Design & Αρχιτεκτονικη

Χωρίς υπόγεια σύνδεση με το Ακροπόλ η επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Στις 15 Φεβρουαρίου, η παρουσίαση της επιλεγείσας πρότασης των γραφείων Chipperfield –Τομπάζη, με την παρουσία του πρωθυπουργού

Newsroom
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Ο διαγωνισμός, τα κριτήρια επιλογής και η ημερομηνία επίσημης παρουσίασης της πρότασης

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αλλάζει. Στη συνέντευξη τύπου της Τετάρτης 18 Ιανουαρίου, η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Αξιολόγησης αρχιτεκτονικού προσχεδίου, Ανδρέας Κούρκουλας, αναφέρθηκαν στη διαδικασία επιλογής του αρχιτεκτονικού προσχεδίου. 

Η επίσημη παρουσίαση της επιλεγείσας πρότασης των γραφείων Chipperfield –Τομπάζη θα γίνει στις 15 Φεβρουαρίου με την παρουσία του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, ωστόσο, όπως ανακοινώθηκε η επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου δεν θα έχει υπόγεια σύνδεση με το Ακροπόλ. Σύμφωνα με τον καθηγητή Ανδρέα Κούρκουλα όλες οι ομάδες που πήραν μέρος θεώρησαν ότι δεν χρειάζεται η ένταση αυτής της υπόγειας σύνδεσης και πρότειναν το πέρασμα να γίνει επιφανειακά ενώ ως ερωτηματικό έμεινε η σύνδεση με τα ιστορικά κτίρια του Πολυτεχνείου.

Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, αναφέρθηκε στη διαδικασία που προηγήθηκε της επιλογής της πρότασης, στο σήμερα, αλλά και στα επόμενα βήματα που θα ακολουθήσουν. 

Νέο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: «Στόχος της επιλογής μας: να αποκτήσει μια διεθνή διάσταση», σημειώνει η Λίνα Μενδώνη

«Σήμερα, έχουμε ολοκληρώσει το πρώτο βήμα του έργου, την αρχιτεκτονική ιδέα. Με βάση όλη την ισχύουσα νομοθεσία. Πρέπει να πω ότι αυτή η διαδικασία επί της ουσίας ολοκληρώθηκε, σε έξι μήνες από την πρόσκληση των αρχιτεκτονικών γραφείων, χωρίς την παραμικρή δαπάνη, εκ μέρους του ελληνικού Δημοσίου. Από την αρχή είχαμε θέσει ως στόχο, ήταν επιλογή μας, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μουσείο του είδους του, σε διεθνές επίπεδο, της προβολής του ελληνικού πολιτισμού, του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής τέχνης, να αποκτήσει μια διεθνή διάσταση», ανέφερε στην εισαγωγική της τοποθέτηση και πρόσθεσε: 

«Τα επόμενα βήματα που θα ακολουθήσουν, είναι το αρχιτεκτονικό σχήμα Τσίπερφιλντ-Τομπάζη, να εξελίξει την πρότασή του ώστε να είναι έτοιμες οι μελέτες υλοποίησης. Και ακολούθως, μέσω της γνωστής διαγωνιστικής διαδικασίας, που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο, δηλαδή ο Νόμος 4412, το έργο θα χρηματοδοτηθεί από ενωσιακούς πόρους, από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, είτε είναι ΕΣΠΑ, είτε είναι άλλα προγράμματα, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακριβώς λόγω της σημαντικότητας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, θέσαμε διεθνείς προδιαγραφές, διότι θέλαμε να έχουμε ένα μουσείο εξωστρεφές στην κοινωνία. Προφανώς να αντικατοπτρίζει  την πορεία και την εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, όμως να έχει ουσιαστική συμμετοχή και στο διεθνές γίγνεσθαι». 

© ΥΠΠΟΑ

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Τα κριτήρια της Επιτροπής για την επιλογή της πρότασης

Η πρόσκληση στα διεθνή αρχιτεκτονικά γραφεία προκειμένου να καταθέσουν προτάσεις έγινε με την προϋπόθεση να έχουν βραβευθεί διεθνώς, με εγνωσμένου κύρους διακρίσεις όπως το Pritzker ή το βραβείο Mies Van der Rohe, και επιπλέον να έχουν σχεδιάσει ένα μουσείο το οποίο να έχει τύχει ανάλογης διάκρισης. Μιλώντας για την αξιολόγηση των προτάσεων από τη συστηθείσα επιτροπή ο Ανδρέας Κούρκουλας έκανε λόγο για εννέα κριτήρια που τέθηκαν και τα οποία έχουν να κάνουν με τη σχέση με την πόλη, τη χορογραφία της κίνησης στο μουσείο, τη σύγχρονη, ψηφιακή διάστασή του, τη σύνθεση του παλιού με το νέο κτίριο. «Είπαμε από την αρχή ότι ένα μουσείο δεν έχει μόνο τουριστική διάσταση, να φέρουμε τουρίστες στην περιοχή, αλλά έχει πολύ σημαντική επέμβαση στην πόλη γενικότερα. Και το μεγάλο στοίχημα, πέρα από το δεδομένο των τουριστών, είναι πόσο οι κάτοικοι μπορούν να επισκέπτονται τους χώρους του μουσείου. Ουσιαστικά να αποτελέσει το μουσείο ένα σημείο συνάντησης του ευρύτερου κέντρου. Να μπορεί να είναι οικολογικά πρωτότυπο, να έχει δηλαδή μια ευαισθησία, γύρω από τη σύγχρονη προβληματική. Να απαντήσει με έναν στέρεο τρόπο, στη σχέση έκθεσης, κυρίως τρισδιάστατων αντικειμένων, με το φόντο όπου εκτίθενται. Να μπορεί να μας μιλήσει για το θέμα του φωτισμού, του φυσικού φωτισμού, και ιδιαίτερα του κατακόρυφου φωτισμού, μια που μιλάμε για μια μεγάλη επιφάνεια, που θα καταλάβει τον σημερινό κήπο μπροστά από το μουσείο. Σε όλα αυτά τα κριτήρια οργανώθηκε η συζήτηση της Επιτροπής και με αυτόν τον τρόπο μπόρεσαν διαφορετικές ειδικότητες, αρχαιολόγων, ιστορικών τέχνης, αρχιτεκτόνων, να τοποθετηθούν». 

