Πολιτισμος

Charles Dwight Lee: «Το χτισμένο περιβάλλον είναι που διαμορφώνει τις ζωές μας»

Ο art director του «Τιτανικού» και φημισμένος αρχιτέκτονας μιλάει στην A.V. για το φιλόδοξο κινηματογραφικό σχέδιο στη Σύρο

Στέλλα Αλαφούζου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Charles Dwight Lee είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους, επιτυχημένους και ξεχωριστούς για την επάρκειά τους art directors του Hollywood. Την ίδια ώρα η υπογραφή του ως αρχιτέκτονα έχει μπει σε έργα μερικών από τις πιο μεγάλες σε κύρος αρχιτεκτονικές εταιρείες παγκοσμίως.

«Τιτανικός», «GoldenEye», «Tank Girl», «Below», «True Lies» είναι λίγες μόνο από τις ταινίες τις οποίες συνυπέγραψε ως art director και production designer. Προσφάτως επισκέφθηκε τη χώρα μας. Ο λόγος; Η συμμετοχή του στο project του σκηνοθέτη και συγγραφέα Steven Bernstein για τη δημιουργία σχολής κινηματογράφου και στούντιο στη Σύρο.

Ο Charles Dwight Lee μας μιλάει για αυτό το φιλόδοξο αρχιτεκτονικό συν τοις άλλοις έργο, για τον λόγο που θεωρεί τη Σύρο πρόσφορο έδαφος για μια τέτοια επένδυση, για όλα εκείνα που τον ενθουσιάζουν και τον παρακινούν, για το τι τελικά θέλει το κοινό αλλά και για τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε στην ταινία «Τιτανικός»…

Πώς θα περιέγραφε τη Σύρο ένας art director του δικού σας βάρους;

Η Σύρος είναι αρκετά μακριά και απομονωμένη για τη δημιουργία κινηματογραφικής παραγωγής, την ίδια ώρα που η Αθήνα είναι αρκετά κοντά για υλικά και ταλέντο. Το ξεκίνημα του Hollywood στα πρώτα μισά του 20ού αιώνα ήταν κάπως έτσι. Βρισκόταν αρκετά μακριά από τη Νέα Υόρκη, για να έχει τον χρόνο και τον χώρο να εφεύρει ταινίες. Σήμερα, η παραγωγή ταινιών παγκοσμίως είναι στη διαδικασία του επανασχεδιασμού του εαυτού της, κάτι που αποτελεί την τέλεια ευκαιρία για τη Σύρο και την Ελλάδα.

Τι κάνει τη Σύρο ιδανική τοποθεσία για ένα τόσο φιλόδοξο αρχιτεκτονικό έργο;

Εγώ γενικά ξεκινώ κάθε έργο απαριθμώντας τα φυσικά χαρακτηριστικά τόσο για την ταινία όσο και για την αρχιτεκτονική. Είναι αυτό που αποκαλώ «η θέση της γης»… η φυσική ιστορία ενός concept, η γεωλογία και η γεωγραφία μιας ιδέας. Σε αυτήν την περίπτωση ξεκινάει με την ποιότητα του φωτός και το ήπιο κλίμα που είναι ιδανικά για γυρίσματα σε εξωτερικό χώρο. Είναι πλούσια σε ποικιλία αρχιτεκτονικών σχεδίων και αστικών τοπίων. Είναι κάτι περισσότερο από έναν τυπικό τουριστικό προορισμό ή ένα Μεσογειακό χωριό για διακοπές. Η Σύρος είναι μια μεσαίου μεγέθους εργατική πόλη που είχε ναυπηγική βιομηχανία. Γνωρίζει την εργατιά και τις κατασκευές. Υπάρχει ένα όμορφο νότιου προσανατολισμού λιμάνι και η παραλιακή έχει μια συλλογή από νεοκλασικά κυβερνητικά κτίρια, όπερα και πλατεία. Νομίζω πως με την προσθήκη των σκηνικών και των εγκαταστάσεων της παραγωγής, μια σχολή για την κατάρτιση κινηματογραφιστών, η Σύρος θα γίνει ένας αυτοσυντηρούμενος παγκόσμιας κλάσης προορισμός, ελκυστικός για τους κινηματογραφιστές από όλον τον κόσμο.

