- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Φωτεινή Πελούσο: «Η Μαρίνα της Μεγάλης Χίμαιρας είναι ένας από τους πιο έξυπνους ρόλους που έχω παίξει»
Η Μαρίνα της Μεγάλης Χίμαιρας και το φως που δεν παίζει ρόλους
Την είδα πρώτη φορά στα γυρίσματα της «Μεγάλης Χίμαιρας» στη Δήλο, μέσα στο άγριο τοπίο και το αρχαίο φως. Συγκεντρωμένη, απόλυτα προσηλωμένη, με μια ένταση που μιλούσε από μόνη της, βυθιζόταν στον κόσμο της Μαρίνας, μιας Ιταλίδας (σ.σ. Γαλλίδα στο βιβλίο) που παλεύει με οικογενειακά τραύματα, ερωτεύεται έναν Έλληνα καπετάνιο και αφήνεται στις ανατροπές της ζωής. Από τότε ήταν σαφές ότι κάτι ιδιαίτερο γεννιόταν, κι όταν θα έφτανε η σειρά στο κοινό θα αποκάλυπτε μόνη της τη δύναμή της. Κι πράγματι έτσι έγινε.
Κι αν η πορεία της μοιάζει τώρα να ανοίγεται στην Ελλάδα, η Φωτεινή έχει ήδη συστηθεί εκτός συνόρων με τρόπο ουσιαστικό. Στην Ιταλία, τιμήθηκε με το David di Donatello «Italian Rising Star» το 2023, απέσπασε το Ciak d’oro και το Βραβείο Guglielmo Biraghi στα Nastro d’argento για τη σειρά «Όλα ζητούν σωτηρία», ενώ στο 77ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας τής απονεμήθηκε το Starlight International Cinema Award ως ηθοποιού-αποκάλυψη – διακρίσεις που ακολουθούν την ίδια φυσική πορεία μ’ εκείνη: σαφείς, αβίαστες, αποτυπώματα μιας δουλειάς που ξεχωρίζει από μόνη της.
Και ενώ όλα αυτά γράφουν ήδη τη δική τους ιστορία, η πρώτη μας προσωπική συνάντηση λίγους μήνες μετά το τέλος των γυρισμάτων, στο καφέ του Μεγάλη Βρεταννία, αποκάλυπτε ποια είναι πραγματικά η Φωτεινή Πελούσο.
Φωτεινή Πελούσο: Η γυναίκα ανάμεσα σε δύο χώρες
Έρχεται σαν μια μικρή δόνηση που σε σταματά πριν φτάσουν οι λέξεις της: σταθερή, καθαρή, μ’ ένα βλέμμα που μοιάζει να ξέρει περισσότερα απ’ όσα αφήνει να φανούν. Η παρουσία της φωτεινή, σαν να φέρει μέσα της όλο το νόημα του ονόματός της, που συμβολίζει φως και αισιοδοξία. Με ήρεμο χαμόγελο, παρήγγειλε τον καφέ της και κάθισε δίπλα μου, φέρνοντας μαζί της μια αίσθηση οικειότητας – σαν να αφήνει το περιβάλλον γύρω της να μαλακώνει. Τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της σε αιχμαλωτίζουν αμέσως· κοιτώντας τα, νιώθεις ότι βλέπεις πίσω από την επιφάνεια. Τα μακριά, σπαστά μαλλιά της και ο αέρας της Ελληνοϊταλίδας συμπληρώνουν την παρουσία της, μια γοητεία που σε καθηλώνει σε κάθε της κίνηση.
Μιλούσαμε από πέρυσι για αυτή τη συνέντευξη – όλο κάτι μας καθυστερούσε: τα γυρίσματα, οι υποχρεώσεις, κι ένα ταξίδι που συνδέεται με μια ευχάριστη οικογενειακή περίσταση. Κι όμως, όταν καθίσαμε τελικά η μία απέναντι στην άλλη, κατάλαβα αμέσως ότι άξιζε η αναμονή.
Έχει χαρακτήρα. Γερό. Απόλυτο. «Είμαι ξεροκέφαλη στη δουλειά μου, θέλω να γίνονται όλα όπως πρέπει», λέει με μια ειλικρίνεια που σε κερδίζει. Παραδέχεται ότι μπορεί να γίνει γκρινιάρα όταν κάτι απειλεί την απόδοσή της – όχι από ιδιοτροπία, αλλά από σεβασμό στη δουλειά. Για χρόνια μάλιστα ήταν απόλυτα αφοσιωμένη στον στόχο της, έτοιμη να εξαντληθεί χωρίς να κρατήσει χώρο για οτιδήποτε άλλο. «Μόνο αυτό ήθελα», μου λέει. Τώρα όμως αρχίζει να καταλαβαίνει πως η διαδρομή δεν είναι μοναχική· ότι μέσα στην επιθυμία χρειάζεται να χωράει και η ζωή, και οι άνθρωποι.
Κι αυτή η συνειδητοποίηση δεν τη βαραίνει· της δίνει μια νέα ευγένεια, μια ωριμότητα που δεν ακυρώνει την έντασή της αλλά την ισορροπεί. Ένα κορίτσι που στις λέξεις του υπάρχει ευαισθησία, στην ενέργειά του αποφασιστικότητα και στη ματιά του μια καθαρότητα που δεν συναντάς συχνά. Μια γυναίκα που δεν παίζει απλώς ρόλους – τους ζει, τους κουβαλά, τους αφήνει να τη μεταμορφώσουν.
― Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Ρώμη, από Ελληνίδα μητέρα και Ιταλό πατέρα, πέρασες τα παιδικά σου χρόνια μοιρασμένα ανάμεσα στις δύο χώρες. Πώς ήταν; Tι θυμάσαι;
Τα καλοκαίρια μας κρατούσαν 3-4 μήνες – φεύγαμε λίγο νωρίτερα από το δημοτικό σχολείο στην Ιταλία και ταξιδεύαμε κατευθείαν στην Ελλάδα. Έως τα 15 μου, αυτά τα καλοκαίρια ήταν μοιρασμένα ανάμεσα στη Σκύρο και τη Χίο. Τα πρώτα μου βήματα τα έκανα στη Σκύρο· τότε ήταν ένα τελείως διαφορετικό νησί. Δεν υπήρχε ζεστό νερό, ούτε ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, ούτε καν ρεύμα. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε με όσα είχαμε και, παρ’ όλα αυτά, ήμασταν απίστευτα ευτυχισμένοι.
Θυμάμαι την ηρεμία, την αμεριμνησία, τα παιχνίδια με την αδερφή μου – έχουμε έξι χρόνια διαφορά. Όλα τότε έμοιαζαν απλά. Η «βαρεμάρα» ήταν δημιουργική, μια συνθήκη που μας άνοιγε χώρο για φαντασία. Τώρα που το σκέφτομαι, πραγματικά δεν ξέρω πώς οι γονείς μου τα κατάφερναν να μας πηγαίνουν σε τόσο απομονωμένα, σχεδόν άγρια μέρη. Είναι χρόνια που δεν έχω επιστρέψει, αλλά, αν πήγαινα σήμερα… νομίζω θα πάθαινα «έμφραγμα» από το πόσο έχουν αλλάξει.
Πέρα από τα καλοκαίρια, η Ελλάδα ήταν πάντα το σημείο αναφοράς μας. Όλοι οι συγγενείς μου ήταν εδώ, κι έτσι τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ερχόμασταν πάντα – δεν χάναμε ποτέ ευκαιρία. Η γιαγιά μου και ο ξάδερφός μου ήταν οι άνθρωποι που μας περίμεναν. Με τον Σπύρο, τον ξάδερφό μου, μεγαλώσαμε μαζί· είμαστε σαν αδέρφια και τον αγαπώ πολύ. Στη Νότια Ευρώπη, άλλωστε, οι οικογένειες μένουν κοντά ακόμη κι όταν βρίσκονται μακριά. Είμαστε δεμένοι, αυτό δεν αλλάζει.
― Ποια είναι η πιο δυνατή ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας;
Σίγουρα η γιαγιά μου. Η καταγωγή της μητέρας μου είναι από τη Θήβα, και η γιαγιά μου ήταν από εκεί· αργότερα μετακόμισαν στην πρωτεύουσα. Ήταν η μόνη που γνώρισα. Για μένα δεν υπήρχαν «παππούδες και γιαγιάδες» – υπήρχε η γιαγιά Μαρία, και άξιζε για δεκαπέντε. Ήταν οι ρίζες μου, το σπίτι μου, η Ελλάδα μου. Δεν είχαμε συγγενείς στην Ιταλία, οπότε εκείνη ήταν η φωλιά μας. Αν σκέφτομαι από πού έρχεται η οικογένειά μου, σκέφτομαι πάντα… από εδώ.
Θυμάμαι τις φρυγανιές της βουτηγμένες στον καφέ. Ο μπαμπάς μού απαγόρευε να πιω επειδή ήμουν μικρή, αλλά η γιαγιά βουτούσε τις φρυγανιές στον ελληνικό καφέ και μου τις έδινε κρυφά. Από τότε μάλλον απέκτησα την εξάρτησή μου από την καφεΐνη – είμαι addicted στον ελληνικό καφέ από τα τέσσερα (γέλια).
Τα μάτια της ήταν σαν δυο ελιές, και μου έλεγε πάντα: «Τι τσαχπίνα είσαι εσύ», κι εγώ πάντα της απαντούσα «ευχαριστώ, γιαγιά». Νιώθω μέχρι σήμερα ότι την ακούω. Όταν με κοιτούσε η γιαγιά μου, ένιωθα πως μπορούσα να κάνω τα πάντα στη ζωή μου. Δεν υπήρχε κάτι για εκείνη που δεν μπορούσα να καταφέρω ή να δημιουργήσω. Αυτή η αισιοδοξία της μου έχει μείνει και σήμερα. «Όταν πεθάνω, θα με θυμάσαι», έλεγε. Πώς θα μπορούσα ποτέ να την ξεχάσω άραγε;
― Η υποκριτική πώς προέκυψε; Πότε είπες «εδώ είμαι»;
Δεν αποφάσισα ποτέ συνειδητά ότι η υποκριτική ήταν ο δρόμος που θα ακολουθούσα. Ήρθε εντελώς αυθόρμητα, σχεδόν απότομα. Έκανα ένα street casting τυχαία, σε ένα σινεμά που βρισκόταν τότε υπό κατάληψη· περνούσα συχνά από εκεί γιατί για ένα διάστημα το είχαν αναλάβει φίλοι μου και μέσα γίνονταν διάφορα πολιτιστικά events. Ένας σκηνοθέτης είχε αποφασίσει πως ήθελε νεολαία για την ταινία του και θα έκανε οντισιόν στον χώρο. Εγώ ήμουν εκεί, έμεινα, έκανα την οντισιόν – και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.
Συμπληρωματικά ο σκηνοθέτης ήταν ο σύζυγος του Αντρέα Μερκάντε, που αργότερα έγινε ο press agent μου και ο καλύτερός μου φίλος. Έκανα συνολικά οκτώ οντισιόν, γιατί συνέχισε να με παίρνει τηλέφωνο και να συμπληρώνουμε υλικό. Ώσπου μια μέρα με κάλεσε και μου είπε: «Δεν μπορώ να σε πάρω στην ταινία, είσαι πολύ μικρή – μόλις 15, ανήλικη. Αλλά πρέπει να συνεχίσεις. Έχεις κάτι, και θα δουλέψουμε σίγουρα μαζί». Κι εγώ τότε σκέφτηκα: «Ναι, καλά… θα επιστρέψω στο σχολείο μου, όλα καλά».
