Πολιτισμος

Θεσσαλονίκη: Πόλεις μέσα στην πόλη

Μουσικές, βιβλία, γεύσεις κι άλλες υπέροχες αφηγήσεις για τη Θεσσαλονίκη

Στέφανος Τσιτσόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Λίγο έκανε τζα ο ήλιος και ροβόλησε τρελά η πόλη προς τη θάλασσα. Σκληρός χειμώνας, σπασονευρικός, τέτοιο κρύο και τέτοιος ψόφος ενάμιση μήνας τώρα, λογικό ήταν: έμοιαζε με τελετουργία άνοιξης το περασμένο σαββατοκύριακο, που ο καιρός γλύκανε και το δεκατριάρι του Κέλσιου βιώθηκε σαν καλοκαίρι. Μακό, γυαλιά, καφεδάρες, μιας και κανείς δεν τον λέει εδώ πάνω στη Θεσσαλονίκη σκέτο καφέ. Καφεδάρες. Εντός του «καφεδάρα» περιλαμβάνεται βλέπεις όλο το πακέτο. Κάθοδος με το αμάξι στο κέντρο, σελφάρες με θέα τον Θερμαϊκό ή τις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, που μπορεί να είναι και περισσότερο «αυτοφωτογραφημένες» κι από την πλατεία Αριστοτέλους ή και τον Πύργο τον Λευκό. Τον οποίο κανένας δεν τον λέει Λευκό Πύργο, αλλά τον «Πύργο τον Λευκό». Μάθε να τα μιλάς σωστά τα θεσσαλονικιώτικα, μάθε όμως και μερικές ακόμα καινούργιες λέξεις. Όπως «Ανοξείδωτα Ζευγάρια». 

Κατερίνα Ανδριανάκη, Ανοξείδωτα Ζευγάρια, ΚέδροςΑν και στο τελευταίο βιβλίο της Κατερίνας Ανδριανάκη (Κέδρος) κανένας από τους ήρωες, Τζέισον, Οτίλια, Πίτερ, Κάτια, Τζένη, Πολ, Μέρι, Τζόνι, Κλάρα και Λουίζα, δεν είναι κάτοικοι Skg. Διηγήματα, πέντε τον αριθμό. Το παρουσιάζουμε παρέα με την ποιήτρια Έλσα Κορνέτη -ξεκόλλα, βγάζει και συγγραφείς και ποιήτριες η πόλη μας, όπως παλιά, όχι μόνο τρυφηλές μπαργούμεν στα καφέ και  ξανθιές θεότητες με κολάν σε φάση «να εγώ, εδώ,  κάνω πασαρέλα Τσιμισκή». Μαζί μας και η Ίλια Παπαστάθη, που διδάσκει στο ΑΠΘ, κι ο ηθοποιός Δημήτρης Τσιλινίκος, που θα διαβάσει αποσπάσματα. 

Τι έχουμε εδώ; Γραφή σκληρή και ΠολΟστερική, κοινώς στα «Ανοξείδωτα» της Ανδριανάκη τα ζεύγη των εραστών βιώνουν κρισάρες και μοναξιές, περιπλανιώνται σε δάση, ενδοχώρες, κακόφημα μπαρ ή λογοτεχνικά συνέδρια και θεατρικές αίθουσες, κουβαλώντας εντός ένα κακοφορμισμένο τραύμα. Μια παιδική ηλικία χάλια, μια ενήλικη ζωή με ματαιωμένα όνειρα και ανύπαρκτες πιθανότητες επανεκκίνησης. Εμβόλιμα στα ταξίδια τους, καυγάδες, ή στην πορεία τους πέφτουν και μουσικές του Τζόνι Κας, των Fleetwood Mac και της Τζόαν Μπαέζ, χιλιόμετρα καταπίνονται, τράπεζες ληστεύονται, Βραζιλιάνες ηρωίδες από σαπουνόπερες γίνονται αντικείμενο εμμονοληπτικού βίρτουαλ σεξ, και η Αντριανάκη χτυπάει διάνα: τα πρόσωπα των αφηγήσεών της νοσταλγούν χαμένους παράδεισους, εμπλέκονται σε έρωτες-σχέσεις που αντί για καταφύγιο αποδεικνύονται σκέτος μπελάς. 