Έχετε εργαστεί ως art director σε μερικές από τις μεγαλύτερες και πιο επιτυχημένες ταινίες του Hollywood και ακόμη ως αρχιτέκτονας για κάποιες από τις μεγαλύτερου κύρους αρχιτεκτονικές εταιρείες στον κόσμο. Με ποια από όλες αυτές τις δεξιότητες θα υπογράψετε το project του Steven Bernstein στη Σύρο;

Νομίζω πως είναι αυτές οι ίδιες οι δεξιότητες –καλλιτεχνική διεύθυνση και αρχιτεκτονική- που θα βοηθήσουν στην πραγματοποίηση ενός στούντιο παγκοσμίου κλάσης για την παραγωγή ταινιών. Η μια δεξιότητα συμπληρώνει την άλλη. Είμαι γνώστης των απαιτήσεων της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και του σχεδιασμού της παραγωγής. Αυτές οι αξιώσεις θα καθοδηγήσουν τον σχεδιασμό και την κατασκευή μιας υψηλοτάτου επιπέδου εγκατάστασης για την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Πού διασταυρώνονται η καλλιτεχνική διεύθυνση και η αρχιτεκτονική;

Εγώ βρίσκω αυτές τις δύο δεξιότητες ένα και το αυτό. Η πραγματική διαφορά έγκειται στο ότι η καλλιτεχνική διεύθυνση αποτελεί δισδιάσταση σύλληψη. Είναι εφήμερη και βιώνεται μόνο ως προβαλλόμενη εικόνα… διατηρείται ως λανθάνουσα εικόνα στον εγκέφαλο κάποιου. Η αρχιτεκτονική από την άλλη πρέπει να αντέχει δυνάμεις όπως η βαρύτητα ή το ότι χρησιμοποιείται καθημερινά από τους ανθρώπους. To χτισμένο περιβάλλον είναι που διαμορφώνει τις ζωές μας. Το χτισμένο περιβάλλον πρέπει να συνδεθεί με υπηρεσίες, να αποτελέσει μέρος μιας κοινότητας και να συνεισφέρει σε ένα τοπίo –φορές και αστικό- οπτικά και φιλοσοφικά. Η γένεση και των δύο μορφών έκφρασης είναι στη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, του design, της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας… αλλά με διαφορετικούς στόχους. Η καλλιτεχνική διεύθυνση αφορά την αφήγηση και η αρχιτεκτονική είναι για τη δημιουργία περιφράξεων για την εποχή μας μέσα στην Ιστορία. Έχω συχνά χρησιμοποιήσει όσα έμαθα από την καλλιτεχνική διεύθυνση για να καθοδηγήσω το χέρι μου κάνοντας αρχιτεκτονική και χρησιμοποιώ ό,τι γνωρίζω ως θεμέλιο της αρχιτεκτονικής για να ενημερώσω οτιδήποτε σχεδιάζω για μια κινηματογραφική παραγωγή.

Γιατί στο τέλος επιστρέψατε στο πρώτο σας επάγγελμα ως αρχιτέκτονας;

Δράττομαι των ευκαιριών που προκύπτουν. Έτσι βλέπω αυτήν την αλλαγή και ως τίποτα περισσότερο. Έχω την άνεση να σχεδιάζω και να χτίζω και ως art director και ως αρχιτέκτονας.

Στην καριέρα σας έχετε χρησιμοποιήσει πολλά διαφορετικά στιλ. Καθαρό ρετρό για την ταινία «GoldenEye», steampunk στο «Tank Girl». Ποιο είναι το αγαπημένο σας;

Η κινηματογράφηση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο όραμα και την κατεύθυνση που δίνεται από έναν συγγραφέα με το σενάριο και συχνά με μια ερμηνεία του σεναρίου από τον σκηνοθέτη. Το σενάριο καθορίζει τη θέση, την περίοδο μέσα στην Ιστορία και την ώρα της μέρας. Επιπλέον υπάρχουν και άλλες περιγραφές συνθηκών που είναι συναφείς με την αφήγηση, όπως… μια μέρα πριν από το τέλος του κόσμου. Όταν σχεδιάζω μια ταινία, βλέπω αυτές τις στιγμές ως ευκαιρίες για να δημιουργήσω συναισθηματική σύνδεση ανάμεσα σε μια ιστορία και στο κοινό και λιγότερο κάποιο στιλιστικό ποίκιλμα. Το στιλ είναι ένα ζήτημα αν είναι απαραίτητο στην αφήγηση της ιστορίας.