Όμως τα castings άρχισαν να δίνουν το τηλέφωνό μου το ένα στο άλλο. Και συνέχισαν να με καλούν. Έτσι, μέσα σε δύο χρόνια, χωρίς να έχω πρακτορείο, έκανα περίπου είκοσι οντισιόν – μόνο και μόνο επειδή με έπαιρναν τηλέφωνο. Και πράγματι, αργότερα δούλεψα ξανά με εκείνον τον σκηνοθέτη. Αλλά η πρώτη μου κανονική δουλειά ήρθε στα 17 μου, με τη σκηνοθέτρια Francesca Archibugi – πολύ γνωστή στην Ιταλία. Εκεί περίπου κατάλαβα ότι ο δρόμος αυτός με τραβούσε στ’ αλήθεια.
Ήρθε λοιπόν τυχαία. Μια ευλογία, μια τύχη. Κι όταν σου έρχεται κάτι τέτοιο, πιστεύω ότι πρέπει να το αρπάξεις και να το αξιοποιήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η πορεία μου ήταν ήπια, σταθερή, όχι απότομη.
Παράλληλα σπούδαζα Οικονομικά στη Ρώμη και δούλευα συνέχεια. Για έξι χρόνια έκανα και τα δύο μαζί. Έκανα και ένα Erasmus στο Παρίσι. Όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο, ξέσπασε η πανδημία – και τότε ήρθε η ώρα να πάρω απόφαση. «Μπορώ να ζήσω χωρίς την υποκριτική;» Όχι. «Μπορώ χωρίς τα οικονομικά;» Ίσως ναι. Κι έτσι έγινε η επιλογή. Όχι απότομα, αλλά φυσικά, όπως είχε ξεκινήσει από την αρχή.
― Έχεις κάνει επαγγελματικά κάτι άλλο πέρα από την ηθοποιία;
Ποτέ δεν εργάστηκα σε κάτι άλλο πέρα από την ηθοποιία – αυτός ήταν πάντα ο δρόμος μου. Όσο μεγαλώνω, συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι για πολλούς φίλους μου που παλεύουν σε πολλές και διαφορετικές δουλειές, απλώς για να τα καταφέρουν. Το να ανακαλύψεις το πάθος σου από νωρίς είναι ένα προνόμιο, μια αληθινή τύχη – να βρίσκεις κάτι που όχι μόνο μπορείς να κάνεις, αλλά και αγαπάς βαθιά.
― Πώς ένιωσες την πρώτη φορά που είδες τον εαυτό σου σε σειρά;
Από την πρώτη στιγμή που πατάω σε ένα σετ, δεν θέλω καθόλου να βλέπω τον εαυτό μου. Δεν κοιτάω ποτέ σκηνές μου – είναι θέμα νοοτροπίας, άλλοι ηθοποιοί το προτιμούν, αλλά προσωπικά δεν με ωφελεί. Νιώθω ότι με μπλοκάρει κάπως. Αν υπάρχει κάποιος τεχνικός λόγος και μου ζητήσουν να δω κάτι, φυσικά και θα το δω.
Πρώτη φορά είδα τον εαυτό μου στην πρεμιέρα της πρώτης σειράς που έκανα, της Francesca: «Romanzo Familiare». Είχε τεράστια επιτυχία και ήταν υπέροχο το καστ. Θέλω οι δουλειές που κάνω να είναι καλές και να πηγαίνουν όσο καλύτερα γίνεται, αλλά την ίδια στιγμή θυμάμαι ότι αυτό δεν είναι η ουσία της δουλειάς μου. Η δουλειά μου είναι αυτό που κάνω με τους ανθρώπους στο σετ – που γίνονται πραγματικά μια οικογένεια. Το «μετά» δεν με απασχολεί τόσο, γιατί δεν το ελέγχω. Αυτό που με νοιάζει είναι το πόσο διαβάζω, πόσο δουλεύω, πόσο συνεργάζομαι με τους άλλους εκείνη τη στιγμή. Δεν θα αλλάξω αυτό που είμαι επειδή μια δουλειά θα πάει καλά ή λιγότερο καλά.
― Διαβάζεις σχόλια που μπορεί να σε αφορούν στα social media;
Όχι, δεν το ψάχνω. Μπορεί να μου στείλουν κάτι οι φίλοι μου ή οι γονείς μου και να το δω έτσι, τυχαία, αλλά πολύ δύσκολα θα κάτσω να το αναζητήσω μόνη μου. Όλοι έχουν πάντα κάτι να πουν – «είναι πολύ αδύνατη», «είναι πολύ παχιά», «παίζει πάντα τους ίδιους ρόλους», «είναι πολυδιάστατη»… πάντα κάτι υπάρχει.
Ξέρω όμως ποια είμαι. Και σκέφτομαι πάντα αυτό: δεν νομίζω ότι στη μαμά μου, κάθε φορά που πηγαίνει κάποιος στο οδοντιατρείο της, της λέει «α, μου έκανες ωραία τα δόντια» ή «δεν μου τα πέτυχες». Καταλαβαίνω ότι η δική μου δουλειά είναι πιο δημόσια, αλλά θέλω να το έχω στο μυαλό μου κάπως έτσι. Να μην αφήνω τα σχόλια να με καθορίζουν.
