- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιατί όλα τα σίριαλ είναι ακόμη «σαπουνόπερες βραδινής ζώνης»;
Η ελληνική μυθοπλασία στη δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση, από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, δεν έχει φτάσει στη «μεγάλη αφήγηση»
Η διαδρομή της τηλεοπτικής μυθοπλασίας από τις σαπουνόπερες της βραδινής ζώνης στη «μεγάλη αφήγηση» και μια κριτική ματιά στη σύγχρονη ελληνική τηλεόραση
Η αμερικανική τηλεόραση υπήρξε σημαντική πηγή επιρροής, παρά απόλυτη καθοδήγηση για την αντίστοιχη ευρωπαϊκή και ελληνική. Στο κομμάτι της μυθοπλασίας, οι Έλληνες εμπειρικοί σεναριογράφοι ήταν άτομα με στοιχειωδώς καλά ελληνικά, από διάφορους χώρους (ραδιόφωνο, δημοσιογραφία, διαφήμιση, θέατρο). Η τηλεόραση της δεκαετίας του ’70 επηρεαζόταν έντονα από το θέατρο και τη λογοτεχνία. Πολλές τηλεοπτικές σειρές βασίζονταν σε ελληνικά μυθιστορήματα, ενώ η αφήγηση είχε πιο «θεατρικό» ρυθμό. Η δημόσια τηλεόραση έδινε έμφαση σε δραματοποιήσεις λογοτεχνικών έργων και σε ιστορίες κοινωνικού περιεχομένου.
Από το «Ντάλας» και το «Twin Peaks» μέχρι τις σύγχρονες ελληνικές σειρές
Θυμάμαι στα μαθητικά μου χρόνια μυθιστορήματα των Βενέζη, Ξενόπουλου, Αθανασιάδη, Μυριβήλη να γίνονται σίριαλ και να τα παρακολουθώ στην ασπρόμαυρη τηλεόραση («Γαλήνη», «Οι Πανθέοι», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» κ.ά.). Υπήρχαν και αστυνομικά και ιστορικο-κατασκοπικά σίριαλ («Ο παράξενος ταξιδιώτης» του Γιάννη Φίλιππα, «Ο άγνωστος πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου) και μεταφρασμένα αστυνομικά procedurals («Κολόμπο», «Κότζακ» κ.ά.) που ήταν αυτοτελή, είχαν διαφορετική υπόθεση κάθε βδομάδα, οπότε ο θεατής δεν χρειαζόταν να θυμάται τι έγινε στο προηγούμενο επεισόδιο. Η λογική ήταν απλή: η τηλεόραση ήταν μέσο μαζικής κατανάλωσης, αλλά όχι απαραίτητα χώρος «μεγάλης αφήγησης». Κανείς δεν μιλούσε ακόμη για binge watching, cinematic television ή prestige TV.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 η αμερικανική σειρά «Ντάλας» (προβλήθηκε από την ΕΡΤ) άλλαξε τη δομή της τηλεοπτικής βιομηχανίας. Το «Ντάλας» πήρε στοιχεία από τις ημερήσιες σαπουνόπερες και τα μετέφερε στη βραδινή ζώνη, με πολύ μεγαλύτερο budget. Ήταν ουσιαστικά μια «σαπουνόπερα πολυτελείας» [ο όρος «σαπουνόπερα βραδινής ζώνης» (prime time soap) αναφέρεται στις σαπουνόπερες των ωρών υψηλής τηλεθέασης, εκεί όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο τηλεοπτικό κοινό και όπου τα κανάλια επενδύουν τα περισσότερα χρήματα].
