Πολιτισμος

Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος: Εντυπωσιακή και ανακαινισμένη

Πρώτες εντυπώσεις από την επίσκεψη – Ποια είναι η Ιστορία της – Τι δήλωσε στην ATHENS VOICE η Λίνα Μενδώνη
Έλενα Ντάκουλα
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Πρώτες εντυπώσεις από την επίσκεψη στην Εθνική Πινακοθήκη – Ποια είναι η Ιστορία της – Τι δήλωσε στην ATHENS VOICE η Λίνα Μενδώνη

Η εντυπωσιακή και ανακαινισμένη Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος, ανοίγει το απόγευμα της 24ης Μαρτίου 2021 ξανά τις πόρτες της, για να υποδεχθεί, σε μία συμβολική επίσκεψη, ηγέτες ξένων κρατών, που θα τιμήσουν με την παρουσία τους την Ελλάδα, με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης.                 

Ο διάδοχος του βρετανικού θρόνου και Πρίγκιπας της Ουαλίας Κάρολος, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Καμίλα, Δούκισσα της Κορνουάλης, ο Πρωθυπουργός της Ρωσίας Μιχαήλ Μισούστιν και η Γαλλίδα Υπουργός Αμυνας, Φλοράνς Παρλί, αντιπροσωπεύουν τις ξένες δυνάμεις που συμμετείχαν στην ναυμαχία του Ναυαρίνου κατά του τουρκικού στόλου το 1827, η νικηφόρα έκβαση της οποίας άνοιξε τον δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία.   

Οι προσκεκλημένοι θα ξεναγηθούν στην επετειακή έκθεση που στήθηκε στον πρώτο όροφο για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης, με έργα ζωγραφικής με θέμα τον αγώνα της ανεξαρτησίας και ήρωες της Επανάστασης του 1821, καθώς επίσης και σε μία ενότητα με έργα Ελλήνων καλλιτεχνών (πορτρέτα, τοπιογραφίες κλπ) του 19ου αιώνα. Στην εκδήλωση θα παραβρεθεί και ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Αναστασιάδης.

Δήλωση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνας Μενδώνη, στην ATHENS VOICE

«Η Εθνική Πινακοθήκη, σε μία κίνηση υψηλού συμβολισμού, ανοίγει τις πύλες της, το απόγευμα της 24ης Μαρτίου 2021, για να υποδεχθεί τους επίσημους προσκεκλημένους της ελληνικής κυβέρνησης. Είναι μία μορφή απόδοσης τιμής στις χώρες, οι οποίες αναγνώρισαν την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος το 1830.

Η παρουσία του πρίγκιπα της Ουαλίας Καρόλου, διαδόχου του βρετανικού θρόνου, ο οποίος συνοδεύεται από τη σύζυγό του δούκισα της Κορνουάλης, του πρωθυπουργού της Ρωσίας Μιχαήλ Μιστούστιν και της εκπροσώπου του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, υπουργού Εθνικής Άμυνας Φλοράνς Παρλί, στον εορτασμό των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση υπενθυμίζει τις συνθήκες που καθόρισαν την ανεξαρτησία της χώρας μετά την Επανάσταση του 1821. Λίγες εβδομάδες μετά την πτώση της Ακρόπολης, στις 24 Μαΐου 1827, όταν η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία αποφάσισαν την ειρήνευση στην Ελλάδα και υπέγραψαν τη Συνθήκη του Λονδίνου, στις 24 Ιουνίου 1827, η οποία καθόριζε τα της ανεξαρτησίας της χώρας. Ακολούθησε –τέσσερις μήνες αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου 1827, η ναυμαχία στο Ναυαρίνο, όπου ο τριεθνής στόλος διέλυσε τον τουρκοαιγυπτιακό και εν τέλει το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 -υπογεγραμμένο από τις τρεις χώρες- την πρώτη διεθνή πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Η απόδοση της Εθνικής Πινακοθήκης την 24η Μαρτίου, σηματοδοτεί την έναρξη των εορτασμών της επετείου των 200 ετών. Ταυτόχρονα, στις νέες αίθουσές της, όπου εκτίθενται 1000 έργα από τον θησαυρό των συλλογών της, παρακολουθούμε την παράλληλη πορεία της ελληνικής ζωγραφικής με αυτήν του νεότερου ελληνικού κράτους. Η έκθεση “Το 1821 στη ζωγραφική. Η Ελλάς απαιτεί την ιστορικήν Πινακοθήκην της”, αποτελεί την πρώτη περιοδική έκθεση της Πινακοθήκης, αφιερωμένη στην επέτειο των 200 ετών. Τα έργα της έκθεσης αποτυπώνουν την έμπνευση των δημιουργών τους, από τον αγώνα των Ελλήνων για Ελευθερία. Ανάμεσά τους δύο πίνακες του Ανδρέα Βρυζάκη “Η Ελλάς ευγνωμονούσα” (1858) και “Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι” (1861), αλλά και “Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη” του Ivan Aivazovsky (1881).

