- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αντώνης Καφετζόπουλος: «Έχει μεγάλη σημασία να αποτυπώνεται μια ερμηνεία στο μυαλό του θεατή, αυτό είναι που μετράει»
Από τα Εξάρχεια της δεκαετίας του '80 μέχρι σήμερα, ο δημοφιλής ηθοποιός θυμάται πρόσωπα, ρόλους και ιστορίες
Ο Αντώνης Καφετζόπουλος μιλά για την καριέρα του, τον Ακάλυπτο, τον ελληνικό κινηματογράφο, τις συνεργασίες που τον σημάδεψαν, το θέατρο και την πολιτική.
Συναντώ τον Αντώνη Καφετζόπουλο σε ένα ήσυχο παραθαλάσσιο καφέ στη Μαρίνα Αλίμου. Λίγοι Έλληνες ηθοποιοί σήμερα είναι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι από το παρουσιαστικό ή τη φωνή τους όσο αυτός. Αν και κοντεύει τα 75, μοιάζει πολύ νεότερος, με το ίδιο σπιρτόζικο βλέμμα που τον έχουμε γνωρίσει στις ταινίες και τις σειρές και τη χαρακτηριστική ένρινη φωνή που τον έκαναν διάσημο. Η κουβέντα μας κυλάει φυσικά, καθώς τον ακούω να μου διηγείται ιστορίες από την καριέρα του.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο Καφετζόπουλος τελείωσε το Δημοτικό στο Ζωγράφειο Σχολείο –ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα εκεί– και ήρθε στην Αθήνα το 1964. Αφότου εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Οικονομικό και Πολιτικό Τμήμα της Νομικής του Α.Π.Θ. το 1969, αποφάσισε τελικά να ασχοληθεί με την υποκριτική, σπουδάζοντας στη Δραματική Σχολή της Ευγενίας Χατζίκου και κάνοντας την πρώτη επαγγελματική του εμφάνιση στο θέατρο με το έργο «Φιλουμένα Μαρτουράνο», δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη. Η πρώτη περίοδος της καριέρας του στον κινηματογράφο και την τηλεόραση σφραγίστηκε από τις συνεργασίες του με τον Παύλο Τάσιο, στις ταινίες «Παραγγελιά!» (1980) και «Το στίγμα» (1982), και από τις σειρές της ΕΡΤ «Αστροφεγγιά» (1980) και «Το μινόρε της αυγής» (1982-1984), αντίστοιχα. Από τότε μέχρι σήμερα έχει διαγράψει μια μακρά πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, παραμένοντας μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της ελληνικής υποκριτικής.
Στη συζήτησή μας, επιστρέφει σ’ αυτή τη διαδρομή, με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα και χιούμορ.
― Η καριέρα σας στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο καλύπτει περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες. Πρόκειται για μια αξιοζήλευτη πορεία, που κάθε ηθοποιός θα ονειρευόταν. Εσείς είστε ευχαριστημένος; Πετύχατε όλα αυτά που είχατε στο μυαλό σας όταν ξεκινούσατε;
Ναι, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Δεν μπορώ να πω ότι έκανα όλα όσα ήθελα – κανένας δεν το κάνει αυτό. Αν διαβάσεις αυτοβιογραφίες διασήμων, όπως του Μπέργκμαν ή του Ελία Καζάν, για παράδειγμα, όλοι γκρινιάζουν ότι δεν έκαναν αυτό που ήθελαν. Ο ένας ήθελε να γίνει συγγραφέας, αλλά έγινε σκηνοθέτης και δη ο Μπέργκμαν, και πάει λέγοντας. Εγώ δεν γκρινιάζω. Κανένας δεν κατάφερε να κάνει όλα όσα είχε στο μυαλό του. Ίσως ο Κούμπρικ μόνο να τα κατάφερε, γιατί έκανε δέκα ταινίες, και ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Ήταν, άλλωστε, από τους πιο οργανωτικούς ανθρώπους στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
