Design & Αρχιτεκτονικη

Τα κτίρια της πόλης μιλάνε #2

Ωδείο Αθηνών

Κωνσταντίνος Τζήκας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φέτος συμπληρώνονται 45 χρόνια από την ανέγερση ενός από τα πιο ξεχωριστά κτίρια της Αθήνας. Το Ωδείο Αθηνών αξίζει, και με το παραπάνω, χαρακτηρισμούς βαρύγδουπους και πολυφορεμένους όπως «σημείο αναφοράς», «έμβλημα» και «ιστορικό κτίριο». Ως μία από τις κορυφαίες εκφράσεις της αρχιτεκτονικής σχολής του Bauhaus στην πόλη μας, ως το κτίριο που στεγάζει έναν από τους παλαιότερους σημαντικούς πνευματικούς θεσμούς της Ελλάδας, ως σημείο συνάντησης ετερόκλητων μορφών τέχνης και ανήσυχων νεολαίων ακόμα και μέχρι σήμερα.

Όταν ντεμπούταρε το 1969, Βασιλέως Γεωργίου Β’ και Ρηγίλλης γωνία, ένα ήταν βέβαιο: η περιοχή δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Παρουσία έντονη στον χώρο, απέναντι από το επίσης νεοσυσταθέν τότε Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ογκώδες και προκλητικά μοντέρνο καταμεσής κτιρίων κλασικής τεχνοτροπίας, ήταν απλά αδύνατο να περάσει απαρατήρητο.

Η ταυτότητα του ιστορικού κτιρίου

Από τα λίγα ακραιφνώς Bauhaus κτίρια στην Αθήνα, το πρωτοποριακό Ωδείο δομήθηκε με βάση τις διαστάσεις και τη χωροθέτηση που προβλέπονταν στον αρχικό σχεδιασμό του, αν δηλαδή είχαν υλοποιηθεί και τα κτίρια-«αδελφάκια» του, με τα οποία θα συναποτελούσε κομμάτι του Πνευματικού Κέντρου Αθηνών. Εξ ου και η τοποθέτηση του Ωδείου, λοξά προς τους κύριους οδικούς άξονες που το περιβάλλουν, όσο και το μάλλον ασυνήθιστα μακρόστενο σχήμα του (για τους λάτρεις των αρχιτεκτονικών trivia, μιλάμε για μήκος στα 160 μ., πλάτος στα 32 μ. και ύψος στα 10,50 μ.).

Εντυπωσιακό σε μέγεθος – δύσκολο να συλλάβει με τη μία το μάτι σου ολόκληρη την επιμήκη σιλουέτα του – υπήρξε το πρώτο κτίριο που μπόρεσε να στεγάσει πλήθος διαφορετικών αιθουσών για μαθήματα, συναυλίες, συγκεντρώσεις. Σήμερα περιλαμβάνει περί τους 35 χώρους διδασκαλίας, αίθουσες διδασκαλίας λυρικής μουσικής 350 θέσεων και δραματικής τέχνης 150 θέσεων, αίθουσα συναυλιών 820 θέσεων και άλλους χώρους μελέτης και συγκέντρωσης.

n

Λευκό, επενδυμένο με μάρμαρο Πεντέλης, με αυστηρή ρυθμικότητα και εξίσου αυστηρή οργάνωση σε πλέγμα γράμμων (κάνναβος), με τον αφαιρετικό και λιτό του χαρακτήρα και το ισόγειο με τις κιονοστοιχίες, πρόκειται απλά για την επιτομή του γερμανικού μοντερνισμού.

Η ιστορία του

Όχι πως η πορεία του σύγχρονου κτιρίου του Ωδείου είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Ίσα-ίσα, συνάντησε αντιδράσεις, αλλά και τη συνήθη έλλειψη πόρων. Παρά τρίχα να παρέμενε απλά μια ιδέα στο μυαλό του σπουδαίου αρχιτέκτονα Ιωάννη Δεσποτόπουλου.