Οι «σαπουνόπερες της βραδινής ζώνης» είχαν ορισμένα χαρακτηριστικά που τις έκαναν να ξεχωρίζουν: συνεχιζόμενη αφήγηση, έμφαση στις προσωπικές σχέσεις, πολλούς πρωταγωνιστές με ισοδύναμης σημασίας ρόλους (τα λεγόμενα ensemble casts), υψηλή παραγωγή, εβδομαδιαία επεισόδια με αγωνιώδη φινάλε (cliffhangers). Το κοινό δεν μπορούσε πλέον να χάσει επεισόδια. Η τηλεόραση άρχισε να λειτουργεί με όρους εθισμού. Το περίφημο «Ποιος σκότωσε τον Τζέι Αρ;» από το «Ντάλας» έγινε παγκόσμιο πολιτισμικό γεγονός (στην Αθήνα οι δρόμοι είχαν ερημώσει γιατί όλοι ήταν κολλημένοι στις οθόνες τους). Λίγο αργότερα ήρθε η «Δυναστεία» και απογείωσε ακόμα περισσότερο το μοντέλο. Αν το «Ντάλας» είχε πετρέλαια και επιχειρηματικές συγκρούσεις, η «Δυναστεία» πρόσθεσε υπερβολική πολυτέλεια, glamour, ώμους με βάτες, κοσμήματα, σαμπάνιες και καταστροφικές οικογενειακές ίντριγκες.
Στις ΗΠΑ, τα δίκτυα κατάλαβαν γρήγορα ότι αυτή η φόρμουλα ήταν χρυσωρυχείο. Οι σειρές αυτές κρατούσαν το κοινό πιστό, δημιουργούσαν τεράστια τηλεθέαση, πωλούνταν εύκολα στο εξωτερικό, λειτουργούσαν ως διεθνές lifestyle προϊόν. Η τηλεόραση μπήκε στην εποχή της υπερβολής. Τα prime time soaps των 80s ήταν φυγή από την πραγματικότητα, φαντασιώσεις πλούτου και δύναμης. Ακόμα και σειρές όπως το «Baywatch», που κινήθηκαν σε πιο «λαϊκή» κατεύθυνση, συνέχισαν την ίδια φιλοσοφία: εύκολη κατανάλωση, στιλιζαρισμένη εικόνα, έντονη φαντασίωση. Για ένα διάστημα, η αμερικανική prime time έμοιαζε να έχει κατακλυστεί από σαπουνόπερες. Ήταν εποχή μεγάλης στασιμότητας και παρακμής.
Και τότε, το 1990, εμφανίστηκε το «Twin Peaks»
Η σειρά του Ντέιβιντ Λιντς (σε παραγωγή Μαρκ Φροστ), που μέχρι τότε σκηνοθετούσε μόνο στο σινεμά, πήρε όλα τα στοιχεία της σαπουνόπερας –τα μυστικά, τις οικογενειακές συγκρούσεις, τις μικρές κοινωνίες, τους παράξενους έρωτες– και τα μετέτρεψε σε κάτι αλλόκοτο, κινηματογραφικό και σκοτεινό. Το «Twin Peaks» δεν κατάργησε τη σαπουνόπερα. Την αποδόμησε και την επανεφηύρε. Για πρώτη φορά, η τηλεόραση έδειχνε ότι μπορούσε να είναι καλλιτεχνική, σουρεαλιστική, αργή, αινιγματική, σκηνοθετημένη σαν σινεμά. Αυτή η σειρά προβάλλονταν από παραδοσιακό κανάλι, όχι καλωδιακό ή πλατφόρμα. Ήταν τεράστιο τηλεοπτικό γεγονός, άσκησε τεράστια επιρροή και άνοιξε τον δρόμο για τη λεγόμενη prestige television. Σήμερα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες σειρές στην ιστορία της τηλεόρασης.
