- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νίκος Αποστολίδης: Ο τυφλός developer που βρήκε στην AI «άλλου είδους όραση»
Ο 48χρονος προγραμματιστής και μουσικός με οπτική αναπηρία μιλά για τη ζωή σε μια αφιλόξενη Ελλάδα, την AI και τη μάχη να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος
Ο Νίκος Αποστολίδης, τυφλός developer και μουσικός, μιλά στην ATHENS VOICE για την AI, την αναπηρία, την Ελλάδα, την τεχνολογία και τη ζωή μιας οικογένειας με προβλήματα όρασης
Αν δεν γνωρίζεις προκαταβολικά ότι έχει πρόβλημα στην όραση, μιλώντας με τον Νίκο Αποστολίδη δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείς ότι αυτός ο άνθρωπος είναι «κάτι διαφορετικό». Επί 48 χρόνια, άλλωστε, αυτή ήταν και παραμένει η καθημερινή του μάχη – να κερδίσει τη ζωή σε μία εξαιρετικά αφιλόξενη χώρα για τους ανθρώπους με αναπηρία, να είναι ένας απ’ όλους εμάς.
Με τον Νίκο Αποστολίδη συναντηθήκαμε στα γραφεία της Evenly, μίας startup στην οποία εργάζεται ως developer. Εξ αρχής έγινε κατανοητό ότι αυτή δεν θα είναι μια συζήτηση γύρω από την «αναπηρία», αλλά μία κουβέντα για την τεχνολογία, την αξιοπρέπεια, την επιβίωση, τη μουσική, την Ελλάδα, την πατρότητα και την ανάγκη να μη σε κοιτούν ούτε με οίκτο ούτε με υπερβολικό θαυμασμό.
Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για την τεχνητή νοημοσύνη. Φύγαμε έχοντας μιλήσει για τη ζωή.
Νίκος Αποστολίδης: Ο τυφλός developer που έμαθε να βλέπει αλλιώς
Γεννήθηκε βλέποντας και τυφλώθηκε μέσα στο νοσοκομείο, λίγες ημέρες μετά από ιατρικό λάθος. Σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, μου αποκαλύπτει ότι παίζει δεκαεπτά όργανα, γράφει κώδικα με ένα ολόκληρο σύστημα από AI agents και χτίζει εργαλεία που κάνουν το διαδίκτυο προσβάσιμο για όλους.
Πατάω το κουμπί της εγγραφής, ζητώντας του να συστηθεί. «Είμαι ο Νίκος Αποστολίδης, είμαι 48 ετών» - διαπιστώνουμε ότι είμαστε συνομήλικοι, παιδιά μιας εποχής αναλογικής που, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ήταν για εκείνον ασύγκριτα πιο σκληρή απ' ό,τι για μένα.
«Τυφλός εκ γενετής από ιατρικό λάθος. Όταν γεννήθηκα έβλεπα, αλλά τυφλώθηκα μέσα στο νοσοκομείο επειδή ήμουν πρόωρος. Ευτυχώς, άμα με ρωτάς, γιατί έμαθα να ζω με αυτό. Είναι πολύ πιο δύσκολο όταν συμβεί σε μεγαλύτερη ηλικία. Οπότε, ευτυχώς που μου συνέβη κατά τη γέννησή μου, γιατί γεννήθηκα, μεγάλωσα και έζησα με αυτό το πράγμα».
Η αναπηρία «δεν είναι ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, δεν είναι ένα ταμπού, είναι απλά μια συνθήκη ζωής. Και σε μια συνθήκη ζωής, το κάθε πρόβλημα μαθαίνεις ότι έχει λύση, μαθαίνεις ότι μπορείς να το ξεπεράσεις».
Σπάζοντας το πρόβλημα σε κομμάτια
Πώς κύλησε η ζωή του; «Για τα πρώτα 20-30 χρόνια της ζωής μου, δεν μπορώ να πω... και τα ταξίδια μου και οι σπουδές μου και τα της μουσικής μου, γιατί μέχρι πριν την καραντίνα ασχολούμουν full με τη μουσική. Έγραφα, συνέθετα, έπαιζα». Επιμένω, γιατί δεν είναι εύκολο για κάποιον που δεν έχει τις δικές του δυσκολίες να καταλάβει πώς γίνεται όλο αυτό.
«Σπας το πρόβλημα σε μικρά κομμάτια». Παίρνει για παράδειγμα τη μουσική παραγωγή. «Λες "οκ, τώρα θέλω να γράψω μουσική. Τι επιλογές έχω; Μπορώ να χρησιμοποιήσω Cubase, μπορώ να χρησιμοποιήσω Logic, μπορώ να χρησιμοποιήσω Reaper". Ποιο είναι το πιο προσβάσιμο με αναγνώστη οθόνης; Το Reaper».
Και προσθέτει: πρέπει να ξέρεις και τα υπόλοιπα προγράμματα, παρότι δεν τα χρησιμοποιείς. «Γιατί όταν θα μιλήσω με έναν άλλο μουσικό που χρησιμοποιεί ένα άλλο σύστημα, πώς εγώ θα του εξηγήσω συμβατά τι θέλω ακριβώς να κάνει; Πρέπει να ξέρω τις διαφορές και τις ομοιότητες».
Μεγαλώσαμε σε μια αναλογική εποχή, λέω και συμπληρώνει: «Και σε έναν κόσμο που είχε μηδενική ανοχή για την αναπηρία». Ήθελα να το πω πιο κομψά, του ομολογώ. «Όχι, θέλω να τα πεις ωμά».