Το ανακαινισμένο κτήριο με υπερδιπλάσιους χώρους -σχεδόν 21.000 τ.μ.- διαθέτει όλες τις σύγχρονες μουσειακές υποδομές, και μαζί με τα έργα των μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αιώνα, εντάσσουν επάξια την Εθνική Πινακοθήκη στον κατάλογο των ανάλογων ευρωπαϊκών μουσείων.

Το έργο της ολοκλήρωσης του εκσυγχρονισμού και της επέκτασης του κτηριακού συγκροτήματος της Πινακοθήκης το οποίο, ουσιαστικά είχε μείνει μετέωρο, από το 2015, αποτέλεσε απόλυτη προτεραιότητα της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τον Αύγουστο 2019 ετέθη το ορόσημο της 25ης Μαρτίου 2021 ως ημέρα εγκαινίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Τότε δεν γνωρίζαμε την πανδημία. Το χρονοδιάγραμμα τηρήθηκε αυστηρά και απαρέγκλιτα. Ο συντονισμός των εμπλεκόμενων, η συστηματική παρακολούθηση του προγράμματος των εργασιών και ουσιαστικά, η επιστράτευση του φιλότιμου και της αγάπης του καθενός και της καθεμιάς, τόσο των αρμόδιων στελεχών του Υπουργείου Πολιτισμού, της Εθνικής Πινακοθήκης, και των αναδόχων του έργου, ανέτρεψαν όλες τις τεχνικές δυσκολίες που πρόσθετε συνεχώς και η πανδημία. Όχι μόνον από την ελλιπή σύνθεση του εργατικού δυναμικού -για την απόλυτη τήρηση των μέτρων- αλλά και από τις καθυστερήσεις στην άφιξη των υλικών που είχαν παραγγελθεί στο εξωτερικό.

Σε όλους οφείλω ευχαριστίες από καρδιάς και θερμά συγχαρητήρια για τη σκληρή δουλειά και την αποτελεσματική συνεργασία μας».

Για το ευρύ κοινό, τα εγκαίνια της εκσυγχρονισμένης, γεμάτης φυσικό φως Εθνικής Πινακοθήκης, με τη νέα αισθητική, τον επιπλέον όροφο και με το γυαλί να καλύπτει όλη την πρόσοψη του κτιρίου Β (προς τη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου, το οποίο τιμητικά μετονομάστηκε σε πτέρυγα «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος»), όπου πάνω της αντανακλάται ο αττικός ουρανός, ο λόφος του Λυκαβηττού και τα γύρω οικοδομήματα, με αμφιθέατρο, καφέ-εστιατόριο με πανοραμική θέα στην Αθήνα, διπλάσια τετραγωνικά σε λειτουργικούς χώρους, αλλά και διπλάσια έργα της μόνιμης συλλογής, θα γίνουν μόλις το επιτρέψουν οι υγειονομικές συνθήκες της χώρας.