― Πώς προέκυψε η «Μεγάλη Χίμαιρα»;
Εδώ και πολλά χρόνια υπήρχε η επιθυμία από διάφορους ανθρώπους να δημιουργηθεί ένα τηλεοπτικό-κινηματογραφικό πρότζεκτ βασισμένο στη «Μεγάλη Χίμαιρα», αλλά μάλλον δεν υπήρχαν ποτέ οι ιδανικές συνθήκες για να γίνει. Τελικά, όταν προχώρησε, άλλαξαν αρκετά πράγματα στη μεταφορά και στην οπτική, σύμφωνα με την προσέγγιση του σκηνοθέτη και της παραγωγής. Για παράδειγμα, η επιλογή να είναι η Μαρίνα Ιταλίδα έγινε κυρίως για λόγους της παραγωγής – άλλωστε πρόκειται για συμπαραγωγή Ελλάδας Ιταλίας. Κι αυτό ήταν κάτι που λειτούργησε εξαιρετικά και για τον Βαρδή Μαρινάκη.
Με πήραν τηλέφωνο γιατί υπήρχε μια φυσική προτεραιότητα λόγω του ότι δεν υπάρχουν πολλές Ελληνοϊταλίδες στον χώρο, αλλά ήξερα πως δοκίμαζαν πολλά κορίτσια.
Νομίζω ότι ο σκηνοθέτης είδε σ’ εμένα κάτι που τον ενδιέφερε πραγματικά: δεν ήμουν η «κλασική Μαρίνα» που είχε αρχικά φανταστεί. Εκείνος είχε χτίσει από την αρχή έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά, όταν συναντηθήκαμε, είπε πως αυτή η άλλη εκδοχή της Μαρίνας –όπως φάνηκε μέσα από εμένα– θα μπορούσε να είναι ένας νέος δρόμος, ίσως πιο ενδιαφέρων. Ήταν μια χημεία που δημιουργήθηκε εκεί, στη συνάντησή μας.
― Είπες το «ναι» κατευθείαν;
Είπα το «ναι» σχετικά σύντομα, γιατί είχα διαβάσει το βιβλίο και με ενδιέφερε πολύ. Είναι cult, μια τεράστια ιστορία για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και όχι μόνο. Κάναμε μια συνάντηση και εκεί κατάλαβα το μήνυμα που ήθελαν να μεταδώσουν, την οπτική τους και το πώς έβλεπαν τον ρόλο. Για μένα αυτό ήταν και το πιο σημαντικό, γιατί απ’ αυτό εξαρτιόταν το «ναι» μου.
Υπήρχαν θεματικές αρκετά δύσκολες και για πολλούς ίσως παρεξηγημένες. Έχει αρκετό σεξ, η Μαρίνα εξερευνά τη σεξουαλικότητά της, τη θέση της στον κόσμο και σ’ εκείνη την κοινωνία της εποχής – μια κοινωνία που την περιορίζει συνεχώς και την πνίγει, μέχρι που ξεσπά από ένστικτο και ανάγκη. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που ψάχνει τον εαυτό της.
Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να υπάρχει εμπιστοσύνη στο βιβλίο και να παρουσιαστεί με σεβασμό. Τα θέματα είναι εξαιρετικά σύγχρονα και είναι δίκαιο να τα μεταφέρουμε στο σήμερα με τον σωστό τρόπο.
― Ποια είναι τα κοινά της Μαρίνας με τη Φωτεινή; Και σε τι δεν μοιάζετε καθόλου;
Με έχει κουράσει αυτός ο ρόλος (γέλια). Με είχε εξαντλήσει. Κάποιες φορές πραγματικά δεν μπορούσα να το διανοηθώ. Έλεγα: «Γιατί, βρε κορίτσι μου καλό, το έκανες τώρα αυτό; Δείξε λίγη κατανόηση στους άλλους! Δεν σε νοιάζει τίποτα;». Έπειτα από έξι μήνες συνεχόμενης δουλειάς, ήταν πολύ κουραστικό. Ψυχικά είχα μπει πολύ μέσα στον ρόλο – πολύ δράμα, πολλή τραγωδία, κλάμα, συγκρούσεις. Με έσπρωξε να ψάξω μέσα μου σκοτεινές πλευρές της ψυχής μου, όπως όλοι μας έχουμε.
Η Μαρίνα, σε σύγκριση μ’ εμένα, είναι πολύ πιο σκοτεινό και αυτοκαταστροφικό πλάσμα. Οι άνθρωποι είναι πολύ σύνθετοι, και αυτό είναι που τους κάνει ενδιαφέροντες. Από αυτή την άποψη, κι εγώ μπορεί να μπω σε κάτι «μαζοχιστικό», αλλά κάποια στιγμή θα πω «δεν με ενδιαφέρει – βαριέμαι, δεν το θέλω αυτό για μένα». Η Μαρίνα δεν έχει καμία αίσθηση κινδύνου. Κι όταν νιώσει τον κίνδυνο, πηγαίνει ευθεία πάνω του. Πάει προς τον γκρεμό χωρίς δεύτερη σκέψη.
Το κοινό μας είναι ότι και οι δύο θέλουμε να εξερευνούμε τα πάντα: άλλους ανθρώπους, άλλες ψυχολογίες, νέους δρόμους. Θέλει να ξεφύγει από τα τείχη που της βάζουν οι άλλοι. Ξέρει πως κάτι άλλο την περιμένει πέρα απ’ αυτό που ζει στην καθημερινότητά της – κι αυτό το μοιράζομαι πολύ μαζί της. Αυτό χαρακτηρίζει και τη σύγχρονη γυναίκα: η ανάγκη να σπάει όρια. Είναι αυτό για το οποίο παλεύουμε εμείς κάθε μέρα, και το εκτιμώ βαθιά.