― Σε αρκετές δουλειές της δεκαετίας του 1980 και των αρχών του 1990, όπως το «Μινόρε της αυγής», οι ταινίες του Τάσιου ή η «Όλγα Ρόμπαρντς», είχατε μια πολύ συγκεκριμένη σκηνική και κινηματογραφική εικόνα, που παρέπεμπε συχνά σε λαϊκούς τύπους ή ρεμπέτες. Ήταν κάτι που προέκυπτε από δική σας συνειδητή επιλογή, ή μάλλον από τις ανάγκες των ρόλων και της εποχής;
Αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τους ίδιους τους ρόλους. Για παράδειγμα, στην «Αστροφεγγιά», που γυρίστηκε την ίδια περίοδο, έπαιζα έναν σεμνό, μελαγχολικό φοιτητή στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Τελείως διαφορετικό στιλ. Τώρα, στην «Όλγα Ρόμπαρντς», ο Χρήστος [Βακαλόπουλος] ήταν αυτός που ήθελε να έχω μουστάκι. Στο «Μινόρε της αυγής», πάλι, ήταν ο ρόλος μου αυτός. Η αλήθεια είναι βέβαια πως είχα μια σχέση με την κουλτούρα του ρεμπέτικου, πολύ πριν γίνει του «συρμού», κυρίως επειδή με ενδιέφερε η μουσική. Πρόλαβα, πολύ στα τελευταία τους, τις Τζιτζιφιές με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, και αρκετά μετά τον Τσιτσάνη στο σκοπευτήριο, με την Μπέλλου. Ήταν πράγματα που τα ήξερα καλά. Από τους ρεμπέτες μού άρεσαν οι πιο «στεγνοί», αλλά νομίζω πως ο Τσιτσάνης ήταν μια κατηγορία από μόνος του.
― Ο «Δράκουλας των Εξαρχείων» συνδέθηκε με μια ολόκληρη γενιά δημιουργών. Εσείς γνωρίσατε από κοντά ανθρώπους όπως ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Σταύρος Τσιώλης και ο Νίκος Ζερβός. Τι άνθρωποι ήταν στην καθημερινότητά τους και ποιες αναμνήσεις κρατάτε από τη συνύπαρξή σας μαζί τους εκείνα τα χρόνια;
Με τον Χρήστο [Βακαλόπουλο] ήμασταν φίλοι πολύ πριν αποφασίσει να κάνει μια ταινία. Κάναμε παρέα στα Εξάρχεια, όταν έμενε στην Μπλε Πολυκατοικία. Η «Όλγα Ρόμπαρντς» ήταν η ταινία μιας «παρέας»: Οι περισσότεροι που παίζουμε εκεί ήμασταν ήδη φίλοι από παλιά. Με τον Σταύρο Τσιώλη (που παίζει κι αυτός στην ταινία), συνεργαστήκαμε μία φορά, σε μια δική μου μεσαίου μήκους ταινία, την «Υπόθεση Παπάζογλου» (1993), όπου κάνει το γκαρσόνι, σε έναν πολύ μικρό ρόλο. Είναι μια ταινία με πρωταγωνιστές τον Σοφοκλή Πέππα και τη Γιώτα Φέστα, και παίζει κι ο Άλκης Παναγιωτίδης έναν δευτερεύοντα ρόλο. Δεν έχει παιχτεί σχεδόν καθόλου – υπάρχει μόνο στο Vimeo και το YouTube. Ο Σταύρος ήταν «στρατιώτης» στη δουλειά του, πολύ συνεπής. Με τον Νίκο Ζερβό συναντιόμασταν συχνά, γιατί ήμασταν ξενύχτηδες, αλλά εκείνος ήταν από άλλη παρέα. Πιο πολύ παρέα κάναμε με τους υπόλοιπους συντελεστές του «Δράκουλα των Εξαρχείων»: Με τον Τζούμα, τον Πουλικάκο, τον Πανούση. Με τον Πανούση, συγκεκριμένα, γνωριστήκαμε καλύτερα λίγο αργότερα. Έμαθα ότι σε ένα νούμερο που έκανε με σατίριζε και πήγα καταχαρούμενος να το δω. Όταν, όμως, με πήρε το μάτι του από τη σκηνή, επειδή ήταν πολύ ντροπαλός ο Τζίμης, εκείνο το βράδυ το έκοψε!