Το φιλότεχνο κοινό θα έχει τότε την ευκαιρία να επισκεφθεί την περιοδική έκθεση: «Το 1821 στη ζωγραφική. Η Ελλάς απαιτεί την ιστορικήν Πινακοθήκην της» με έργα τα οποία προέρχονται αποκλειστικά από τις ελληνικές και ευρωπαϊκές συλλογές της, με ζωγραφική του 19ου αιώνα. Μοναδική εξαίρεση, δύο πίνακες Ιταλών καλλιτεχνών, οι οποίοι ανήκουν στο Ίδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός και παραχωρήθηκαν γενναιόδωρα στην Πινακοθήκη για τις ανάγκες του επετειακού αφιερώματος. Όλοι οι πίνακες της έκθεσης είναι εμβληματικά έργα τα οποία οι δημιουργοί τους τα εμπνεύστηκαν από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων.

Στην ευρύχωρη, με υπέροχη θέα, λιτή αλλά «ζεστή», λόγω επένδυσης με ξύλο, αίθουσα υποδοχής, το μνημειακών διαστάσεων έργο του Παναγιώτη Τέτση με τα φωτεινά χρώματα. Η «Λαϊκή αγορά» καλωσορίζει τους επισκέπτες, μεταφέροντας το μήνυμα ότι η Εθνική Πινακοθήκη είναι ανοιχτή για όλο τον κόσμο, όπως είναι μια λαϊκή αγορά..., απλώς προσφέρει άλλου τύπου «προϊόντα» και «ευχαρίστηση».

Ο εξωτερικός χώρος της Πινακοθήκης κοσμείται από έργα τέχνης, όπως το γλυπτό του Auguste Rodin, μία σύνθεση από μία μεταλλική κολόνα, πάνω στην οποία είναι τοποθετημένος «Ο άνθρωπος που βαδίζει» και βρίσκεται μπροστά στα σκαλιά της κεντρικής εισόδου, ένα γλυπτό του Τάκη καθώς το γλυπτό Ιστία του Γ. Νικολαΐδη. 

Επίσης, κάτω από τη γέφυρα που ενώνει τον χώρο υποδοχής με την Πτέρυγα «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», ένα κανάλι με νερό αναπαριστά συμβολικά την κοίτη του Ιλισού ποταμού, που έρεε παλιά στην περιοχή. Μέσα σ’ αυτό έχει τοποθετηθεί ένα γλυπτό του Κώστα Βαρώτσου. Στο βάθος, οι «Ομπρέλες» του Γ. Ζογγολόπουλου. 

Το θέαμα της φωτισμένης το βράδυ και δεσπόζουσας στον κόμβο του Χίλτον, Εθνικής Πινακοθήκης είναι πραγματικά υπέροχο.

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΤΗΡΙΟΥ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΕΙΝΑΙ ΕΦΑΜΙΛΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΩΝ.

Η ιστορία της Εθνικής Πινακοθήκης

Η Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, με τις πολύτιμες και πλούσιες συλλογές της, οι οποίες περιλαμβάνουν πάνω από 20.000 έργα τέχνης, και καλύπτουν  μία περίοδο από τα μεταβυζαντινά χρόνια έως τις μέρες μας, θεωρείται ο θεματοφύλακας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. 

Αυτή δεν θα υπήρχε χωρίς τα κληροδοτήματα και τις δωρεές σημαντικών και εμπνευσμένων ανθρώπων (Αλεξάνδρου Σούτσου, Μαρίνου Κοριαλένιου, Ο. Φωκά κ.α.) καθώς και τις δωρεές σημαντικών ιδιωτικών συλλογών, δωρεές των ιδίων των καλλιτεχνών, την συνεργασία με το Ίδρυμα Κουτλίδη και την παρουσίαση της ομώνυμης συλλογής στην Πινακοθήκη. Όλοι και όλα αυτά μαζί, συνέβαλαν στη δημιουργία και των εμπλουτισμό των εκθεμάτων της.

