Μουσικη

Ο Χρήστος Καρυώτης μιλά για το νέο Sani Festival

Ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής συζητά για το πρόγραμμα, τη συνάντηση θρύλων, τη βιωσιμότητα, την Τεχνητή Νοημοσύνη και το μέλλον των μουσικών φεστιβάλ

Δημήτρης Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Χρήστος Καρυώτης: Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Sani Festival μιλάει για το line up και τις προκλήσεις του διεθνούς φεστιβάλ στη Χαλκιδική.

Το Sani Festival μπαίνει φέτος σε μια νέα δημιουργική εποχή, με τον πρώτο προγραμματισμό που φέρει την υπογραφή του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του. Ύστερα από περισσότερες από τρεις δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία –από τη δισκογραφία, το artist management και τις δημόσιες σχέσεις μέχρι τα media και τη στρατηγική επικοινωνία– ο Χρήστος Καρυώτης, ο άνθρωπος που αναλαμβάνει το τιμόνι του ιστορικού θεσμού, γνωρίζει πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο καλλιτεχνικό ένστικτο και τη μεγάλη εικόνα. Η πορεία του έχει διαμορφωθεί από την αναζήτηση νέων τάσεων, την ανάδειξη καλλιτεχνών και τη δημιουργία μουσικών εμπειριών που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής συναυλίας.

Το φετινό πρόγραμμα του Sani Festival μοιάζει να συνομιλεί διαρκώς με τη μνήμη, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στη νοσταλγία. Από τον Robert Plant, που συνεχίζει να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, τους διαχρονικούς Waterboys και τους πρωτοπόρους Soul II Soul, μέχρι τη Βίκυ Λέανδρος, τη Δήμητρα Γαλάνη, την Ελένη Τσαλιγοπούλου και την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας, αλλά και τον σύγχρονο superstar James Arthur, το φεστιβάλ επιχειρεί να ενώσει διαφορετικές γενιές και μουσικές γλώσσες σε μια κοινή εμπειρία κάτω από τον έναστρο ουρανό της Σάνης. Την ίδια στιγμή, παραμένει πιστό στη δέσμευσή του ως το πρώτο πιστοποιημένο βιώσιμο μουσικό φεστιβάλ της Ελλάδας. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο Χρήστος Καρυώτης μιλά για τις μνήμες που καθόρισαν το φετινό line-up, για το αθέατο παρασκήνιο ενός διεθνούς φεστιβάλ, για τη σχέση πολιτισμού και φιλοξενίας, αλλά και για το γιατί πιστεύει ότι η μουσική εξακολουθεί να γεννά κάτι πολύτιμο: στιγμές που μένουν μαζί μας πολύ μετά την τελευταία νότα.

Χρήστος Καρυώτης: Από τη δισκογραφία και το artist management στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Sani Festival

—Το φετινό πρόγραμμα μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από την έννοια της μνήμης: Robert Plant, Waterboys, Soul II Soul, Βίκυ Λέανδρος. Είναι σαν να συνομιλείτε με διαφορετικές εκδοχές του παρελθόντος. Πιστεύετε ότι τα μεγάλα φεστιβάλ σήμερα έχουν γίνει χώροι νοσταλγίας ή μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως μηχανές ανακάλυψης του μέλλοντος;
Κάθε καλλιτέχνης από το φετινό πρόγραμμα κατέχει μέσα μου κάποια τετραγωνικά μνήμης. Από τα παιδικά μου χρόνια, όταν οι μεγαλύτερες ξαδέρφες μου έβαζαν συνέχεια δίσκους της Βίκυς, εγγράφοντας τη φωνή της στο υποσυνείδητο μου, ως τα εφηβικά χρόνια που ανακάλυψα τους Led Zeppelin. Tην αγάπη μου στα 80s για τους Waterboys και τον φολκ-ροκ ήχο τους, που μου ακουγόταν ιδιαίτερα ελληνικός, τους χορούς στα club με το Back to life των Soul II Soul αργότερα, όλα αυτά συνθέτουν εικόνες μνήμης που ίσως ασυνείδητα ήρθαν στο παρόν να συνθέσουν ένα πρόγραμμα που ευελπιστεί να εκφράσει και δικές σας μνήμες. Πέρα από τη μνήμη όμως, ήθελα να δώσω χώρο και στο σύγχρονο τραγούδι, με έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους τραγουδοποιούς, τον James Arthur, που έχει δισεκατομμύρια streams, τεράστιο κοινό και μια ποιότητα που θεωρώ ότι θα τον καταστήσει κλασικό. Μιλώντας για το Sani Festival, το ζητούμενο είναι η συγκίνηση του θεατή. Η μουσική εμπειρία που θα βιώσει σε αυτό το πανέμορφο φυσικό τοπίο, οι στιγμές που θα ζήσει και θα αποτελέσουν τις μελλοντικές του μνήμες.