― Παραλίγο να παίξετε, αν δεν κάνω λάθος, και στη «Γλυκιά συμμορία» (1983), του Νίκου Νικολαΐδη; Τι συνέβη;
Είναι περίπλοκη ιστορία. Ξεκινήσαμε να γράφουμε ένα σενάριο, με πρωτοβουλία της Κατερίνας Γώγου. Ήμασταν μια παρέα –ο Άρης Ρέτσος, η Όλια Λαζαρίδου, η Κατερίνα κι εγώ– και ψηφίσαμε ποιον σκηνοθέτη θα θέλαμε να το γυρίσει ταινία. Αποφασίσαμε, λοιπόν, όλοι μαζί ότι θέλαμε τον Νικολαΐδη. Πήγαμε και τον βρήκαμε κι αρχίσαμε να συζητάμε για την ταινία, η οποία, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έμοιαζε με τη «Γλυκιά συμμορία». Ωστόσο, μετά τσακωθήκαμε –γίναμε μπίλιες– και, ως εκ τούτου, ο Νίκος συνέχισε κι έκανε τη «Γλυκιά συμμορία» και ο καθένας μας έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του.
― Ποια ήταν η εμπειρία σας με την «Αγία Τριάδα των Εξαρχείων»: Την Κατερίνα Γώγου, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Νικόλα Άσιμο;
Η Γώγου ήταν κουμπάρα στον δεύτερό μου γάμο. Δεν ήταν δύσκολος άνθρωπος – κάθε άλλο. Ήταν, μάλιστα, πολύ αφοσιωμένη στους φίλους της, τους αγαπούσε και τους εκτιμούσε. Δύσκολη ήταν μ’ εκείνους που δεν αγαπούσε και δεν εκτιμούσε. Βέβαια, το θέμα «σηκώνει πολύ νερό», γιατί ορισμένοι απ’ αυτούς που δεν εκτιμούσε δεν ήταν απαραίτητα τόσο «κακά άτομα», αλλά αυτό είναι, άλλωστε, πολύ υποκειμενικό. Όλοι έχουμε προκαταλήψεις. Γιατί να μην είχε και η Γώγου;
Ο Σιδηρόπουλος δεν ήταν στην ίδια παρέα. Με τον Παύλο τελειώσαμε το ίδιο σχολείο, αλλά είχαμε μια διαφορά ηλικίας. Όταν άρχισε να γίνεται γνωστός πια, συνειδητοποίησα ότι ήταν το «μεγάλο» παιδί που έβλεπα στην αυλή του σχολείου. Είχαμε γνωριστεί μετά, αλλά δεν κάναμε πολλή παρέα. Όταν ο Σαββόπουλος σταμάτησε να είναι με τα Μπουρμπούλια, πήραν για τραγουδιστή τον Σιδηρόπουλο. Εκείνο το διάστημα ήρθαμε πιο κοντά. Βρισκόμασταν τα βράδια και τρώγαμε καμιά μακαρονάδα, μαζί με την μπάντα και μερικούς άλλους φίλους. Ο Σιδηρόπουλος μου άρεσε πολύ σαν ερμηνευτής. Είναι ένας από τους κορυφαίους ροκ ερμηνευτές στην ελληνική σκηνή.