― Τι σκέψεις σου δημιούργησε αυτός ο ρόλος;
Είμαι αρκετά καλή στο να ξεχωρίζω τον ρόλο από τον εαυτό μου. Προσπαθώ πολύ – είναι σημαντικό. Αλλά δεν γίνεται πάντα, ειδικά σε ρόλους που κρατούν ένα μεγάλο διάστημα της ζωής σου. Με τη Μαρίνα προσπάθησα να κρατήσω μια απόσταση. Όμως, από κάποιο σημείο και μετά, αρχίζεις και σκέφτεσαι όλο και περισσότερο σαν εκείνη. Μπαίνεις σε μια λογική που ταιριάζει περισσότερο στη δική της οπτική, κι έτσι βλέπεις τα πράγματα με έναν λίγο διαφορετικό τρόπο.
Η Μαρίνα έχει μέσα της μεγάλα κενά, συγκρούσεις, κόμπλεξ, αναπάντητα ερωτήματα. Εγώ θεωρώ ότι είμαι πιο ικανοποιημένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος, έχω ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα μέσα μου. Εκείνη δεν το έχει κάνει ποτέ – ουσιαστικά παραμένει μυστήρια, χαμένη, ανικανοποίητη. Εγώ είμαι πιο ξεκάθαρη. Αυτός ο ρόλος με κούρασε ψυχικά, γιατί τα γεγονότα που της συμβαίνουν είναι αδιάκοπα, δεν σου αφήνουν ανάσα. Είναι ένας από τους πιο έξυπνους ρόλους που έχω παίξει.
― Ο Καραγάτσης έχει χαρακτηριστεί όχι και τόσο «φεμινιστής». Εσύ όμως έχεις πει ότι θεωρείς το έργο φεμινιστικό…
Θεωρώ ότι, αν μένουμε μόνο στην επιφάνεια και δεν αναζητούμε καμία ερμηνεία στα κείμενα που διαβάζουμε, τότε μπορούμε εύκολα να σταθούμε σε μια φράση χωρίς να ψάξουμε τι πραγματικά εννοεί ο συγγραφέας. Έτσι όμως χάνουμε τον πυρήνα της λογοτεχνίας, την ουσία της τέχνης, της ποίησης, των αρετών της γραφής.
Ο Καραγάτσης ήταν εξαιρετικά προκλητικός με αυτό που έγραψε – και το έκανε συνειδητά. Ήθελε να προκαλέσει αντίδραση, και τα κατάφερε. Το βιβλίο είναι αριστούργημα, γραμμένο με απίστευτη δεξιοτεχνία. Είναι από τα ελάχιστα έργα που εξερευνούν τόσο βαθιά τη μνήμη και την ψυχή μιας κοπέλας εκείνης της εποχής.
Καταλαβαίνω ότι μας «τσούζει» το γεγονός πως η κοινωνία τότε την περιόριζε, πως δεν ήταν ελεύθερη, πως οι άντρες λειτουργούσαν με συγκεκριμένο, σκληρό τρόπο. Στα ιταλικά υπάρχει ένα τραγούδι που λέει «Η αλήθεια πονάει, το ξέρω». Και κάπως πρέπει να το αποδεχτούμε. Αυτό ήταν το παρελθόν μας. Αν έτσι ζούσαν οι γυναίκες, αν έτσι ήταν οι πόλεμοι, οι συνθήκες, δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε είναι το μέλλον.
Θα ήθελα αυτά τα θέματα να μην είναι σύγχρονα. Τον περιορισμό, τη βιοπάλη, την πάλη μιας γυναίκας για χώρο και ελευθερία – αλλά δυστυχώς είναι. Και πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτά.
Αν θεωρούμε ότι το βιβλίο δεν είναι φεμινιστικό, τότε μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε ότι ούτε η κοινωνία στην οποία ζούμε είναι φεμινιστική.
Αυτό που θέλω να περάσει είναι ότι το έργο δεν ήταν μισογυνικό. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μεταδοθεί σωστά το μήνυμα και να μην αφήσει ερωτηματικά. Μέσα από την ιστορία της Μαρίνας προσπαθούμε να δείξουμε έναν άνθρωπο που δεν είναι ολοκληρωτικά φωτεινός –όπως συμβαίνει και στην καθημερινότητα– και ταυτόχρονα να αναδείξουμε τις δυσκολίες και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η γυναίκα σε αυτές τις κοινωνίες.
― Η Μαρίνα εξερευνά τη σεξουαλικότητά της. Εσύ πώς βίωσες αυτό το κομμάτι στη σειρά;
Ήταν σίγουρα πολύ κουραστικό, γιατί σε σπρώχνει να μπεις στη νοοτροπία της και να καταλάβεις πώς αντιλαμβάνεται εκείνη το σεξ και το σώμα της. Η Μαρίνα –και το λέω αυτό γνωρίζοντας ότι κάποιοι ίσως το παρεξηγήσουν, επειδή θέλουν να το παρεξηγήσουν– έχει μια παράξενη, σχεδόν κομπλεξική σχέση με το σώμα της. Υπάρχει ένας εσωτερικός πόλεμος, ειδικά γύρω από το σεξ.
Το μόνο ανδρικό παράδειγμα που είχε ως παιδί ήταν οι άντρες που έμπαιναν στο σπίτι της και πλήρωναν τη μητέρα της. Καταλαβαίνω ότι, αφού μεγάλωσε, βαδίζει σε ένα μεταίχμιο: δεν ξεχωρίζει εύκολα τι είναι ο καθαρός έρωτας και τι είναι το πιο σκληρό, βίαιο ερωτικό στοιχείο. Αλλά αυτό είναι η ιστορία της Μαρίνας. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να το κρίνουμε – δεν έχουμε όλοι θετικές εμπειρίες γύρω από το σεξ.