Μπλοκέ, ανυπέρβλητα αδιέξοδα αλλά και ένας υπέροχος στιλιστικά λυρισμός, κοντράστ στο ρεαλισμό που τον ασκεί με μια κινηματογραφική χάρη: «Τα γκράφιτι δεν ξέρουν τι θα πει η λέξη μοναξιά, γιατί συνέχεια περνάει κόσμος από μπροστά τους που τα κοιτά φευγαλέα, που κοντοστέκεται για λίγο εντυπωσιασμένος θεωρώντας τα αιρετικό είδος τέχνης… Αν και είναι μια ξένη Ήπειρος για αυτούς, μια καινούργια γη που μπορεί να τους κάνει να νιώσουν πιο οικεία, να νιώσουν ανάλαφροι για πρώτη φορά στη ζωή τους. Γιατί δεν είναι εικόνες που φέρνουν δάκρυα στα μάτια, αλλά εικόνες που τους απελευθερώνουν και τους βοηθούν να ανοίξουν τα φτερά τους πέρα από τα λίγα τετραγωνικά των μικρών διαμερισμάτων τους». Like!

Α, μ’ αρέσει αυτή η παρεμβολή τύπου like, troll, Yolo, κάνει την επικοινωνία ευκολότερη με τα παιδιά του insta και του gram, «καρδούλα» στα «Ανοξείδωτα Ζευγάρια» της Κατερίνας και ραντεβού στην παρουσιάση, Πέμπτη βράδυ, βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης στη Μητροπόλεως. 

Κι έλα να σε πάω δυτική Θεσσαλονίκη τώρα, γιατί Βορράς δεν είναι μόνο Εγνατία και Καλαμαριά και Τούμπα - Χαριλάου. Είναι και Εύοσμος και Κορδελιό, όπου κυριολεκτικά η είδηση έπεσε «σαν βόμβα». Του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ξεχασμένη στα έγκατα, βαθιά, στα πεντε μέτρα, δίπλα σε βενζινάδικο, σκόρπισε πανικό στην αρχή και τώρα περιμένει τους ειδικούς πυροτεχνουργούς για να σιγήσει τελειωτικά το πένθιμο, έστω κι ανενεργό, τραγούδι της. Αναρωτιέμαι: θα γράψει κάτι ο Kled Mone για το «συμβάν», μιας και λίγο πιο πάνω από τον Εύοσμο κατοικεί ο αγαπημένος μου συνθέτης. Ωραιόκαστρο area. 

Ο Kled Mone φωτογραφημένος από τον «Blackbird» Χρήστο Σαγία

Ο Kled Mone φωτογραφημένος από τον «Blackbird» Χρήστο Σαγία 

Ακούω άλλο ένα διαμαντάκι ηλεκτρονικό, όπου όμως ο τρόπος ερμηνείας είναι μπλουζ, παρέα με τον Χρήστο Σάγια του ντόπιου σχήματος The Blackbirds. Και αναρωτιέμαι τι διάολο γίνεται με αυτό το παιδί, γράφει, παίζει, μοιράζει ήχους που μοιάζει να έρχονται από το υπερδιάστημα, μαζεύει χίλια like, αλλά πάλι σημαία στη Θεσσαλονίκη είναι άλλος ήχος. Γιωργάρας Σαμπάνης και Ηλίας Καμπάκης, Λαδάδικα, πρώην VeryKoko, νυν Casper, τύπου κλάμπινγκ με τέλια και ρέιβ ινδοανατολικά, για να το γράψω πιό tribal το μπουζουκλαντάν και την καψόυρα ολέ. 

Γούστα είναι αυτά, Ok, όλη η Θεσσαλονίκη πάει στο Casper για «εναλλακτική» διασκέδαση, όχι που νόμιζες πως εδώ πάνω μόνο Kasper Bjorke, deep techno ακούμε ή Αγγελάκα. Casper σκέτα. Αισχρή μειοψηφία είμεθα, περικυκλωμένοι από μια πόλη που το ζούκι το έχει τύμπανο και το τσικιτάκ φανερό καμάρι. Παρ’ όλα αυτά, ακούστε το «Going Home» και share a like and a comment και stay tuned και τρακτέρ, μπλόκα, Zootechnica, η κλαδική έκθεση στη ΔΕΘ, και νεύρα κόσκινο, και είναι ανοιχτά ή κλειστά από τους αγρότες τα φανάρια για αεροδρόμιο.

Casper at VeryKoko: Λαδάδικα, γούστα σε λέω.