Λίγο πολύ, στα Εξάρχεια ήμασταν όλοι μια παρέα. Ο Νικόλας [Άσιμος] ήταν άλλο πράγμα. Τα πράγματα εξελίχθηκαν άσχημα με τον Νικόλα όταν άρχισε να μην ελέγχει ούτε ο ίδιος τον εαυτό του. Τον ξέκοψαν όλοι, ξέκοψε κι αυτός με όλους. Ήταν άσχημη κατάσταση. Όλοι ήμασταν «δύσκολοι». Όμως το θετικό ήταν ότι δεν υπήρχαν στρατόπεδα. Υπήρχαν ατομικότητες, και με κάποιους ταίριαζες, ενώ με άλλους όχι. Οι διαφορές ήταν πιο πολύ προσωπικές και λιγότερο πολιτικές. Αυτά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα στο αν θα έκανες παρέα με κάποιον. Οι διαφορετικότητες δεν ήταν τόσο ομαδοποιημένες και περιχαρακωμένες όσο είναι σήμερα.
― Μια δεύτερη, ας πούμε, περσόνα σας στο σινεμά ήταν εκείνη του παράγοντα, που υιοθετείτε στη «Θηλυκή εταιρεία» (1999) του Νίκου Περάκη. Πρόσφερε η ταινία αυτή μια κριτική ματιά στην εποχή κατά την οποία γυρίστηκε;
Αυτό έκανε, στην ουσία, ο Νίκος [Περάκης]. Ήταν κάνα δυο ταινίες που γύρισε τότε, οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν «κοινωνικές κωμωδίες». Η «Θηλυκή εταιρεία» είναι η πιο χαρακτηριστική απ’ αυτές. Σατίριζε μια κατάσταση που συναντούσες συχνά εκείνη την εποχή. Ο ρόλος που παίζω ήταν καθαρά επιλογή του Νίκου. Ήταν, άλλωστε, ένας μικρός ρόλος, αλλά νομίζω πως έχει «μείνει» στο κοινό. Στο επάγγελμά μου, έχει μεγάλη σημασία να αποτυπώνεται μια ερμηνεία στο μυαλό του θεατή. Το κοινό θα δει μια ταινία κατά κανόνα μία φορά. Αυτό που θυμούνται είναι αυτό που μετράει πραγματικά.
― Την ίδια περίοδο, δημιουργήθηκε και ο χαρακτήρας του Ακάλυπτου για την τηλεοπτική σειρά «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» (1997-2000). Ήταν ένας ρόλος που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον κόσμο. Τι πιστεύετε ότι ήταν αυτό που έκανε τη συγκεκριμένη σειρά τόσο επιτυχημένη;
Είχε πολλά πράγματα: Το είχαν πάρει πολύ ζεστά τρεις-τέσσερις άνθρωποι, μεταξύ αυτών ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και οι ηθοποιοί που παίζαμε. Από την άλλη, ήταν όντως ξεκαρδιστική σε πολλά σημεία, γιατί έδενε με την εποχή του «αέρα» που ζούσαμε τότε – όλη η χώρα ήταν «ακάλυπτη». Κάποιοι, μάλιστα, αργότερα χρεοκόπησαν ως «αεριτζήδες». Έγιναν πρωτοσέλιδο γιατί πήγανε φυλακή ή γιατί τους κυνηγούσε η εφορία. Είχε, λοιπόν, άμεση σχέση με την εποχή, κι από την άλλη, υπήρχαν μερικές πολύ καλές ερμηνείες από ηθοποιούς: Ο Παρτσαλάκης, η Ρένια Λουϊζίδου, η Κάρμεν Ρουγγέρη. Νομίζω πως ήταν όλα αυτά μαζί που έκαναν τη σειρά τόσο επιτυχημένη και όχι ένα μόνο πράγμα.