Η ίδρυσή της αναφέρεται στην παράγραφο ζ' ενός διατάγματος του 1833 που αφορούσε τις αρμοδιότητες του υπουργείου Παιδείας: «η εις τα τέχνας προόεδευσις, η σύστασις τεχνοδιδακτικών σχολείων και συλλογών και η ανέγερσις πλασματογραφικών τεχνών, η προπαρασκευή εις ανασκαφήν και ανακήρυξις των απολεσθέντων αριστουργημάτων των τεχνών, η φροντίς περί της διαφυλάξεως των εισέτι υπαρχόντων και επαγρύπνησις ώστε να μην εξάγωνται από το κράτος».

Ο Βαυαρός αρχιτέκτων Leo von Klenze ανέλαβε τα σχέδια ανέγερσης του μουσείου - του Παντεχνείου, όπως το είχε ονομάσει, τα οποία όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Η πρώτη προσπάθεια συλλογής έργων τέχνης που θα στεγαζόταν στο μουσείο έγινε από τον διευθυντή του Πολυτεχνείου F. Zentner και περιελάμβανε όσα έργα είχαν συγκεντρωθεί στο υπουργείο Εσωτερικών και στην Αίγινα από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Τα έργα αυτά, τα οποία προέρχονταν από δωρεές ελλήνων καλλιτεχνών και συλλεκτών, μεταφέρθηκαν στο Πολυτεχνείο και η Πινακοθήκη άνοιξε εκεί το 1878. Το 1896 ο ευεργέτης Αλέξανδρος Σούτσος (1839-1895) άφησε όλη του την περιουσία για την ανέγερση ενός Μουσείου Ζωγραφικής.

Ο νόμος που ψηφίστηκε στις 10 Απριλίου 1900 και αφορούσε τη θέση και τον μισθό του Εφόρου, σηματοδότησε την επίσημη λειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης. Λίγους μήνες αργότερα, θεσμοθετήθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της και μέσω αυτού έγινε σαφές ότι η στέγαση της Πινακοθήκης στον άνω όροφο του κεντρικού διαμερίσματος του Πολυτεχνείου θα ήταν προσωρινή και ότι θα γίνονταν ενέργειες για την εύρεση μόνιμης και ιδίας στέγης.

Για την θέση του Εφόρου επισημοποιήθηκε ο διορισμός του ζωγράφου Γεωργίου Ιακωβίδη, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 28/7/1900, παραλαμβάνοντας από τον διευθυντή του Πολυτεχνείου Αναστάσιο Θεοφιλά, 258 έργα τέχνης που ανήκαν στις συλλογές του Πολυτεχνείου και του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έναν χρόνο αργότερα, στη συλλογή προστέθηκαν τα 107 έργα τέχνης της δωρεάς του Αλεξάνδρου Σούτσου.

Η πορεία όμως εύρεσης και απόκτησης στέγης υπήρχε μακρά, με δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Στην αρχή προτάθηκε ο χώρος στον περίβολο του Πολυτεχνείου, πρόταση όμως που γρήγορα εγκαταλείφθηκε για ν' ακολουθήσουν άλλες όπως το Πεδίο του Άρεως, ή το παλιό Αγγλικό Νεκροταφείο ή το οικόπεδο στη συμβολή των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, που παραχωρήθηκε το 1914 από το Δημόσιο, με ειδικό νόμο. Για διαφόρους λόγους, καμία απ’ αυτές δεν ευοδώθηκε, παρόλο που ο Ιακωβίδης είχε φροντίσει ν’ εξασφαλίσει πόρους για την οικοδόμηση, τόσο από δωρεά του Μαρίνου Κοριαλένιου, όσο και από την εκταμίευση ποσών από την διαθήκη του Μ. Ροδοκανάκη και το κληροδότημα Αβέρωφ.