© Γιώργος Γερανιός

—Έχετε περάσει από ραδιόφωνα, δισκογραφικές, artist management, PR και τελικά στην καλλιτεχνική διεύθυνση. Όταν κοιτάζετε ένα όνομα για το Sani Festival, ποια φωνή ακούγεται πιο δυνατά μέσα σας; Του μουσικόφιλου, του επικοινωνιολόγου ή του ανθρώπου που ξέρει ότι στο τέλος πρέπει να πουληθούν και εισιτήρια;
Ολόκληρης αυτής της χορωδίας φωνών! Πώς μπορείς να σωπάσεις την κάθε μία; Άλλωστε αυτή η πολυφωνία είναι μια προίκα και όχι εμπόδιο στο σχεδιασμό του φεστιβάλ. Τις ακούω όλες συνειδητά και προσπαθώ να τις βάλω σε τάξη γιατί είναι αρκετά επίμονες. Ο Robert Plant, στα 77 του, μοιάζει σήμερα πιο ανήσυχος καλλιτεχνικά από πολλούς τριαντάρηδες. Υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής που ενώνει τους καλλιτέχνες που σας συγκινούν ως curator; Είναι η επιτυχία, η επιρροή ή η άρνησή τους να επαναπαυτούν στον μύθο τους; Είναι όλα αυτά αλλά κυρίως η αίσθηση ότι έχουν ακόμα το πάθος και την ανάγκη να παίξουν τη μουσική τους και να είναι ειλικρινείς, παρόλα τα χρόνια που μπορεί να έχουν και το βάρος που μοιραία φέρνει ο χρόνος. Αν καταφέρνουν να μας μαγεύουν ακόμα, τότε έχουν όλη τη νεότητα που χρειάζεται, που δεν είναι αυτονόητη με την νεαρή ηλικία. 

— Αναρωτιέμαι αν το πραγματικό φεστιβάλ δεν είναι αυτό που βλέπει το κοινό, αλλά εκείνο που δεν βλέπει: οι συζητήσεις με agents, οι χαμένες διαπραγματεύσεις, οι καλλιτέχνες που δεν ήρθαν ποτέ. Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον line-up που έμεινε μόνο στο μυαλό σας;
Το παρασκήνιο και όλα αυτά που αναφέρετε, έχουν τρομερό ενδιαφέρον και μακάρι να μπορούσαμε να το κάνουμε παράσταση κάθε χρονιά. Θα τη λάτρευε το κοινό, γιατί έχει ανατροπές, προδοσίες, ένταση, αβεβαιότητα, γέλιο και κλάμα, όσα υλικά δηλαδή κάνουν ένα θρίλερ σπουδαίο. Φέτος είναι η πρώτη χρονιά μου στο τιμόνι του Sani Festival, οπότε μπορώ να μιλήσω μόνο για όσα έζησα αυτή τη χρονιά. Πέρα από το line-up που παρουσιάζουμε μακάρι να μπορούσα να σας μιλήσω και για το άλλο, που δεν κατάφερε να πραγματοποιηθεί, για διάφορους λόγους. 

— Το Sani Festival ξεκίνησε ως ένα jazz φεστιβάλ και σήμερα φιλοξενεί από folk και soul μέχρι mainstream pop. Πρόκειται για φυσική εξέλιξη ή για μια αναγκαία προσαρμογή σε έναν κόσμο όπου τα μουσικά σύνορα έχουν καταρρεύσει;
Είναι η πιο φυσική εξέλιξη που θα μπορούσε να υπάρξει, συμπεριλαμβάνοντας στην ωρίμανση του, σπουδαίους καλλιτέχνες από κάθε είδος μουσικής, απευθυνόμενο σε ένα κοινό που ζητούσε περισσότερες επιλογές χρόνο με το χρόνο. Έγινε πιο ανοιχτό αλλά δεν έχασε ποτέ τον προσανατολισμό του, σε υψηλού επιπέδου μετακλήσεις, που τις αποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό το κοινό μας.

— Ποια είναι η χρησιμότητα ενός καλλιτεχνικού διευθυντή το 2026;
Ένα φεστιβάλ, θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει χωρίς το όραμα, την αισθητική και το στίγμα που πρέπει να προσφέρει ένας καλλιτεχνικός διευθυντής. Πόσο μάλλον για το Sani Festival, έναν πολιτιστικό θεσμό με παγκόσμιο brand name, με τριαντάχρονη παρουσία που έχει δημιουργήσει μια σπουδαία κληρονομιά με πάνω από 400 συναυλίες όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχει φυσικά και το διοικητικό μέρος, που απαιτεί τον συντονισμό μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων που εργάζονται για το φεστιβάλ. Δεν είναι σε καμία περίπτωση δουλειά ενός, αλλά πάντα μια καλή ομάδα χρειάζεται κι έναν προπονητή.

— Το Sani είναι ταυτόχρονα φεστιβάλ και μέρος ενός πολυτελούς τουριστικού προορισμού. Υπάρχει ποτέ η αγωνία ότι ο πολιτισμός κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη premium προϊόν ή θεωρείτε ότι αυτή η συνάντηση πολιτισμού και φιλοξενίας μπορεί να παράξει κάτι αυθεντικό;
Δεν αντιμετωπίζουμε το φεστιβάλ ως μια σειρά συναυλιών για την ελίτ. Είναι συνειδητή επιλογή του ομίλου Sani/Ikos και αυτό φαίνεται τόσο από τις επιλογές των καλλιτεχνών, την ανοιχτή πρόσβαση στο κοινό, την προσιτή τιμολογιακή πολιτική μας, που επιτρέπει την απόλαυση παγκόσμιων star σε συνθήκες private event και φυσικά στην πεποίθηση ότι ο πολιτισμός είναι κομμάτι της ξεχωριστής φιλοξενίας που θέλουμε να προσφέρουμε.