― Ποια είναι η γνώμη σας για τις συνεχόμενες επαναλήψεις της σειράς στον ΑΝΤ1; Σας ενοχλεί που τα νέα παιδιά σάς γνωρίζουν σήμερα μέσα από τον ρόλο του Ακάλυπτου;
Αυτό, σε κάποιο επίπεδο, έχει καταστρέψει ανθρώπους. Υπάρχει αυτή η τυποποίηση την οποία δεν έχεις επιδιώξει ποτέ. Το σίριαλ αυτό σταμάτησε γιατί αποφάσισα εγώ (και νομίζω συμφώνησαν και οι υπόλοιποι) πως «φτάνει». Τρία χρόνια θεώρησα ότι ήταν αρκετά. Όταν, όμως, συνεχίζουν ακόμα και το παίζουν μέρα νύχτα, το «φτάνει» που θα πω εγώ, ή ο κάθε ηθοποιός, είναι τελικά ανίσχυρο. Δεν υπάρχει ηθοποιός που να έχει βρεθεί σ’ αυτή τη θέση και να μην τον έχει ενοχλήσει το γεγονός πως οτιδήποτε και να πει πέφτει στο κενό. Έτσι γίνεται όμως: Ο ιδιοκτήτης του υλικού είναι άλλος και το παίζει όποτε θέλει.
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, κι επειδή έκανα πολύ διαφορετικά πράγματα στη δουλειά μου, δεν με πειράζει τόσο πολύ. Υπήρξε, όμως, ένα διάστημα –καθώς έτσι λειτουργεί αυτή η αγορά– που όλοι ήθελαν να επαναλάβουμε αυτό που γέμισε το ταμείο του ΑΝΤ1, στο θέατρο, στο σινεμά κ.λπ. για να γεμίσουν και τα δικά τους ταμεία. Πρέπει να αντισταθεί κανείς σ’ αυτό, εκτός αν επιλέξει να παίζει πάντα έναν ρόλο στη ζωή του, το οποίο το βρίσκω απόλυτα θεμιτό. Ο Βέγγος το έκανε αυτό και το έκανε πάρα πολύ ωραία. Εμένα δεν μου άρεσε να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί βαριέμαι κιόλας εύκολα.
Εκείνο που με ενοχλεί είναι πως ο κόσμος θεωρεί ότι, επειδή είσαι ηθοποιός και λες ατάκες, οφείλεις, με το που θα τους συναντήσεις, να τους πεις κάτι που θα τους κάνει να γελάσουν. Σ’ αυτό απαντάω συνήθως με ερώτηση: «Τι δουλειά κάνεις;» «Υδραυλικός», λέει φέρ’ ειπείν ο άλλος. «Ωραία, θα μου φτιάξεις λίγο τη βρύση;».
― Μια τρίτη περσόνα είναι εκείνη του μεσήλικα, που μοιάζει να τον έχει νικήσει η ζωή. Κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο «Στάκαμαν» (2001), συνεχίζει στο «Η γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος» (2005), την «Ακαδημία Πλάτωνος» (2009) και τον «Άδικο κόσμο» (2011). Τις πρώτες δύο ταινίες, μάλιστα, τις έχετε σκηνοθετήσει ο ίδιος, ενώ οι δύο τελευταίες είναι του Φίλιππου Τσίτου. Σχετίζονται με κάποιον τρόπο αυτοί οι ρόλοι μεταξύ τους;
Δεν σχετίζονται μεταξύ τους με αυτόν τον τρόπο. Τον Τσίτο, φανταστείτε, δεν τον ήξερα καν όταν έκανα το «Στάκαμαν». Έτυχε μάλλον. Οι ήρωες του Τσίτου, βέβαια, είναι τέτοιοι άνθρωποι που θεωρούν ότι η ζωή ξέφυγε από τα χέρια τους και τώρα πια δεν έχει νόημα να κάνουν τίποτ’ άλλο εκτός από το να αποσυρθούν. Και στη νέα ταινία που γυρίζουμε τώρα με τον Τσίτο, τις «Δεξιώσεις», ο ήρωας στο τέλος αποσύρεται. Στο «Στάκαμαν» δεν ήταν τέτοιος τύπος αυτός ο καημένος. Άπλα θα ήθελε η ζωή να του φερθεί ανάλογα με το πόσο σωστός άνθρωπος είναι. Στο τέλος της ταινίας, ανταμείβεται μεν, αλλά για τυχαίους λόγους, και βρίσκεται με ένα ωραίο σπίτι, το οποίο δεν επεδίωξε ποτέ να αποκτήσει. Είναι μια πικρή κωμωδία, αλλά η πίκρα βρίσκεται στο βάθος. Ήθελα, μάλλον, να γυρίσω μια φιλοσοφική κωμωδία.