Το 1918 την θέση του διευθυντή, κατέλαβε ο λογοτέχνης και φιλότεχνος Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο οποίος έκανε μεγάλες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος της στέγης, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επί θητείας του το μουσείο άνοιξε για το κοινό, συγκεκριμένες ώρες κάθε μέρα, με ελεύθερη είσοδο, εγκαινιάστηκε η συλλογή γλυπτικής και συνεχίστηκε ο εμπλουτισμός των συλλογών με την αγορά σπουδαίων έργων τέχνης, όπως η Συναυλία των Αγγέλων, το πάνω μέρος της συνθέσεως Ευαγγελισμός, του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου -η σημαντικότερη αγορά για την Πινακοθήκη, αντί του ποσού των 5.900.775 δραχμών- καθώς και έργων του Γύζη. 

Επίσης, συνεχείς ήταν οι δωρεές ιδιωτών, όπως του επιμελητή και ζωγράφου Οδυσσέα Φωκά, ο οποίος άφησε με την διαθήκη του 92 πίνακες, μικροαντικείμενα και έπιπλα καθώς και ένα ακίνητο στην Καλλιθέα και στο Παρίσι, με τα εισοδήματα των οποίων όταν το 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση ο χαρισματικός ιστορικός τέχνης και βυζαντινολόγος, Μαρίνος Καλλιγάς, αγόρασε τις σημαντικές και πολύτιμες σειρές χαρακτικών ξένων ζωγράφων, όπως των Ντίρερ, Ρέμπραντ και Γκόγια, έργα που θα ζήλευαν πινακοθήκες και μεγάλα μουσεία του κόσμου. 

Κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι θησαυροί της «άστεγης» Πινακοθήκης φυλάχθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά και για τρία χρόνια μεταφέρθηκαν απέναντι, σε αίθουσες της Casa d' Italia, ενώ αργότερα στεγάστηκαν και αποθηκεύτηκαν στους στρατώνες του πυροβολικού στην συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ριζάρη, εκεί που αργότερα κτίστηκε το Πολεμικό Μουσείο.

Ταυτόχρονα με τις άοκνες προσπάθειές του για την εξεύρεση στέγης, ο εμπνευσμένος οξυδερκής και διορατικός Μαρίνος Καλλιγάς, πέτυχε την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του Ιδρύματος, αλλά και την ψήφιση νόμου, βάσει του οποίου  υλοποιήθηκε η συνένωση του κληροδοτήματος του Αλέξανδρου Σούτσου με την Πινακοθήκη και έτσι το 1954 ιδρύθηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ.

Το 1956 προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την οικοδόμηση του κτιρίου, στο οικόπεδο μεταξύ των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, αφού προηγουμένως ο Μαρίνος Καλλιγάς είχε καταφέρει, μετά από αγώνα, να παραιτηθούν οι στρατιωτικοί από τις αντιρρήσεις και αξιώσεις που προέβαλαν. Από τα σχέδια 75 αρχιτεκτόνων επιλέχθηκε αυτό των Ν. Μουτσόπουλου, Δ. Φατούρου και Π. Μυλωνά (ο Ν. Μουτσόπουλος αποχώρησε στη συνέχεια). Ενώ άρχισαν οι εργασίες, μία νέα εμπλοκή τις σταμάτησε, το οικόπεδο παραχωρήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο, ενώ στην Πινακοθήκη δόθηκε αυτό μεταξύ των οδών Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Αλεξάνδρου, όπου και κτίστηκε.

Η Πινακοθήκη θεμελιώθηκε πανηγυρικά στις 26 Νοεμβρίου του 1964 από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το πρώτο τμήμα (κτίριο Α) περατώθηκε το 1968 και άρχισε να λειτουργεί το 1969, εκθέτοντας  έργα ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών στον επάνω όροφο και έργα του Νικολάου Γύζη στο κάτω. Το δεύτερο τμήμα της (κτίριο Β) άρχισε ν’ οικοδομείται το 1971 και το κτιριακό συγκρότημα ολοκληρώθηκε το 1976. Από τα έσοδά της, από όλα τα κληροδοτήματα, αγοράστηκαν έργα τέχνης και βιβλία και τέθηκαν οι βάσεις για την οργάνωση, τη συγκρότηση, τη στελέχωση και τη λειτουργική δομή της. 

