινία που θα προβαλλόταν σε 4-5 προβολές καθημερινά με διάσημους κινηματογραφικούς ήρωες.

Η καθημερινότητα της ομαδικής δουλειάς στο εργαστήριο, είτε στο υπόγειο είτε στην αυλή, δεν είχε ωράριο, ήταν σκληρή και κοπιαστική, προετοίμαζε τους νεαρούς φιλόδοξους μαθητευόμενους βοηθούς σε μελλοντικούς καλλιτέχνες, είχε κουτσομπολιό, ανέκδοτα, ξενύχτια και πειράγματα, ιδίως όταν έφτανε η Κυριακή βράδυ κι έπρεπε να γίνει η «αποκαθήλωση» του προηγούμενου έργου και η ανάρτηση του νέου! Η αλλαγή των «ντεκόρ» είχε την ατμόσφαιρα γιορτής και γινόταν από πολύ καλά συντονισμένη ομάδα τεχνητών-συνεργείο με οργάνωση και ταχύτητα και με πολλούς νυχτερινούς… θεατές στο πεζοδρόμιο και περισσότερους τη Δευτέρα πρωί. Είναι αλήθεια ότι οι καλλιτέχνες σπάνια έβλεπαν τις ταινίες των ντεκόρ που ζωγράφιζαν, όμως έπιαναν στον αέρα την υπόθεση του έργου και την αποτύπωναν στη γιγαντοαφίσα με επιτυχία…

Παράλληλα το εργαστήριο εξελίχθηκε σε γνώριμο περιβάλλον καλλιτεχνών, συγγραφέων, σκηνοθετών, ηθοποιών, δημοσιογράφων του οργανισμού Λαμπράκη από το διπλανό κτίριο και λειτούργησε σαν ένα πνευματικό στέκι ανολοκλήρωτων συζητήσεων και σχολιασμού των σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων, της πολιτικής επικαιρότητας, και όχι μόνο, με το καφεδάκι του κυρ-Βασίλη και του Στράτου.

Όλα αυτά συνέβαιναν στην πόλη πολύ πριν εμφανισθεί η τηλεόραση και πολύ πριν συντελεστεί η μεγάλη καταστροφή του εμβληματικού κτιρίου της οδού Σταδίου το 2012. Ο Μεμάς έλεγε ότι η οδός Σταδίου είναι μια υπαίθρια γκαλερί και φυσικά το εννοούσε…

Εμείς, οι κόρες του Μεμά Τουλιάτου, του καλλιτέχνη των έργων της έκθεσης, μεγαλώσαμε μέσα στο εργαστήριο αυτό καταγράφοντας έντονες εικόνες αρμονικής συνεργασίας για την προετοιμασία του έργου, διασκεδάζοντας με τον τρόπο και την… αέναη κίνηση του ζωγράφου μπροστά στο τελάρο κρατώντας τη φωτογραφία του ήρωα στο αριστερό χέρι και το πινέλο στο δεξί, και συλλέγοντας υπέροχες αναμνήσεις στον δρόμο, μπροστά στον κινηματογράφο. Κι όταν βαριόμασταν, τρυπώναμε στην αίθουσα για την ολοκλήρωση της απόλαυσης μαζί με τη μητέρα μας.

Η αλήθεια είναι ότι στη διάρκεια λειτουργίας του εργαστηρίου παρακολουθήσαμε τη γέννηση εκατοντάδων γιγαντοαφισών σε χιλιόμετρα χαρτιού του μέτρου και με αμέτρητα κιλά χρωμάτων!

Η αλήθεια επίσης είναι ότι δεν είχαμε γεννηθεί όταν ο πατέρας μας έκανε την πρώτη του γιγαντοαφίσα, όμως ήμασταν παρούσες στη δημιουργία της τελευταίας του που ήταν «Το Χάραμα» του Βαγγέλη Μπίστικα, που έγινε σε συνεργασία με τον ζωγράφο Μάριο Χονδρογιάννη και προβλήθηκε στο ΙΝΤΕΑΛ.

Σήμερα, τα ελάχιστα «σπαράγματα» αυτής της τέχνης, που πολύ αμφισβητήθηκε από ζωγράφους «του καβαλέτου», τα υπερασπιζόμαστε με συγκίνηση και αγάπη γιατί αποτελούν μικρό δείγμα μιας εποχής που η Αθήνα είχε φως, χρώμα και αληθινό πολιτισμό της καθημερινότητας.

Cinema Portraits – The art of movie giga posters, έως τις 9 Φεβρουαρίου 2019
The Blender Gallery, Ζησιμοπούλου 4, Γλυφάδα, 2130280597