Φοιτητής του ιδρυτή του Bauhaus, Walter Gropius, στη Βαϊμάρη (έγινε γνωστός στο εξωτερικό με το όνομα Jan Despo), ο Δεσποτόπουλος συνέβαλε καθοριστικά στην άνθιση της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Το μεγάλο του όραμα ήταν βέβαια η πολυσύνθετη μελέτη του για το Πνευματικό Κέντρο της Αθήνας, που κέρδισε το Α’ βραβείο σε πολεοδομικό διαγωνισμό ιδεών το 1959. Αλλά, μια και μιλάμε για την Ελλάδα και τη γνωστή πονεμένη ιστορία υλοποίησης βραβευμένων αρχιτεκτονικών μελετών, το πόνημα του Δεσποτόπουλου (που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, κρατικό και υπαίθριο μουσείο, πινακοθήκη, κτίριο συναυλιών και χοροδράματος, βιβλιοθήκη, ξενοδοχείο και πλατεία προς τη Βασιλίσσης Σοφίας) ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Με εξαίρεση ένα μόνο τμήμα της μελέτης: το Ωδείο Αθηνών. Για την ιστορία, να πούμε ότι το Ωδείο στεγαζόταν από το 1871 στην Πειραιώς 35, σε ένα κτίριο του Βλαχούτση, το οποίο υπέστη μετατροπές από τον Τσίλλερ.

Η δημιουργία του Πνευματικού Κέντρου, όπως το είχε οραματιστεί ο Δεσποτόπουλος ήταν εξαρχής ένα δύσκολο στοίχημα, μια πρόταση αφόρητα προκλητική για την ιντελιγκέντσια της εποχής, που δέχθηκε πολλές επικρίσεις. Συνειδητά αιχμηρή, με τον ρηξικέλευθο συνδυασμό κλασικής απλότητας και μοντέρνας αισθητικής, υπερβολικά φιλόδοξη και άρα αναπόφευκτα καταδικασμένη. Σ’ αυτό σίγουρα δεν βοήθησε και η αρχική επιμονή του Δεσποτόπουλου να μετακινηθεί το Βυζαντινό Μουσείο από τη θέση του στη Βασιλίσσης Σοφίας, για να προκύψει αρμονικά το σύνολο των κτιρίων που είχε στο μυαλό του, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τον βραβευμένο αρχιτέκτονα Τηλέμαχο Ανδριανόπουλο, που έχει γράψει αναλυτικά για την ιστορία του Ωδείου.

n

image

Κώστας Καραμανλής και Μάνος Χατζιδάκις στα εγκαίνια του νέου κτιρίου

Το Ωδείο, ωστόσο, ολοκληρώθηκε κανονικά, αν και υπήρξε έργο εν εξελίξει για πολλά χρόνια, αφού δεν πήρε την οριστική, σημερινή μορφή του, παρά το 1985, σύμφωνα με το βιογραφικό σημείωμα του Δεσποτόπουλου στην ιστοσελίδα του Μουσείου Μπενάκη. Και καθιερώθηκε έτσι ως ένα από τα πιο αρχιτεκτονικά πρωτότυπα Ωδεία της Ευρώπης και ζωντανή απόδειξη των μοντερνιστικών πειραματισμών των 60s.

Δείτε βίντεο στο οποίο ο Τ. Ανδριανόπουλος μιλάει για το Ωδείο στην εκπομπή «Αστικό Τοπίο» του Καναλιού της Βουλής (αρχείο του μοντέρ-μουσικού επιμελητή Λάσκαρη Αγοραστού):

Η στοά των skaters και των breakdancers

Ο πραγματικός πρωταγωνιστής του κτιρίου όμως είναι το φως. Και εδώ φαίνεται να συμβάλει αποφασιστικά το «σπάταλο», θα έλεγε κανείς, μη χρηστικό, ασυνήθιστα μεγάλο μήκος του κτιρίου. Γιατί, ενώ δεν εξυπηρετεί κάποιον προφανή σκοπό, αντιλαμβάνεται κανείς πως χωρίς αυτό, το κτίριο δεν θα δεχόταν το φως σε τέτοια έκταση. Στον ευήλιο χαρακτήρα του συνεισφέρουν άλλωστε και οι στιπλνές επιφάνειες των τοιχωμάτων. Μεγαλύτερος αποδέκτης του φωτός η διάσημη πλέον στοά που αξιοποιείται εδώ και χρόνια από πιτσιρικάδες, σκεϊτάδες, αυτοσχέδιους περφόρμερ, breakdancers, καλλιτέχνες του δρόμου.