Το 1972 την διεύθυνση της Πινακοθήκης ανέλαβε ο αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, Δημήτρης Παπαστάμου, κατά την διάρκεια της θητείας του οποίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αγορές έργων τέχνης («Έφιππος» του Delacroix, ο «Άσωτος Υιός» του Augustine Rodin) με την συνδρομή φιλότεχνων εφοπλιστών, όπως του Σταύρου Νιάρχου και Βασίλη Γουλανδρή. Επίσης, με δική του πρωτοβουλία καθιερώθηκε η οργάνωση μεγάλων εκθέσεων από μουσεία του εξωτερικού με ανταλλαγές αρχαίων έργων τέχνης, αλλά και προβλήθηκαν έλληνες καλλιτέχνες με την οργάνωση πολλών αναδρομικών εκθέσεων. 

Εκτός δε από τις μεμονωμένες αγορές έργων τέχνης που έκανε για τον εμπλουτισμό των συλλογών, ο Δ. Παπαστάμου παρότρυνε και έπειθε, καλλιτέχνες ή κληρονόμους αυτών, να δωρίσουν έργα τους στην Πινακοθήκη με αποτέλεσμα σημαντικά αποκτήματα, όπως έργα του Γουναρόπουλου, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Παρθένη, του Μόραλη, του Απάρτη κ.α. Στα επιτεύγματα της μακρόχρονης θητείας του συγκαταλέγεται και η μεταφορά στην Εθνική Πινακοθήκη της Συλλογής Ευριπίδη Κουτλίδη, με έργα του 19ου αιώνα.

Από το 1992 την διεύθυνση της Πινακοθήκης έχει αναλάβει η ιστορικός τέχνης και καθηγήτρια στην Σχολή Καλών Τεχνών, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα και η πρώτη μεγάλη έκθεση που οργάνωσε «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν», σημείωσε τεράστια επιτυχία, με αθρόα προσέλευση κόσμου. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η «El Greco, ταυτότητα και μεταμόρφωση», «Το Φως του Απόλλωνα», «Ιταλική Αναγέννηση και Ελλάδα», οι οποίες γνώρισαν μεγάλη ανταπόκριση από το φιλότεχνο κοινό. Υπολογίζεται δε ότι από το 1992 έως το 2013 η Πινακοθήκη είχε υποδεχθεί 5.5 εκατομμύρια επισκέπτες.   

Από την πρώτη σχεδόν στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά της η κα Λαμπράκη συνειδητοποίησε τα προβλήματα της στενότητας και ανεπάρκειας του χώρου και έβαλε ως στόχο την αναβάθμιση και επέκταση του κτιρίου, ώστε αυτό να μπορεί ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός σύγχρονου μουσείου. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το κτίριο της Πινακοθήκης με την υπογραφή των αρχιτεκτόνων Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου κηρύχθηκε ως νεώτερο μνημείο το 1998, ως κατεξοχήν έργο του μοντερνισμού. 

«ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΒΟ ΤΟΥ ΧΙΛΤΟΝ, ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΥΠΕΡΟΧΟ»

Εθνική Πινακοθήκη: Το έργο ανακαίνισης-επέκτασης και το κόστος κατασκευής - Οι αριθμοί

Η επέκταση και ανακαίνιση των χώρων της Εθνικής Πινακοθήκης, αποτελεί το πρώτο μεγάλο έργο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού στη νέα δεκαετία. Το πολυσύνθετο έργο ξεκίνησε το 2011 και ολοκληρώθηκε το 2021, δέκα χρόνια μετά, κατά τη διάρκεια των οποίων ανέκυπταν συνεχώς πολλά και σοβαρά προβλήματα που καθυστερούσαν τις εργασίες, ανέβαζαν το κόστος και απαιτούσαν την συνεχή επίβλεψη του ΥΠΠΟΑ για την επί τόπου επίλυσή τους.  

