Πολιτισμος

Έχει εθελοντές η πνευματικότητα του αύριο;

Σήμερα, οι ανησυχίες που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες γίνονται ολοένα και πιο επιφανειακές

Σοφία Καλαμαντή
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Σοφία Καλαμαντή γράφει για τις ανησυχίες των δυτικών κοινωνιών και τα κενά που δημιουργούνται στη σύγχρονη πνευματικότητα.

Ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη έγινε αφορμή να επανέλθουν με ορμή το έργο και η προσωπικότητά του στο προσκήνιο, τόσο στα παραδοσιακά μέσα όσο και στους τοίχους και την ροή ειδήσεων των κοινωνικών δικτύων. Ρεπορτάζ, αφιερώματα, ειδικές προβολές μνημειωδών έργων όπως το «Άξιον Εστί» και πλήθος από διηγήσεις, μαρτυρίες και συνεντεύξεις έριξαν σε συμπυκνωμένο χρόνο άπλετο φως στην πολυσχιδή προσωπικότητα του κορυφαίου καλλιτέχνη, που έφυγε από την ζωή πριν λίγες μέρες. Καθένας θέλησε πηγαία να μοιραστεί δημόσια κάτι από εκείνον και το έργο του που τον στιγμάτισε, τον άλλαξε ή ακόμη σημαντικότερα, τον έκανε καλύτερο.

Κάθε μία από αυτές τις προσωπικότητες που φεύγει αφήνει πίσω της ένα κενό τόσο αβυσσαλέο σαν μία μαύρη τρύπα: τίποτε δεν μπορεί πια να γεμίσει τον κενό αυτό χώρο. Το προσωπικό αποτύπωμα και το έργο καλλιτεχνών όπως ο Μίκης Θεοδωράκης θα μνημονεύεται με δέος και απεριόριστο θαυμασμό στο μέλλον, θα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής κληρονομιάς της χώρας και θα συμπεριληφθεί στις σελίδες των σχολικών εγχειριδίων. Για τους ανθρώπους των επόμενων γενεών όμως, οι αναφορές στα έργα αυτά δεν θα είναι οργανικό κομμάτι των προσωπικών τους θυμήσεων, δεν θα συγκαταλεχθούν στις προσλαμβάνουσες που γεννήθηκαν με τρόπο φυσικό από την αλληλεπίδραση με τον κοινωνικό και οικογενειακό τους περίγυρο, συνοδευόμενες ίσως και από φορτισμένες προσωπικές στιγμές βαρύνουσας σημασίας. Όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα υψηλά κλασικά έργα, έτσι και αυτά θα ενδυθούν με το πέρας των δεκαετιών τον μανδύα του αποστασιοποιημένου εκείνου θαυμασμού που γεννά ένα μουσειακό κειμήλιο: όλοι βεβαίως αναγνωρίζουν την αξία του, για πολύ λίγους όμως φέρει εκείνη την ξεχωριστή προσωπική αναφορά, τη γοητεία εκείνη που μόνον η γνήσια συγκίνηση για ένα καλλιτεχνικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει, απαλλαγμένη από ορθολογικές αναλύσεις και ερμηνείες.