Η «Γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος» σχετίζεται με την οικονομική κρίση, με την έννοια ότι ο βασικός χαρακτήρας ήταν ο κλασικός προ κρίσης τύπος που τα έχει όλα δικά του. Καθότι διαφημιστής, άρα και «αεριτζής», ξέρει να χειρίζεται τους ανθρώπους και όλα τού πάνε καλά, αλλά στο κρίσιμο ζήτημα του τι θα κάνει με τη φίλη του και την κόρη του τα κάνει «μαντάρα» και αναγκάζεται να παραδοθεί. Είναι, ίσως, η πιο φεμινιστική ταινία που γυρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα, αλλά, λόγω τίτλου, έχω φίλες που μου είπαν ότι δεν πρόκειται να πάνε να τη δουν.
Στο «Στάκαμαν» και στη «Γυναίκα» έχω γράψει το σενάριο, έχω αναλάβει τη σκηνοθεσία, παίζω τους κεντρικούς ρόλους – όλα τα έχω κάνει. Δεν θέλω, όμως, να ασχοληθώ ξανά με τη σκηνοθεσία, γιατί με τσακίζει η διαδικασία με την οποία χρηματοδοτούνται οι ταινίες. Πρέπει να κάνεις «pitching» χρόνια πάνω σε μια ιδέα, που, όταν φτάσει η ώρα να κάνεις την ταινία, μπορεί να σου έχει τελειώσει, ή μπορεί να έχουν αλλάξει οι συνθήκες και να μην έχει πια το ίδιο νόημα. Επειδή, όμως, την έχεις «πουλήσει» με αυτό το νόημα, θα πρέπει να μείνεις πιστός στις δεσμεύσεις που έχεις, απέναντι σε παραγωγούς κ.λπ. Αυτό το πράγμα σκοτώνει. Μικρός, 17-18 χρονών, ήθελα να γίνω σκηνοθέτης όσο τίποτα άλλο. Το έκανα αυτό. Έκανα τρεις ταινίες, τρία σίριαλ (σκηνοθεσία, παραγωγή), δεκάδες διαφημιστικά – ξέρω να το κάνω και είμαι πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, αλλά δεν αντέχω τη διαδικασία.
― Τελευταία ασχολείστε περισσότερο με το θέατρο απ’ ό,τι με τον κινηματογράφο. Πρόσφατα, η παράσταση «Άσπρο Μαύρο» με τον Τζερόμ Καλούτα σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Τι σας ελκύει στο θέατρο και τι ρόλους προτιμάτε να παίζετε σήμερα;
Δεν είναι ότι άφησα εγώ πίσω τον κινηματογράφο. Σε αφήνει πίσω και ο κινηματογράφος, ειδικά όταν αλλάζει η εποχή. Επειδή δείχνω νεότερος, μέχρι πρότινος δύσκολα μου πρότειναν ρόλους που να ταιριάζουν στην ηλικία μου. Τώρα τελευταία με βάζουν να παίζω τους πατεράδες και τους παππούδες. Όταν είσαι 62 χρονών, μπορεί να μη μοιάζεις 62, αλλά δεν είναι ωραίο να κάνεις τον γκόμενο. Είναι σαν κάτι παλιές ελληνικές ταινίες, που οι ηθοποιοί έχουν γεράσει και παίζουν τα τζόβενα. Πάντως, ετοιμάζουμε τώρα μια νέα ταινία με την Ελίνα Ψύκου, που ο ρόλος ταιριάζει και στην ηλικία μου. Είναι μια ταινία με το χαρακτηριστικό στιλ της Ψύκου, όπου ο χαρακτήρας που θα παίζω εγώ έχει πει ένα ψέμα, που δεν είναι στ’ αλήθεια τόσο σημαντικό, αλλά εκείνος πιστεύει πως, αν μαθευτεί, θα καταστρέψει όλες τις σχέσεις με τους γύρω του. Θυμίζει λίγο τις ταινίες του Γούντι Άλεν, κάτι σαν το «Απιστίες και αμαρτίες» (1989).