Οι όροι επέκτασης της Πινακοθήκης θεσμοθετήθηκαν το 2001 με ειδικό νόμο του Υπουργείου Πολιτισμού και η προμελέτη ανατέθηκε, με χορηγία του «Ιδρύματος Μαρία Τσάκος» στους πρώτους μελετητές, στο γραφείο Π. & Κ. Μυλωνά και Δ. Φατούρου.

Το 2008, το ΥΠΠΟ διενήργησε δημόσιο διεθνή διαγωνισμό για τις οριστικές μελέτες, τις οποίες ανέλαβαν τα γραφεία «Αρχιτεκτονική ΕΠΕ Γραμματόπουλος-Πανουσάκης» και «Δ. Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Ε.Ε.».

Ο σχεδιασμός των εσωτερικών χώρων έγινε από το μελετητικό γραφείο των καθηγητών Γιώργου Παρμενίδη, Christiane Longuepée και Ιφιγένειας Μάρη.

Το έργο εντάχθηκε το 2011 στο ΠΕΠ Αττικής-ΕΣΠΑ 2007-2013 με χρηματοδότηση πρόσθετη από Εθνικούς Πόρους (ΠΔΕ), και από χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Το κόστος του έργου ανέρχεται στα 59.029.102 €. Στο ποσό αυτό τα 42.016.982 ευρώ προέρχονται από δημόσια χρηματοδότηση ενώ τα 17.012.120 ευρώ από ιδιωτική.

Το 71,2% της χρηματοδότησης του έργου επέκτασης, αντιστοιχεί σε δημόσιους πόρους (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Αττικής). Τα ψηφιακά προγράμματα της Πινακοθήκης, προϋπολογισμού 2.500.000 ευρώ, χρηματοδοτήθηκαν από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Το 28,8% προέρχεται από δωρεές Ιδρυμάτων και ιδιωτών.

Πριν την έναρξη των εργασιών, το 2013, η Πινακοθήκη εκκενώθηκε και τα έργα μεταφέρθηκαν σε αποθήκες στη Μαγούλα, στις οποίες δημιουργήθηκε η κατάλληλη υποδομή, ώστε αυτά να είναι απολύτως ασφαλή. Η κλοπή της 9ης Ιανουαρίου 2012, του έργου του Πικάσο, το «Γυναικείο Κεφάλι» (λάδι σε μουσαμά, διαστάσεων 56 x 40) (1939), δώρο του καλλιτέχνη το 1949 στον ελληνικό λαό για την προσφορά του στην αντίσταση κατά των Γερμανών, μαζί με το έργο «Μύλος» (1905) του Ολλανδού Πιετ Μοντριάν και ένα έργο σε χαρτί, θρησκευτικής απεικόνισης (αρχές του 17ου αιώνα) του Ιταλού Γκουλιέλμο Κάτσα, είχε προκαλέσει πολλά σχόλια και είχε δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία ως προς την ασφαλή φύλαξη των έργων.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που προέκυψαν κατά την διάρκεια των εργασιών ήταν με τον υδροφόρο ορίζοντα του ποταμού Ιλισού, όταν διαπιστώθηκε ότι αυτός βρισκόταν σε ανώτερο επίπεδο από το αρχικά προβλεπόμενο στις μελέτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα καθυστερήσεις, λόγω του ότι απαιτούσε νέες μελέτες, νέα σύμβαση με τον ανάδοχο, νέα έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο και κατ’ επέκταση πρόσθετη χρηματοδότηση 5.500.000 ευρώ, ώστε να διασφαλιστεί η στατικότητα του κτιρίου. Αν και μεσούσης της οικονομικής κρίσης, τα προβλήματα αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς τον Δεκέμβριο του 2014 και είχε διασφαλιστεί οικονομικά η συνέχεια του έργου. Παρ’ όλα αυτά, η αποπεράτωσή του δεν υπήρξε προτεραιότητα του ΥΠΠΟΑ και το εργοτάξιο είχε παραμείνει στάσιμο, χωρίς συγκεκριμένο χρόνο παράδοσης. 