image

image

image

Δίπλα στην επίσημη διδασκαλία μουσικής και υποκριτικής που παραδίδεται στον 1ο όροφο, η στοά του ισογείου, όπως υπογραμμίζει και ο Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος, συνιστά ένα είδος αυτοσχέδιου σωματικού σχολείου, χώρο προπόνησης και ανταλλαγής εμπειριών, χώρο σωματικών αναμετρήσεων και διαγωνισμών. Όπως μου λέει και ο δημοσιογράφος Billy Γρυπάρης, είναι εδώ και πολλά χρόνια γνωστό και αγαπημένο στέκι των σκεϊτάδων, ειδικά άμα βρέχει, αφού ως στοά είναι προστατευμένος χώρος. Και κυρίως, διακρίνεται για την τέλεια, απόλυτα λεία επιφάνειά του – ιδανικό δηλαδή για skating και για breakdancing.

Δείτε το βιντεάκι από το περσινό διαγωνιστικό event Battle of Color με πλάνα από τη στοά του Ωδείου: 

Και ιδού η ιστορική ειρωνεία. Το Ωδείο, το κτίριο που παρά τρίχα κάποτε να μη γίνει, που συνάντησε εχθρότητα και δυσαρέσκεια, έγινε, προϊόντος του χρόνου, «ορόσημο», «εμβληματικό», «αξία». Όπως γίνεται πάντα: τα πρώην αμφιλεγόμενα γίνονται νυν κλασικά. Και από κτίριο «ορφανό», αποκομμένα από όλα τα αδελφάκια του, τα υπόλοιπα σχέδια του Δεσποτόπουλου που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, έγινε από το 2000 το προσωρινό (και όχι τόσο προσωρινό) σπίτι για το ορφανό Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που ετοιμάζεται οσονούπω να μετακομίσει στον ολόδικό του χώρο στη Συγγρού, στο παλιό κτίριο του Φιξ.

image

image

image

Πολλοί από τους χώρους του Ωδείου παραμένουν αναξιοποίητοι – μια από τις πολλές γοητευτικές παραδοξότητες αυτού του κολοσσιαίου επιτεύγματος. Κι εδώ αξίζει, ως κατακλείδα, να παραθέσουμε επί λέξη το απόσταγμα του κειμένου του Ανδριανόπουλου, γιατί αιχμαλωτίζει στην ουσία τι είναι αυτό που κάνει το Ωδείο να λειτουργεί και συγχρόνως να μη «λειτουργεί»: «Ο κήπος αυτός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Οι κλίμακές του έχουν παραμείνει απλώς σκυροδετημένες. Τα μαρμάρινα δάπεδα των στοών έχουν να καθαριστούν μία δεκαετία. Οι αίθουσες του ισογείου είναι κλειστές. Το αίθριο του υπογείου το χαίρονται κλιματιστικές μονάδες. Τα κουφώματα του τελευταίου στερούνται υαλοπινάκων. Στην αίθουσα συναυλιών δεν ακούστηκε ποτέ μουσική. Οι κλίμακες προς το υπόγειο έχουν μετατραπεί σε αποχωρητήρια. Οι ψευδοροφές έχουν κατά τόπους καταστραφεί. Το Ωδείο Αθηνών είναι στην ουσία κτίριο και ερείπιο. Εκτός όμως και αν γκρεμιστεί, ό,τι και να υποστεί, η δύναμή του είναι τέτοια που είναι αδύνατον να καταστραφεί: Το Ωδείο Αθηνών είναι ένα δαίδαλον. Πολύπλοκο, περίτεχνο, μυστηριώδες, γοητευτικό. Και ως δαίδαλον: αμφίπλευρο. Χρήσιμο και παρατημένο, μετρημένο και σπάταλο, φωτεινό και σκοτεινό, επίσημα κρατικό και παράδοξα οικειοποιημένο, παθιασμένα μελετημένο και άτυχα ανολοκλήρωτο και κυρίως: θεωρητικά εκτιμημένο, πρακτικά ξεχασμένο. Γοητευτικά Διπλό».


Οι τελευταίες έξι φωτό του θέματος είναι από το αρχείο του Τηλέμαχου Ανδριανόπουλου