Η Μαρίνα έζησε περίεργες, δύσκολες, τραυματικές συνθήκες. Αλλά αυτό είναι και το ενδιαφέρον: η εξέλιξή της. Η πορεία της για να επιβιώσει, να μάθει να ερωτεύεται, να βάζει όρια. Και, πράγματι, βρίσκει τον μεγάλο έρωτα και μετά καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει μόνο αυτό.
― Σαν Φωτεινή, ασχολείσαι ενεργά με το φεμινιστικό κίνημα;
Συμμετέχω σε οργανώσεις, ακολουθώ συγκεντρώσεις και διαβάζω πολλά φεμινιστικά κείμενα και βιβλία, αλλά δεν έχω «ενεργό δράση». Νομίζω ότι η φεμινιστική προσέγγιση περνάει περισσότερο μέσα από την καθημερινότητά μου – με τις αποφάσεις που παίρνω από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Για παράδειγμα, στον τρόπο που θέλω να με αντιμετωπίζουν οι άλλοι, στη θέση που θέλω να έχω και στον τρόπο που θέλω να με κοιτάζουν, ειδικά σ’ αυτή τη δουλειά, που είναι τόσο ανδροκρατούμενη. Η στάση μου απέναντι στους άντρες είναι διαφορετική, όχι για να προστατεύω συνεχώς τον εαυτό μου, αλλά γιατί ποτέ δεν βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο. Ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν είναι πάντα διαφορετικός.
Στην εργασία μου κρατάω μια στάση πιο συγκρατημένη, βάζω όρια και έχω τον νου μου στην «προσοχή» που δίνω και παίρνω, παρόλο που δεν είχα ποτέ αρνητικές εμπειρίες. Με ανησυχεί όμως το πόσο η εξουσία μπορεί να αλλάξει τους άντρες. Μια γυναίκα με εξουσία αντιμετωπίζεται διαφορετικά σε σχέση με έναν άντρα, κι αυτό δεν αλλάζει ούτε έξω από την εργασία.
― Σε έχει φέρει ποτέ κανείς σε δύσκολη θέση λόγω της γυναικείας σου ταυτότητας;
Με ενοχλεί όταν οι άντρες σχολιάζουν πολύ προσωπικά θέματα, όπως το σώμα μιας γυναίκας ή τις επιλογές της. Κάποια πράγματα ανήκουν βαθιά μόνο σε εμάς και μερικές φορές είναι καλύτερα να σωπαίνουμε και να αφήνουμε την απάντηση σε όσους αφορούν πραγματικά. Δεν μαλώνω γι’ αυτό, απλώς χαμογελώ, γιατί το βρίσκω λίγο γελοίο.
Ωστόσο, κάθε φορά που γυρίζω στο σπίτι το βράδυ, σε όποια χώρα κι αν βρίσκομαι, υπάρχει πάντα η ανάγκη να είμαι προσεκτική – να κοιτάζω γύρω μου, μπροστά, δεξιά κι αριστερά. Είναι κάτι που σε φέρνει σε δύσκολη θέση, αλλά είναι μια πραγματικότητα που ζουν πολλές γυναίκες.
― Πώς ερμηνεύεις τον συμβολισμό της «Μεγάλης Χίμαιρας»;
Για μένα, η «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι μια μελέτη των ανθρώπων. Ενσαρκώνει τις εσωτερικές συγκρούσεις μας. Το γεγονός ότι ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο υπάρχει το γκρι –και μια ολόκληρη παλέτα άλλων χρωμάτων–, αλλά εμείς συχνά ζούμε σε κοινωνίες που μας αναγκάζουν να επιλέγουμε μόνο το ένα ή το άλλο.
Η Χίμαιρα είναι αυτό το πλάσμα που συμβολίζει ότι μέσα μας υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που γεννιέται, αλλάζει, ακμάζει, συγκρούεται. Κάτι ανεξέλεγκτο και αληθινό που πηγάζει από τα πιο βαθιά μας σημεία.
― Η μαμά σου σε είχε δει καθόλου στα γυρίσματα στην Ελλάδα;
Ήρθε στη Σύρο· στην Αθήνα δεν μπορούσε, αλλά και οι δύο γονείς μου ήρθαν στην Τεργέστη. Έρχονται πάντα. Είναι πολύ δύσκολο να κάνω μια δουλειά και να μην έρθουν (γέλια).
Η μαμά μου το αισθάνεται πολύ έντονα. Μερικές φορές νιώθει πως είναι εκείνη εγώ, μαζί με όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή μου. Όταν κάνω μια εξέταση, νιώθει πως είναι εκείνη που την περνάει. Όταν κάνω σχέση ή χωρίζω, είναι εκείνη που το ζει. Δεν έχω τίποτα αποκλειστικά δικό μου· είναι δικό μου και της μαμάς. Χαμογελώ όταν το σκέφτομαι, το ζει πολύ έντονα (γέλια).
Για τη «Χίμαιρα» αγχωνόταν. Ήξερε ότι ήταν δύσκολη δουλειά και με αντίξοες καιρικές συνθήκες. Ζοριστήκαμε υπερβολικά. Ήταν σειρά εποχής, με πολλούς ηθοποιούς κάθε φορά· το άκουγε από μένα και αγχωνόταν. Γι’ αυτό έπρεπε να έρθει και να ελέγξει (γέλια). Ο μπαμπάς μου αγαπά τα μεγάλα σετ. Ήταν πολύ περήφανος.