Το «Άσπρο Μαύρο» έκανε μεγάλη επιτυχία, αφενός χάρη στο κείμενο του Κόρμακ Μακάρθι, ο οποίος δεν είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα. Οι σινεφίλ ξέρουν το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (2007). Οι φανατικοί αναγνώστες, ιδιαίτερα αυτοί που διαβάζουν αμερικανική λογοτεχνία (Φώκνερ, Μέλβιλ κ.λπ.), τον ξέρουν σαν συνεχιστή αυτής της παράδοσης. Στο ευρύτερο κοινό, όμως, δεν νομίζω ότι είναι τόσο γνωστός, παρότι έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και μάλιστα πολύ καλά. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ. Αφετέρου, νομίζω πως η παράσταση είχε μεγάλη επιτυχία χάρη στον Τζερόμ Καλούτα. Ο Τζερόμ, με την προσωπικότητά του, την οποία πολλοί γνώρισαν μέσα από την εκπομπή που έκανε, μεταδίδει μια αισιοδοξία. Είναι ένας πολύ ταλαντούχος και έξυπνος άνθρωπος. Το θέατρο σήμερα δίνει τη δυνατότητα σε νέους ανθρώπους να επιδείξουν το ταλέντο τους, μακριά από πολιτικές. Το κακό, βέβαια, είναι ότι επειδή υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις, κάποια καλά πράγματα χάνονται μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό. Έχει και τα θετικά και τα αρνητικά του ως μέσο.
― Έχετε ασχοληθεί κατά καιρούς με την πολιτική, ενώ σήμερα στέκεστε στο πλευρό του φίλου σας, Πέτρου Τατσόπουλου, που μιλάει ανοιχτά για θέματα ταμπού που αφορούν την πίστη στον Θεό και την Εκκλησία. Θεωρείτε πως είναι χρέος όλων των δημοσίων προσώπων να εκφράζουν τη γνώμη τους για σημαντικά κοινωνικά ζητήματα;
Είμαι εκατό τοις εκατό με τον Τατσόπουλο. Δεν υπάρχει κάποιο «ναι μεν… αλλά». Καταλαβαίνω ότι έχει ενοχλήσει ανθρώπους που θα ήθελαν να μην είναι τόσο επιθετικός ή να μην είναι μονοθεματικός – να ασχοληθεί και με τίποτε άλλο ή να γράψει ένα μυθιστόρημα. Το καταλαβαίνω αυτό, αλλά είναι δική του απόφαση. Επειδή είναι πολύ φίλος μου, και στο δικαστήριο θα είμαι, και στο πλευρό του θα είμαι για ό,τι χρειαστεί. Έτσι είναι με τους φίλους. Ιδεολογικά, άλλωστε, ταυτίζομαι μ’ αυτά που λέει. Ίσως εγώ να ήμουν πιο ήπιος με τους ανθρώπους που πιστεύουν, αλλά δεν έχω την παραμικρή διαφωνία με την ουσία αυτών που λέει. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να ζουν στον 21ο αιώνα, αλλά στον 15ο. Σε όλη μου τη ζωή, έχω κρατήσει μια στάση: μιλάω δημόσια όταν προκύπτουν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα. Καμιά φορά με ρωτάνε: «Δεν έχει κόστος αυτό;» Έχει. Αν το κάνεις, όμως, συνειδητά, δεν σε νοιάζει τόσο πολύ το κόστος. Το έχεις λάβει υπόψη σου. Αν το αποφάσισες σε κάποια στιγμή έξαρσης και δεν το είχες σκεφτεί καλά, πιθανόν αυτό το κόστος να σε οδηγήσει στο να τα «μαζέψεις». Δεν έχω δει καμία αντίδραση, προς το παρόν, που να με έχει οδηγήσει σε μια τέτοια απόφαση.