«Θέλουμε ένα ενιαίο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Όχι ένα παλιό και ένα νέο» - Η επέκτασή του

Επιδίωξη είναι τα δύο κτίρια να έχουν μια λειτουργική ενότητα ξεκαθάρισε η Λίνα Μενδώνη. «Έχουμε την ιδιαιτερότητα ενός παλιού κτιρίου το οποίο είναι χαρακτηρισμένο μνημείο και στο οποίο υπάρχει μία επέκταση. Αυτό, λοιπόν, το οποίο επιθυμούμε και είναι και ο στόχος μας, να μην έχουμε το παλιό και την επέκταση ή το παλιό και το νέοΘέλουμε ένα ενιαίο μουσείο. Ένα μουσείο το οποίο και τα δύο τμήματά του θα λειτουργούν ενιαία, συμπληρωματικά και η έκθεσή του θα έχει έναν ενιαίο χαρακτήρα. Αυτό δημιουργεί αυξημένες ανάγκες στη μελετητική προσέγγιση, τόσο από πλευράς αισθητικής όσο και από πλευράς λειτουργικής. Να εναρμονιστούν τα δύο κτίρια. Το παλιό, επαναλαμβάνω, έχει την ιδιαιτερότητα ότι είναι το ίδιο ένα κηρυγμένο μνημείο. Άρα θα πρέπει να το σεβαστείς με τον τρόπο που θέτει η αρχαιολογική νομοθεσία. Και επίσης, και αυτό δεν είναι αμελητέο, να σκεφτεί κανείς την ποικιλία των εκθεμάτων και ως υλικά αλλά και στο εύρος των χρονολογικών περιόδων που καλύπτουν. Το Μουσείο της Ακρόπολης από αυτή την άποψη, είχε μία μεγαλύτερη ευκολία θα έλεγα, στην έκθεσή του. Εδώ, υπάρχουν θέματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν με συγκεκριμένο τρόπο όχι μουσειολογικό, μουσειογραφικό. Και όλο αυτό, το εσωτερικό δηλαδή του μουσείου, που είναι ο θησαυρός, να ενταχθεί σε ένα εξωτερικό κέλυφος, σε ένα περίβλημα το οποίο θα έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία θα συλλειτουργούν με το περιεχόμενο»

Οι νέοι χώροι του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Οι εκθεσιακοί χώροι του μουσείου σήμερα καλύπτουν περί τα 16.500 τ.μ., ενώ η συνολική επιφάνεια του κτηρίου, μαζί με τις αποθήκες, καταλαμβάνει 24.500 τ.μ. Η επέκταση θα του χαρίσει επιπλέον 16.500 τ.μ. νέων εκθεσιακών χώρων, καθώς και χώρο στάθμευσης της τάξεως περίπου των 8.500 τ.μ. Ουσιαστικό μέρος του μουσείου αναφέρθηκε ότι θα είναι ο κήπος που θα αναπτύσσεται σε έκταση περίπου 13.000 τ.μ. 

Για τις αντιδράσεις

Σε σχέση με τις αντιδράσεις αρχιτεκτόνων και αρχαιολόγων στο γεγονός ότι προκρίθηκε η λύση ενός κλειστού διαγωνισμού κατά τον οποίο ζητήθηκε σε δέκα ξένα αρχιτεκτονικά γραφεία να καταθέσουν προτάσεις σε συνεργασία με αντίστοιχα ελληνικά, ο Ανδρέας Κούρκουλας χαρακτήρισε τις αντιδράσεις «γραφικές» επισημαίνοντας ότι το πλήθος των συμμετοχών σε έναν ανοιχτό διαγωνισμό θα αποθάρρυνε σημαντικά γραφεία από το να συμμετέχουν «λόγω του κόστους αλλά και του χαώδους αυτής της διαδικασίας». Αναφερόμενος, μάλιστα, στις διαδικασίες των διαγωνισμών που έχουν ακολουθηθεί από τη Μεταπολίτευση, επεσήμανε ότι θα πρέπει «να καταλάβουμε τι χειριζόμαστε λάθος στους διαγωνισμούς, το οποίο δεν επιτρέπει στις δυνάμεις των Ελλήνων αρχιτεκτόνων να αποκτήσουνε κύρος στη διεθνή κοινότητα».