― Σου είπαν ποτέ οι γονείς σου «Φωτεινή, μην ασχοληθείς με την ηθοποιία»;
Ποτέ. Τους το οφείλω· πάντα με έσπρωχναν προς τα εκεί. Νόμιζα ότι θα μου έλεγαν να σπουδάσω κάτι άλλο ή να βγάλω πανεπιστήμιο, αλλά εγώ είχα ήδη αποφασίσει να σπουδάσω οικονομικά. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν ένιωσα πίεση. Ταυτόχρονα μου έλεγαν: «Κυνήγησε το όνειρό σου», «Γιατί να μην πας και να το δοκιμάσεις αυτό;». Κι όταν γύριζα από τα σετ με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, έβλεπαν πώς ένιωθα και με στήριζαν σε όλα.
― Είναι καλή η Φωτεινή σαν φίλη;
Θεωρώ ότι σαν φίλη είμαι καλή. Δεν τα πηγαίνω πολύ καλά με τα μηνύματα κάποιες φορές, αλλά όταν με παίρνουν οι φίλοι μου, τους απαντάω, ό,τι ώρα κι αν είναι. Όταν ήμουν πιο μικρή ήμουν καλύτερη στη διατήρηση των σχέσεων, απαντούσα πιο συχνά και ήμουν πιο συνεπής. Τώρα, το να ακολουθείς πάντα τους ανθρώπους λίγο το χάνω, αλλά οι φίλοι μου, αν με ξέρουν, καταλαβαίνουν πως θα είμαι η πρώτη που θα τρέξει να τους βρει – και το ίδιο κάνουν κι εκείνοι για μένα. Το να είσαι καλός φίλος δεν εξαρτάται μόνο από σένα, αλλά και από τους άλλους. Είμαι καλή φίλη γιατί και οι φίλοι μου είναι καλοί μαζί μου – είναι μια ανταλλαγή που θέλεις και χρειάζεσαι. Η καλύτερη συμβουλή που μου έχουν δώσει είναι ότι ο μεγαλύτερος εχθρός που μπορείς να έχεις στη ζωή σου είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.
― Και ο έρωτας… Ποιο είναι το πιο τρελό πράγμα που έχεις κάνει για έναν έρωτα; Πώς είναι σαν σύντροφος;
Κάποιες στιγμές υπήρξαν δυστυχώς αρνητικές. Είχα παραμελήσει τον εαυτό μου και είχα διαλυθεί για τον άλλο, για μια σχέση που δεν ήταν ανταποδοτική. Φυσικά, αυτό το καταλαβαίνεις με τον καιρό. Όλοι το έχουμε κάνει κάποια στιγμή, σε διαφορετικά επίπεδα, και είναι κάπως τοξικό.
Από την άλλη, το πιο τρελό που έκανα ήταν να αφήνω τον άλλον να μπει στη ζωή μου και να τον εμπιστεύομαι. Και αυτό, αν το σκεφτείς, είναι πραγματικά τεράστιο και τρελό. Εκτός από τις μεγάλες πράξεις που κάνουμε όλοι, νομίζω ότι αυτή η εμπιστοσύνη είναι ίσως το πιο σημαντικό.
― Υπήρξε κάποια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής σου που σε άλλαξε;
Κάποια στιγμή στο λύκειο συνέβησαν διάφορα πράγματα, ανάμεσα τους και μια απώλεια. Αυτά ξύπνησαν μια πιο επαναστατική πλευρά μου. Πέρασα κάποια χρόνια που είχα γίνει μονότονη, αδιάφορη για τα πάντα. Και η κοινωνία με είχε στριμώξει να μπω σε καλούπια που δεν μου ταίριαζαν.
Λίγο πριν τελειώσω το λύκειο, ξέσπασα. Τότε άρχισα να δουλεύω στον κινηματογράφο, κάτι που με συνέδεσε ξανά με την παιδική μου πλευρά – με τον φωτεινό χαρακτήρα που είχα παλιότερα, σε αντίθεση με το πώς ήμουν τότε. Πιστεύω πως, αν είχα κάνει άλλη δουλειά, θα είχα σκοτεινιάσει πολύ. Η υποκριτική, στα αλήθεια, με έσωσε.
― Έχεις πάρει και 4 βραβεία. Τι σημαίνει αυτό για σένα;
Θα ακουστεί κάπως, αλλά για μένα δεν σημαίνει πολλά. Νιώθω μια στιγμιαία χαρά, αλλά μετά ντρέπομαι – ειδικά όταν με βραβεύουν οργανισμοί που εκτιμώ ή άνθρωποι του κινηματογράφου που θαύμαζα από μικρή. Με κάνει να νιώθω πως δεν το αξίζω, με αγχώνει και με προβληματίζει. Ίσως γι’ αυτό να απομακρύνομαι λίγο.
Υπάρχει τεράστια ευτυχία, γιατί είναι αποτέλεσμα δουλειάς – είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα μια αρχή. Δεν είναι το τέλος. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι δεν βραβεύουμε τόσο συχνά τους ανθρώπους που πραγματικά θα έπρεπε. Υπάρχουν άνθρωποι, μικρότεροι και μεγαλύτεροι από εμένα, που δεν έχουν βραβευτεί ακόμη και έχουν κάνει σπουδαία δουλειά.
Για μένα τα βραβεία είναι σημαντικά και ολοκληρώνουν κάτι από τη δουλειά μου, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι αυτά που με καθορίζουν ως ηθοποιό και ως άνθρωπο. Είναι σημαντικό να το θυμόμαστε αυτό, γιατί πολλές φορές νομίζουμε ότι η δουλειά ή η καριέρα μας δεν πάει πουθενά, μόνο και μόνο επειδή δεν έχουμε τα βραβεία που θα θέλαμε. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν ισχύει.