Πώς θα περιγράφατε το προσωπικό σας στιλ;

Θα χαρακτήριζα την προσέγγισή μου στο στιλ ως εκλεκτική, περίεργη, γεμάτη από πλούσιες και αλληλένδετες αφηγήσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν έχω προσεγγίσει ποτέ τη δουλειά ως επίδειξη στιλ αλλά μάλλον ως μια προσπάθεια να απλοποιήσω μια ιδέα ή ένα συναίσθημα στα ακατέργαστα, ουσιώδη χαρακτηριστικά του, στο DNA του.

Ο Charles Dwight Lee με τον Peter Lamont μπροστά στο ρολόι της μεγάλης σκάλας του Τιτανικού. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά σκηνικά που είδαμε να βυθίζονται, χτισμένο πάνω σε μηχανική πλατφόρμα που κατέβηκε μέσα σε μια δεξαμενή νερού. Ο Peter Lamont υπήρξε ο μέντορας του Charles Dwight Lee και ο production designer της ταινίας «Τιτανικός». Αποχώρησε από την παραγωγή στη μέση όπου και ανέλαβε ο Charles Dwight Lee.

Τι σας ενθουσιάζει περισσότερο στην καριέρα σας ως καλλιτεχνικός διευθυντής;

Η εφήμερη ποιότητα της κινηματογράφησης και η μαγεία να λες μια ιστορία οπτικά, χρησιμοποιώντας τη φράση «Μια φορά κι έναν καιρό» για να ξεκινήσει το ταξίδι.

Τι σας παρακινεί;

Ο ενθουσιασμός να εκφράζεις μια πραγματικότητα ή μια ιδέα μέσα από μια ταινία ή ένα αρχιτεκτονικό κτίσμα, όλα καμωμένα δίχως λέξεις… σιωπηλά.

Μια ρομαντική σκηνή αγάπης ή μια σκηνή πλήρους καταστροφής; Ποια από τις δύο είναι πιο συναρπαστική;

Η δράση είναι πάντα συναρπαστική. Όλες οι ταινίες απαιτούν τόσο σκηνές δράσης όσο και στιγμές τρυφερότητας. Οι ταινίες αποτελούνται από περίπου 120 σκηνές, καθεμιά είναι μια πλήρης ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Σκηνές επιλεγμένες με κάποια ακολουθία που καθορίζει μια μεγαλύτερη ξεχωριστή ιστορία.

Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία; Τι κάνει μια ταινία σπουδαία για εσάς;

Υπάρχουν πολλές αγαπημένες μου αλλά «Ο Λόρενς της Αραβίας» είναι η ταινία στην οποία επιστρέφω ξανά και ξανά. Αυτό που κάνει σπουδαία μια ταινία για εμένα, είναι να ανυπομονώ να μεταφερθώ σε ένα μέρος στο οποίο δεν έχω ξαναβρεθεί, να αισθανθώ συναισθηματικά και βαθιά μια αίσθηση δέους, να καταπλήσσομαι και να εκπλήσσομαι με κάθε σκηνή και πράξη.

Τι θέλει το κοινό; Είναι αυτή μια ανησυχία του καλλιτεχνικού διευθυντή;

Με απλά λόγια το κοινό θέλει να του πουν μια ιστορία και πρέπει να είναι καλή. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές πρέπει να ανησυχούν για το τι το κοινό βλέπει στην οθόνη, αν μια λεπτομέρεια είναι λάθος και το κοινό σταματήσει να πιστεύει στην αυθεντικότητα της ιστορίας… τότε όλα έχουν χαθεί.

Ο «Τιτανικός» ήταν μια τεράστια επιτυχία αλλά η παραγωγή του ήταν δύσκολη και πολυσύνθετη με πολλές τεχνικές προκλήσεις. Ποια είναι η καλλιτεχνική πρόκληση που δεχθήκατε και για την οποία πάντα θα μιλάτε;

Αυτό που πάντα θυμάμαι είναι ότι ήμασταν σε θέση να δημιουργήσουμε με ξύλο, χάλυβα, χρώμα και ύφασμα μια δισδιάστατη ψευδαίσθηση ενός πελώριου πλοίου που είχε μια ιστορική αναμέτρηση με ένα παγόβουνο μια πολύ συγκεκριμένη νύχτα της Ιστορίας και παράλληλα αναπαριστά την ιστορία δυο ανθρώπων που ερωτεύονται. Ουσιαστικά αυτό έγινε με ταχυδακτυλουργικό τρόπο… είναι μια ψευδαίσθηση, ήταν μαγικό.