Η ηχηρή απουσία ανθρώπων που θα αναλάβουν τη συνέχιση της πνευματικής, πολιτισμικής και πολιτιστικής παράδοσης τις επόμενες δεκαετίες είναι ένας προβληματισμός που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη τη Δύση. Σήμερα, οι ανησυχίες που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες γίνονται ολοένα και πιο επιφανειακές, στροβιλίζονται γύρω από σπασμωδικά ξεσπάσματα ματαιόδοξης προβολής μέσα από τηλεοπτικά ριάλιτι, selfies και μουσική που προωθεί τον άκρατο καταναλωτισμό ως το ύστατο επίπεδο αυτοπραγμάτωσης. Ταυτόχρονα, το πλήθος διαθέσιμης πληροφορίας ανά πάσα ώρα και στιγμή καθιστά την όποια προτροπή για περισυλλογή όχι απλώς μη ελκυστική, αλλά πρακτικά αδύνατη. Όσοι επιθυμούν να εκφράσουν μία παραπάνω ανησυχία για τα κακώς κείμενα της εποχής, αρκούνται σε μία δήθεν μεγαλεπήβολη και φασαριόζικη αποκήρυξη ολόκληρης της ιστορικής πορείας της Δύσης. Τα νέα κινήματα σκεπτικισμού και αμφισβήτησης, τροφοδοτούμενα από τις θέσεις της πολιτικής ορθότητας, ασχολούνται μανιωδώς με το παρελθόν, αφιονίζονται με την αποκαθήλωση των κλασικών σπουδών, των παλιών ταινιών και βιβλίων, ενώ καμία αντιπρόταση δεν έχουν για το τι θα μπορούσε στην πράξη να αντικαταστήσει –ή έστω να υποκαταστήσει- το κυρίαρχο αξιακό και πνευματικό οπλοστάσιο της Δύσης.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται λοιπόν όλοι όσοι ουδεμία ανάγκη για πνευματικές ή άλλες αναζητήσεις έχουν εξαιτίας της γεμάτης –όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται- καθημερινότητας τους και από την άλλη, οι «ανήσυχοι» της εποχής αρκούνται στην εύκολη λύση της καθολικής αποκήρυξης του πολιτισμικού φορτίου που φέρουν, πιστεύοντας ακράδαντα πως αυτό αποτελείται από ένα συνονθύλευμα ιδεολογικών εναυσμάτων που οδηγούν στη βία, το μίσος και την καταστροφή. Δεν επιτρέπουν να τους συναρπάσει ο λυρισμός που αγόγγυστα ρέει στη γλώσσα ενός ρομαντικού ποιητή, ούτε η ψυχική ανάταση που προκαλεί μία κλασική μουσική σύνθεση, εάν δεν βεβαιωθούν πρώτα ότι το προφίλ του δημιουργού είναι το αρμόζον στις σημερινές επιταγές συμμόρφωσης. Τις περισσότερες φορές μάλιστα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κρίνουν οι ίδιοι έναν καλλιτέχνη, αλλά στρέφονται με ανακούφιση προς τα σχόλια και τις κριτικές διαδικτυακών τρολ, τα οποία τους λυτρώνουν με την ετυμηγορία τους από το τρομερό βάρος της απόφασης.

Τα κενά που δημιουργούνται στη σύγχρονη πνευματικότητα δεν είναι δυσαναπλήρωτα μονάχα επειδή φεύγουν όσοι τα κάλυπταν έως τώρα, αλλά και επειδή κανείς δεν φαίνεται να αγωνιά πραγματικά για την έγκαιρη αποκατάστασή τους. Η αναζήτηση για το ποιος θα μπορέσει να περισώσει την πνευματική κληρονομιά του αύριο δεν συνίσταται μόνον στην στωική αναμονή για την έλευση μίας προσωπικότητας του εκτοπίσματος του Μίκη Θεοδωράκη; κάτι τέτοιο είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να το διαγνώσει κανείς εκ των προτέρων. Όμως, όπως εκείνος έκανε ευρέως γνωστή την ποίηση του Σεφέρη και του Ελύτη σε ένα τεράστιο κοινό, που ενδεχομένως να μην είχε την ευκαιρία να τους προσεγγίσει αλλιώς, έτσι θα χρειαστεί να υπάρξουν οι εθελοντές εκείνοι, που θα συνεχίσουν να μεταλαμπαδεύουν στον δικό τους μικρό ή μεγάλο περίγυρο οτιδήποτε θεωρούν ότι δεν πρέπει να βρίσκεται αποκλειστικά σε μία προθήκη μουσείου, αλλά και στο σαλόνι ή στη βιβλιοθήκη ενός σπιτιού.