Με το «Twin Peaks» ξεκίνησε η πραγματική επανάσταση στα τέλη των 90s, η οποία συνεχίστηκε στις αρχές του 2000 με τα καλωδιακά κανάλια, που δεν εξαρτώνταν τόσο από διαφημίσεις όσο τα παραδοσιακά – δεν είχαν αυστηρή λογοκρισία, στόχευαν σε πιο ενήλικο κοινό κι αυτό τους επέτρεψε να πάρουν δημιουργικά ρίσκα: πιο σκοτεινές ιστορίες, βία, σύνθετους χαρακτήρες, πιο κινηματογραφική αισθητική. Σειρές όπως το «The Sopranos» (που δημιούργησε ο Ντέιβιντ Τσέις, αφού μελέτησε το αρχαίο ελληνικό δράμα για να πλάσει τον αντιήρωα), το «The Wire» και αργότερα το «Breaking Bad» κράτησαν τη serialized λογική των soaps, αλλά την εξέλιξαν. Οι ιστορίες πλέον δεν περιστρέφονταν μόνο γύρω από έρωτες και προδοσίες. Εξερευνούσαν: πολιτική, κοινωνία, ψυχολογία, εξουσία, ηθική αμφισημία. Ο πρωταγωνιστής δεν ήταν πλέον «ο καλός». Ήταν αντιήρωας, μαφιόζος, εγκληματίας, ηθικά αμφίσημος. Αυτό ήταν τεράστια αλλαγή σε σχέση με τα πιο μελοδραματικά ή καθαρά ηθικά πλαίσια των soaps. Ταυτόχρονα οι ιστορίες έγιναν πολυεπίπεδες (με μακροχρόνια εξέλιξη χαρακτήρα). Δεν αναλώνονταν απλώς στο ποιος πρόδωσε ποιον, αλλά έδειχναν πώς λειτουργεί ολόκληρη η κοινωνία.
Παράδειγμα αγαπημένου μου σεναρίου μεγάλης αφήγησης είναι η σειρά «Mad Men», που δημιούργησε ο Μάθιου Γουάινερ (αφού εργάστηκε ως σεναριογράφος στο «Sopranos»). Όποιος θέλει να αποκαλεί τον εαυτό του τηλεοπτικό σεναριογράφο πρέπει οπωσδήποτε να μελετήσει το πρώτο επεισόδιο του «Mad Men»! Η επόμενη μεγάλη αλλαγή ήρθε με το streaming και πλατφόρμες όπως το Netflix. Εδώ η serialized αφήγηση έφτασε στην τελική της μορφή: ολόκληρες σεζόν διαθέσιμες ταυτόχρονα, binge watching, παγκόσμιο κοινό, εξειδικευμένο περιεχόμενο.
Η ελληνική τηλεόραση: από τη θεατρικότητα στη χρυσή εποχή των ιδιωτικών καναλιών
Στην Ελλάδα, όσο υπήρχε μόνο η δημόσια τηλεόραση, η μυθοπλασία ακολούθησε δική της διαδρομή. Θυμάμαι να προτείνω στην ΕΡΤ κωμωδία καταστάσεων (sit com, ημίωρη, με γυρίσματα στο στούντιο, όπως την είχα διδαχτεί) και να μου λένε «α, εμείς εδώ θέλουμε χορταστική διάρκεια, 45 λεπτών». Φυσικά δεν είχαν γνώση του είδους (format). Mε την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1989, η αμερικανική επιρροή έγινε πιο εμφανής στην αγορά σειρών και την υιοθέτηση ξένων τηλεοπτικών φορμάτ στη μυθοπλασία. Τότε ήταν η εποχή που έγραφαν όλοι, γεμίσαμε «σεναριογράφους».