— Στο βιογραφικό σας μιλάτε για την ικανότητα να προβλέπετε τάσεις. Αν βρισκόμασταν σε ένα μπαρ μετά τα μεσάνυχτα, μακριά από δελτία Τύπου και στρατηγικά πλάνα, ποια μουσική αλλαγή θα λέγατε ότι έρχεται και οι περισσότεροι δεν την έχουν αντιληφθεί ακόμη;
Η μεγαλύτερη αλλαγή που έρχεται αφορά στην είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης στις ζωές μας και φυσικά στην καλλιτεχνική έκφραση. Αυτή τη στιγμή δισκογραφικές και εκδοτικές εταιρείες προσπαθούν να ορίσουν ένα νομικό πλαίσιο λειτουργίας που θα αποτρέψει την ασυδοσία στη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης και θα ανακουφίσει τους φόβους καλλιτεχνών, πνευματικών δημιουργών και διαχωρίσει το ανθρώπινο από το μηχανικό. Είναι μια αντίστοιχη κρίση με αυτή που είχε περάσει ο κλάδος με την ασύδοτη χρήση του διαδικτύου και της παράνομης διακίνησης μουσικής πριν είκοσι χρόνια.

— Υπάρχει κάποια στιγμή που αποφασίσατε συνειδητά να αγνοήσετε την αγορά και να ακολουθήσετε αποκλειστικά το προσωπικό σας ένστικτο;
Δεν θυμάμαι να παρουσιάστηκε ποτέ αυτό το δίλημμα επαγγελματικά. Υπήρξα πολύ τυχερός και έκανα πάντα ό,τι μου άρεσε, στη δισκογραφία, τα media, το ραδιόφωνο, την επικοινωνία. Σε μια δυο ατυχείς συνεργασίες απλά αποχώρησα.

© Γιώργος Γερανιός

— Το φεστιβάλ αυτοπροσδιορίζεται ως το πρώτο βιώσιμο μουσικό φεστιβάλ της Ελλάδας. Πιστεύετε ότι η οικολογική συνείδηση θα επηρεάσει και την αισθητική των φεστιβάλ στο μέλλον; Όχι μόνο τον τρόπο που μετακινούμαστε ή ανακυκλώνουμε, αλλά και τον τρόπο που ακούμε, ταξιδεύουμε και καταναλώνουμε πολιτισμό;
Πιστοποιηθήκαμε με ISO ως το πρώτο βιώσιμο φεστιβάλ στην Ελλάδα, αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών μας, όπως η λειτουργία με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κατάργηση πλαστικών μιας χρήσης, η ηλεκτροκίνηση και η ανακύκλωση υλικών. Η βιώσιμη πρακτική δεν θα επηρεάσει μόνο τα φεστιβάλ αλλά τις ζωές μας, μέσα από τις επιλογές μας για όσο το δυνατόν μικρότερο αποτύπωμα στο περιβάλλον. Όσον αφορά στα φεστιβάλ και τη μουσική, υπάρχει ένα αυξανόμενο κύμα βιώσιμων επιλογών, κάτι που αποτελεί ουσιαστικά πολιτική πράξη, γιατί συνδέει ξανά τη μουσική με την κοινωνία.

— Μετά από τρεις δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας προκαλεί δέος; Η μουσική, οι άνθρωποι ή η πιθανότητα ότι σε λίγες ώρες μπορεί να συμβεί κάτι εντελώς απρόβλεπτο;
Ευτυχώς εκπλήσσομαι και συγκινούμαι ακόμα από το ταλέντο και την προσωπικότητα των καλλιτεχνών. Τη μαγική τους ικανότητα να συνδέονται μαζί μας μέσα από την έκφρασή τους, που ενώ είναι κάτι ατομικό και προσωπικό, βρίσκει μέσα μας μια ανεξήγητη σύνδεση.

— Φανταστείτε ότι βρισκόμαστε στον λόφο της Σάνης μετά το τέλος της τελευταίας συναυλίας. Οι τεχνικοί μαζεύουν τα καλώδια, τα φώτα σβήνουν και το κοινό έχει φύγει. Ποια είναι η ερώτηση που κάνετε κάθε χρόνο στον εαυτό σας και που τελικά καθορίζει αν το φεστιβάλ πέτυχε ή όχι;
Πρώτα απ’ όλα ονειρεύομαι μια νυχτερινή βουτιά κάτω από τ’ αστέρια! Μια συμβολική λήξη του φεστιβάλ και μια ευκαιρία για ένα πρώτο απολογισμό. Νομίζω πως η πρώτη ερώτηση θα είναι: «πάμε ξανά»;