Η κατάσταση άλλαξε από τον Ιούλιο του 2019 με την Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη να θέτει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα το οποίο τηρήθηκε απαρέγκλιτα και την ίδια, μαζί με τον Γενικό Γραμματέα Γ. Διδασκάλου και στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων, να έχουν την συνεχή εποπτεία του έργου και να παρακολουθούν την πρόοδο των εργασιών. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που προέκυψαν, λόγω της πανδημίας, (λιγότερος αριθμός εργαζομένων στο εργοτάξιο, κλείσιμο των εργοστασίων προμήθειας υλικών στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία και στην Κίνα, καθώς και λιγότερο προσωπικό στα τελωνεία για τις εισαγωγές υλικών), δεν στάθηκαν εμπόδιο για την τήρηση των προθεσμιών. 

Η νέα Εθνική Πινακοθήκη, με την αισθητική του κτιρίου ν’ αναδεικνύεται στο αστικό περιβάλλον της πόλης, είναι εφάμιλλη των αντίστοιχων μουσείων των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. 

Στο προϋπάρχον κτίριο των 9.720 τ.μ., προστέθηκαν επιπλέον 11.040 και έτσι οι λειτουργικοί χώροι ανέρχονται σε 20.760 τ.μ. Το μουσείο αποκτά νέους εκθεσιακούς χώρους 2.230 τ.μ., σύγχρονες αποθήκες έργων τέχνης 1.645 τ.μ., αμφιθέατρο 350 θέσεων, χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αίθουσα υποδοχής 910 τ.μ., όπου φιλοξενείται, εκτός από το εκδοτήριο εισιτηρίων και το βεστιάριο, δύο πωλητήρια και σαλόνι ψηφιακής πληροφόρησης.

Το νέο μουσείο έχει κατάλληλα εξοπλισμένους χώρους, όπως υπερσύγχρονα εργαστήρια συντήρησης, γραφεία διοίκησης, καθώς και βιβλιοθήκη, η οποία αναπτύσσεται σε δυο ορόφους. Διαθέτει, επίσης, δυο καφέ- εστιατόρια, με το δεύτερο στο τελευταίο επίπεδο του κτηρίου, προσφέροντας πανοραμική θέα προς την Ακρόπολη, τον λόφο του Λυκαβηττού και τον κόλπο του Σαρωνικού. Στο νέο κτήριο μπορούν να εκτεθούν 1.000 έργα ως μόνιμη συλλογή, ενώ προηγουμένως στο παλιό κτήριο ο αριθμός δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα 400 έργα. Η νέα αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων προσεγγίζει τα 2.000 τ.μ. ενώ οι αποθηκευτικοί χώροι μπορούν να στεγάσουν 10.000 έργα.

Η νέα Εθνική Πινακοθήκη απέκτησε έναν επιπλέον όροφο καθώς και επιπλέον βάθος τριών επιπέδων. Στον κήπο που δημιουργείται νότια της ιστορικής κεντρικής πύλης, η Πινακοθήκη έχει μία είσοδο ανεξάρτητη από την οδό Μιχαλακοπούλου (στη συμβολή των οδών Μιχαλακοπούλου και Βασιλέως Κωνσταντίνου). Το μουσείο διαθέτει, επίσης, ράμπες κυκλοφορίας των επισκεπτών με θέα στον ορίζοντα της πόλης, ασανσέρ και κλιμακοστάσια, πλήρη προσβασιμότητα για ΑμεΑ και σύγχρονα ηλεκτρομαγνητικά συστήματα ασφάλειας.

Ευεργέτης της Πινακοθήκης είναι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος με δωρεά 13.000.000 ευρώ. Μεγάλοι δωρητές είναι ο Θόδωρος και η Εμμανουέλα Βασιλάκη, ο Βασίλης και η Μαρίνα Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός, το Ίδρυμα Ευρυπίδη Κουτλίδη, το Ίδρυμα Ωνάση, η κ. Dorothy Λάτση, ο Παναγιώτης και η Ειρήνη Λαιμού. Δωρητές είναι το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Νικόλας Δ. Πατέρας.