Θυμάμαι μια παλιά ηθοποιό που, αφού έγραψε σειρά σε ιδιωτικό κανάλι, αποποιήθηκε την ιδιότητα της ηθοποιού και δήλωνε μόνο σεναριογράφος – με πολύ ελαφριά καρδιά. Φυσικά ήταν εμπειρική και είχε το θράσος να αντιγράψει ολόκληρη σκηνή από ταινία που μόλις είχε κερδίσει Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, λες και κανείς δεν παρακολουθούσε σινεμά! Θυμάμαι στέλεχος ιδιωτικού καναλιού με συγγραφικές ανησυχίες – ήθελε να γράφουμε παρέα! Θυμάμαι διευθύντρια παραγωγής που, πριν καταθέσει σενάριό μου σε κανάλι, μου είπε: «Βάλε, όμως, αρίθμηση στις σκηνές, το ξέχασες». Δεν γνώριζε ότι τα σενάρια δεν έχουν αριθμημένες σκηνές όσο είναι ακόμη για βολιδοσκόπηση ενδιαφέροντος (spec scripts), πριν φτάσουν στα χέρια του σκηνοθέτη. Θυμάμαι σενάρια νεαρού ηθοποιού που οι ατάκες έμοιαζαν με κακομεταφρασμένες αμερικάνικες («δεν θέλεις να ξέρεις»). Φυσικά, όσο κι αν εγώ απορούσα (κι εξακολουθώ να απορώ) με τη σεναριακή αγραμματοσύνη δημιουργών και παραγόντων, τίποτε από αυτά δεν εμπόδισε ποτέ τη δημοφιλία των ελληνικών σίριαλ.
Η δεκαετία του 1990-2000 χαρακτηριζόταν από διαφημιστικό χρήμα, lifestyle αισθητική, μεγάλα σπίτια, αίσθηση ευημερίας. Η τηλεόραση έμοιαζε «πλούσια». Από σεναριογράφους ξεχώρισα τότε τη Μιρέλα Παπαοικονόμου για το εξαιρετικό της ψυχογράφημα (κι ας φαινόταν ότι δεν γνώριζε τη δομή τηλεοπτικού σεναρίου, ήταν σαν να είχε γράψει ολόκληρο το σενάριο για την «Αναστασία» και κάθε 50 σελίδες χώριζε κι ένα 50λεπτο επεισόδιο) και τον Γιώργο Καπουτζίδη για την αναζωογονητική του πρωτοτυπία και μοναδικότητα.
Η περίοδος 2010-2015 υπήρξε καταστροφική για την ελληνική μυθοπλασία. Η οικονομική κρίση χτύπησε τα κανάλια, τη διαφημιστική αγορά, τις παραγωγές. Η prime time γέμισε επαναλήψεις, ξένες σειρές, τουρκικά σίριαλ, reality shows. Η κατάσταση κορυφώθηκε με το κλείσιμο της EΡT το 2013.
Το cash rebate και η νέα έκρηξη παραγωγών
Η επανεκκίνηση ήρθε μετά το 2018, με το cash rebate μέσω του ΕΚΚΟΜΕΔ. Το σύστημα επιστροφής δαπανών επέτρεψε σε κανάλια και παραγωγούς να επενδύσουν ξανά σε μεγάλες σειρές. Έτσι εμφανίστηκαν υπερπαραγωγές όπως: «Άγριες μέλισσες», «Σασμός», «Η γη της ελιάς», «Η μάγισσα». Το rebate άλλαξε το οικονομικό μοντέλο της τηλεόρασης. Μείωσε το ρίσκο για τα κανάλια και επέτρεψε υψηλότερα budgets. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό δημιούργησε μια «βιομηχανία επιδοτούμενων σειρών», όπου η έγκριση χρηματοδότησης έγινε σχεδόν εξίσου σημαντική με την τηλεθέαση. Άλλοι θεωρούν ότι χωρίς το rebate η ελληνική μυθοπλασία θα είχε επιστρέψει οριστικά σε reality και εισαγόμενες παραγωγές. Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο.