Διαλυμένη, ασυνάρτητη, απορυθμισμένη πόλη. Σπάει νεύρα, τσακίζει κάθε έννοια αισθητικής ή αστικής διαβίωσης, αλλά είπαμε! Καφεδάρες, καφεδάρες, καφεδάρες και Αλκυώνας ημέρες, με τα καλύτερα παιδιά να ορκίζονται εις πείσμα πως του Αγίου Βαλεντίνου θα γίνει του «ανάμεικτου φυλλώματος με μαριναρισμένη φράουλα μέσα σε φωλιά από κανταΐφι και σοκολάτα και πέρλες ροδιού, τριμμένο καρύδι και βινεγκρέτ από ξύδι φραμπουάζ». Διαβάζω το βαλεντινιακό μενού του Be* στη Μητροπόλεως και με πιάνει μια πείνα αλλά κι ένας οίστρος για «σιγομαγειρεμένα φιλετάκια από νουά μόσχου με σάλτσα κόκκινου κρασιού και πατάτα ντοφινούαζ. Και φέτες σολωμού μαριναρισμένες με πουρέ από μωβ πατάτες Περού, ξανθιές σταφίδες και πούδρα από λάιμ και τζίντζερ. Και για το τέλος, brownies με καβουρδισμένα φουντούκια, σάλτσα δάσους και παγωτό βανίλιας». 35 ευρώ ανά άτομο. 

Be*… my Valentine

Κι έτσι φθάνω στο διά ταύτα: υπάρχουν εξαντλητικά πολλές και υπέροχες αφηγήσεις για τη Θεσσαλονίκη. Μουσικές, βιβλία, γεύσεις, αλλά γιατί, γαμώτο μου, να κερδίζει πάντα το μπάχαλο, το ταταραράμ και το για πες; Ξες!

Και τελειώνω με τέχνη. Έτσι, για να το κάνω πιο αμείλικτο το ερώτημα. Πόσοι άνθρωποι θα πάνε στην έκθεση στο Τελλόγλειο για να δουν τη συλλογή του Θεσσαλονικιού Σταύρου Τσιγκόγλου; Ένας τολμηρός συλλέκτης που προσφέρει «κοινή τη θέα» διαμαντάκια της συλλογής του. Μιρό, Τσαρούχης και Τέτσης, Κόντογλου, Μπουζιάνης και Πικάσο, Μάλεβιτς, Χρύσα, Σαμαράς, μια απίστευτη γκάμα, από μεταπολεμικούς και μοντέρνους, εκεί στα μεταίχμια του σύγχρονου. Πόσα παιδιά όμως από τις εστίες τις φοιτητικές, ένα τσικ από το Τελλόγλειο, θα σκάσουν μύτη; Κι όχι μόνο «αι γνωσταί φιλότεχναι κυρίαι». Πόσα από εκείνα τα κορίτσια που κρεμούν στο μπαλκόνι τα φρέσκα πλυμένα κολάν τους ή τα οικόσιτα εντός αγόρια σπουδαστές, θα δουν και κάτι άλλο πέρα από τις συνήθεις «καφεδάρες»; 

Τσαρούχης Γιάννης, Πορτρέτο και τοπίο, 1974 ακουαρέλα σε χαρτόνι

Τσαρούχης Γιάννης, Πορτρέτο και τοπίο, 1974 ακουαρέλα σε χαρτόνι ​

Miró Joan, Αστερισμοί, ελαιογραφία

Miró Joan, Αστερισμοί, ελαιογραφία​

Πόσο επικοινωνεί και βιώνεται πολλαπλώς και μούλτι ηδονιστικώς η Θεσσαλονίκη, που παρά την κρίση συνεχίζει να προσφέρει ευκαιρίες για κοσμοπολίτικη ζωή και γούστα πολυποίκιλα, με ολίγη κι από γνώση. Με μια πρέζα, τόση δα, από ευκαιρία γνωριμίας με ανθρώπους, ρεύματα, τάσεις, οσμώσεις και εκδοχές διαφορετικές από τις ήδη υπάρχουσες και γκετοποιημένες – ο καθείς στο «είδος» του, ο φραπεδαράς στις καφεδάρες του και οι «άλλοι, οι ντε κουλτούρ» στα κουτάκια τους. Πέραν δηλαδή του «καθείς εφ’ ω ετάχθη (ή ετάφη)», γιατί δεν συγκοινωνεί και επικοινωνεί η πόλη; Γιατί παρά τα πολλά που συμβαίνουν οι άνθρωποι, μικροί ή μεγάλοι, λαϊκοί ή ελιτάου, δεν μπαίνουν στους βιότοπους του διαφορετικού, για να γνωρίσουν, να αλληλεπιδράσουν και να γνωριστούν; Γιατί δηλαδή η πόλη να παραμένει σκέτη μεγαλούπολη και να μη μετουσιώνεται  σε μητρόπολη; Εκεί όπου όλα ρέουν, και οι «ζώνες» μπλέκουν, και οι «γειτονιές» ανθίζουν. Και εσιώπησεν…

Παπαδημητρίου Άγγελος, Ο ιατρός Σταύρος Τσιγκόγλου, 1995 πορσελάνη