― Αν έπρεπε να ξαναζήσεις μια στιγμή της καριέρας σου, ποια θα ήταν;
Την πρώτη φορά που βρέθηκα σε σετ. Που άκουγα το «action» και το «cut». Η πρώτη σκηνοθέτρια με την οποία δούλεψα, η οποία στο τέλος της σκηνής είπε: «Ένα μεγάλο χειροκρότημα για τη Φωτεινή, γιατί αυτό ήταν το πρώτο της cut». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι να περνάει μέσα μου σαν ρεύμα. Ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
― Θα μπορούσες να σε δεις σε άλλη δουλειά;
Θα μπορούσα, αλλά η υποκριτική είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να εκφραστώ ολοκληρωτικά και να είμαι ελεύθερη. Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να ασχοληθώ με τα οικονομικά – ήθελα κάποτε να κάνω μεταπτυχιακό στη στατιστική. Θα με ενδιέφερε και η δημοσιογραφία. Μου άρεσαν πάντα πολλά πράγματα. Αλλά η υποκριτική με κάνει να είμαι ό,τι θέλω κάθε φορά και να ανοίγω τα φτερά μου.
― Ξέρω ότι αγαπάς πολύ τα ταξίδια. Ποιο είναι το πιο ευτράπελο που σου έχει συμβεί σε ταξίδι;
Λατρεύω τα ταξίδια, είτε για δουλειά είτε για προσωπική εμπειρία. Μόνη μου έχω κάνει 3-4 μεγάλα ταξίδια, διάρκειας περίπου ενός μήνα, στην Ινδία, το Βιετνάμ, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία. Και πραγματικά, με βοηθάνε απίστευτα να καταλαβαίνω και να ενσαρκώνω ρόλους, βλέμματα, σχέσεις, νοοτροπίες. Όσο πιο ανοιχτόμυαλος είσαι, τόσο καλύτερα κάνεις αυτή τη δουλειά – όπως και σε όλες τις τέχνες, άλλωστε.
Στην Ινδία πήγα σε έναν γάμο και εκεί ήταν και ο Αντρέας, ο καλύτερος μου φίλος. Ήταν ίσως το πιο όμορφο πράγμα που έχω δει στη ζωή μου. Και το πιο τρελό; Ο γάμος προέκυψε εντελώς τυχαία, δεν πήγα γι’ αυτό! Την ίδια περίοδο υπήρχε και η προβολή μιας ταινίας που δεν είχε βγει ακόμα στην Ευρώπη, «La Tresse» – «Η πλεξούδα», και ένα κομμάτι γυρίστηκε στην Ινδία. Και ενώ ήμουν εκεί, συνέβη όλο αυτό – σαν να ήταν γραφτό.
Στο Βιετνάμ χάθηκα πάρα πολλές φορές στη μέση του πουθενά. Κινούμουν με τρένα, οτοστόπ, μηχανάκια, μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη – και από το κρύο στη ζέστη. Ήταν ταξίδι περιπέτειας, αλλά και μια εμπειρία που μ’ έκανε να νιώθω ζωντανή και ελεύθερη.
Στην Ιαπωνία, αυτό που με αιφνιδίασε περισσότερο ήταν ότι δεν μπορούσες να συνεννοηθείς με τίποτα, ειδικά στα παραδοσιακά μέρη. Ένιωθα σαν να ήμουν στο φεγγάρι! Κι εκεί έχασα και την ψηφιακή μου φωτογραφική μηχανή – ναι, όλα μαζί.
― Στο τώρα πού βρίσκεσαι;
Άλλαξα σπίτι στο Παρίσι. Θα κάνω μια ταινία του Παπαδουλάκη, το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», στην Κρήτη – μικρός αλλά εμβληματικός ρόλος, κάτι ελληνικό ξανά. Έπειτα έρχεται ένα ακόμα μεγάλο γαλλικό πρότζεκτ, που με κάνει πολύ χαρούμενη. Έχει τεράστιο καστ και είναι μεγάλη τιμή για μένα.
Στο θέατρο, το καλοκαίρι ήμουν στις Συρακούσες, όπου έπαιξα την Αντιγόνη στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ». Ήταν τεράστια εμπειρία – η πιο τρομακτική και η πιο όμορφη που είχα στην επαγγελματική μου ζωή.
― Πώς νιώθεις για τα ελληνικά πρότζεκτ; Σκέφτεσαι στο μέλλον να εγκατασταθείς εδώ;
Ναι, γιατί όχι. Αγαπώ πολύ την Αθήνα και το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Να δουλεύω μόνο στην Ελλάδα, όχι – γιατί θέλω να δουλεύω και στη Γαλλία και στην Ιταλία. Μου αρέσει να αλλάζω γλώσσες και εμπειρίες, και μόνο έτσι το κάνω.
― Σε αγχώνει το τι θα σκεφτούν οι Έλληνες;
Ναι, με αγχώνει τι θα πουν οι Έλληνες – γιατί εδώ είναι η χώρα μου. Αλλά ταυτόχρονα, δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου και ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα. Οπότε… that’s the way. Πρέπει να με μάθουν με το μαλακό, να μου πουν οι Έλληνες τι σκέφτονται, να δουν τη σειρά.
Η Φωτεινή Πελούσο είναι μια γυναίκα που ζει με θάρρος και αυθεντικότητα. Κάθε της κίνηση, κάθε της επιλογή μοιάζει με δήλωση ανεξαρτησίας και πίστης στον εαυτό της. Με σεβασμό στη δουλειά, στο σώμα της, στα όνειρά της, καταφέρνει να συνδυάζει ευαισθησία και δύναμη, φως και ένταση. Είναι ηθοποιός που εμπνέει, γιατί δεν περιμένει τη σκηνή για να λάμψει· ζει με πάθος και αποφασιστικότητα, και μέσα απ’ αυτό δείχνει ότι η ζωή, όπως και η τέχνη, είναι για όσους τολμούν να είναι αληθινοί.
Κι ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα… ίσως, σε κάποια άλλη χώρα, ίσως και σε αυτή.