Αλλά αφού το rebate ανακούφισε οικονομικά τα κανάλια, δεν θα έπρεπε να πάρουν περισσότερα ρίσκα; Δεν θα έπρεπε επιτέλους η μυθοπλασία να είχε ξεκολλήσει από τις «σαπουνόπερες βραδινής ζώνης» και να είχε φτάσει στη «μεγάλη αφήγηση»;
Η νέα εποχή της ελληνικής τηλεόρασης
Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, όσοι ασχολούνται με τη μυθοπλασία θα έπρεπε να ξέρουν πώς φτιάχνεται ένα σημαντικό τηλεοπτικό αφήγημα – έστω κι αν είχαν διαβάσει μόνο την «Ποιητική» του Αριστοτέλη. Αλλά δυστυχώς, ακόμη κι αν έχουν παρακολουθήσει ξένα σίριαλ, μπορούν μόνο να αντιγράψουν, να διασκευάσουν, αλλά δεν διαθέτουν βασικά εφόδια για να δημιουργήσουν. Δεν γνωρίζουν ότι η έρευνα είναι έως και το 80% ενός σεναρίου, ειδικά σε σίριαλ εποχής, που μας έχουν κατακλύσει, και δεν γίνεται από τη Wikipedia! Γι’ αυτό βλέπουμε π.χ. τα αστικά σαλόνια που περιγράφει ο Τ. Αθανασιάδης στους «Πανθέους» να θυμίζουν στη νέα παραγωγή τους σαλονάκια του Φώσκολου, με ήρωες που ωρύονται κι αδειάζουν τραπέζια πετώντας όλα πράγματα στο πάτωμα – ο θυμός μόνο με αυτόν τον τρόπο εκφράζεται για τους σεναριογράφους! Βλέπουμε αναχρονισμούς στη βιογραφία της Μαρίας Κάλλας (ένας σύμβουλος σεναρίου θα αρκούσε), βλέπουμε μεταφορές ελληνικών μπεστ σέλερ μυθιστορημάτων που είναι η επιτομή του μικροαστισμού να σέρνονται σε ατέλειωτα ολόιδια επεισόδια και, φυσικά, μεταφρασμενα τουρκικά σίριαλ.
Σίριαλ που θεωρούσα ότι διέθεταν το πρώτο υλικό ώστε να περάσουν στη «μεγάλη αφήγηση», δυστυχώς κατέληξαν κι αυτά να είναι «σαπουνόπερες βραδινής ζώνης». Και δημιουργοί που ξεκίνησαν από το σινεμά με μια ενδιαφέρουσα ταινία και στη συνέχεια αγαπήθηκαν στις ελληνικές τηλεοπτικές πλατφόρμες, με απογοήτευσαν επίσης. Μπορεί ο ορισμός της τηλεόρασης να είναι «ομιλούσες κεφαλές» («Talking Ηeads»), αλλα αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να στήνεις 5-6 ηθοποιούς μπροστά στην κάμερα και να μιλάνε ακίνητοι. Το σενάριο πρέπει να δίνει κομμάτια της υπόθεσης, να μην την κάνει νιανιά, οι ηθοποιοί πρέπει να παίρνουν ανάσες, όχι να «πυροβολούν» με ατάκες.
Για τη σεζόν 2026-2027, στην ελληνική τηλεόραση προγραμματίζονται περίπου 33 ελληνικές σειρές μυθοπλασίας. Εκτιμάται ότι περίπου 20 έως 25 σειρές έχουν ενταχθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία ένταξης σε προγράμματα του ΕΚΚΟΜΕΔ, λαμβάνοντας κάποια μορφή χρηματοδότησης ή επιστροφής δαπανών (cash rebate) μέσω του οργανισμού. Δυστυχώς, κρίνοντας από τα πολλά σίριαλ της σεζόν που τέλειωσε, η μυθοπλασία δεν έχει προχωρήσει από τις «σαπουνόπερες βραδινής ζώνης» στη «μεγάλη αφήγηση». Οι παραγωγές είναι πλούσιες, οι ηθοποιοί συχνά εξαιρετικοί, αλλά τα σενάρια έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της σαπουνόπερας και ούτε ίχνος πρωτοτυπίας και έμπνευσης στην αφήγηση.