Από το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο Μπράιτον
Πώς, λοιπόν, ένα παιδί δεκαεφτά-δεκαοκτώ χρόνων αποφασίζει να γίνει προγραμματιστής σε μια εποχή που τα συστήματα δεν ήταν φτιαγμένα γι' αυτόν; «Το αποφάσισα γιατί κατάλαβα ότι τα υπολογιστικά συστήματα όπως ήταν, δεν ήταν φτιαγμένα για ανθρώπους με οπτική αναπηρία και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση χωρίς προσαρμογές να είναι εντελώς χρηστικά για εμάς». Ξεκίνησε θέλοντας απλώς να αποκτήσει τις γνώσεις ώστε να προσαρμόζει μόνος του τα συστήματα.
Στην πορεία ανακάλυψε ότι ήταν κάτι περισσότερο. «Είδα ότι είναι μικρόβιο και αυτό, σαν τη μουσική. Νιώθεις ένα γέμισμα κάθε φορά που ολοκληρώνεις ένα project».
Ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά δεν κατάφερε να τελειώσει «λόγω πρακτικών δυσκολιών». Και συνεχίζει, χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα: «Βγήκα από τη φυλακή που λέγεται Ελλάδα και πήγα στη Βρετανία, όπου έγινα δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον. Ξεκίνησα από το μηδέν ξανά».
Τον ρωτάω αν η Βρετανία ήταν πιο φιλική. «Καμία σχέση», λέει: «Ήταν το 2000 πιο φιλική από ό,τι είναι το 2026 εδώ τώρα». Δεν είμαστε 30 χρόνια πίσω, διευκρινίζει, γίνονται προσπάθειες στη συμπερίληψη, «αλλά είμαστε ακόμα πολύ πίσω».
Στο Μπράιτον σπούδασε Software Engineering. Περιγράφει μια πόλη «γεμάτη ζωή», όπου «δεν σε στραβοκοιτάει κανείς γιατί δεν βλέπεις» κι όπου συναντούσε «όλα τα έθνη της γης» μέσα σε ένα δίωρο περπάτημα. «Full συμπερίληψη. Εντάξει, πολύ αλκοόλ στο Student Union. Πάρτι τρελά».
Έκανε παρέα με Τούρκους, Ιορδανούς, Ισπανούς - «με αυτούς που μας μοιάζουν» - και με Άγγλους, «αλλά μέχρι εκεί που μου επέτρεπαν οι ίδιοι». Την ίδια εποχή που στην Αθήνα δίδασκαν ακόμα Pascal, εκείνος μάθαινε Java, μια γλώσσα «αιχμής ακόμα και σήμερα». Έγινε developer, έμεινε στην Αγγλία - στην Ελλάδα ξαναγύρισε ουσιαστικά όταν παντρεύτηκε.
Ο μουσικός που έγινε «υπεύθυνος developer»
Στα ενδιάμεσα χρόνια υπήρξε και μια άλλη ζωή. Το 2010 βρέθηκε στο Greek Idol, που τον έκανε λίγο γνωστό κι άνοιξε πόρτες σε μαγαζιά. Τραγουδάει, γράφει μουσική, και όταν τον ρωτάω τι όργανα παίζει, η απάντηση με αφήνει άναυδο. «Έχω τελειώσει Μουσικό Παλλήνης. Τώρα παίζω 17 όργανα».
Κιθάρα, πιάνο, αρμόνιο, κρουστά - «άνω του μετρίου», όπως το θέτει. Τραγουδάει «από ροκ μέχρι ρεμπέτικα, μπλουζ, κάντρι».
Γράφει κυρίως μπλουζ και «αμερικανιές», αλλά έχει συνεργαστεί και με συνθέτες λαϊκού. «Όλα τα είδη μουσικής έχουν κοινό παρονομαστή. Τις νότες. Άμα γουστάρεις αυτό το πράγμα, μπορείς να κάνεις τα πάντα. Είναι όπως ο ηθοποιός που θα παίξει και κωμωδία, θα παίξει και δράμα».
Μήπως επειδή έχασε την όραση εκ γενετής, ανέπτυξε περισσότερο τις άλλες αισθήσεις, έμαθε τον κόσμο ακουστικά;
«Έμαθα να μη βασίζομαι στην όραση. Όταν ξαφνικά στα 67 ή στα 50 ή στα 15 χάσεις την όρασή σου, χάνεις κάτι που παίζει καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που έχεις μάθει αισθητηριακά να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Είναι μεγάλο πλήγμα. Για μένα δεν ήταν». Γεννήθηκε έτσι, έμαθε έτσι.
Όταν αργότερα πω ότι είναι ο μουσικός που έγινε developer, με διορθώνει: «Ο μουσικός που έγινε responsible developer. Όχι ο developer που έγινε μουσικός». Και στην ερώτηση τι νιώθει πιο βαθιά μέσα του: «Μουσικός. Music was my first love and it will be my last».
Μια οικογένεια πέντε ανθρώπων, σε μια χώρα αφιλόξενη
Τη γυναίκα του τη γνώρισε μέσω WhatsApp, σε μια λίστα χρηστών όπου εκείνη είχε ένα πρόβλημα και «πιάσαμε την κουβεντούλα». Εκείνος στην Αγγλία, εκείνη στην Ελλάδα. «Έτυχε να ταιριάξουμε». Είναι κι εκείνη άτομο με οπτική αναπηρία, δώδεκα χρόνια μικρότερή του. Παντρεύτηκαν μέσα σε λίγους μήνες το 2019 κι έκαναν τρία παιδιά. «Είμαστε αχώριστοι».
Και τα τρία παιδιά έχουν πρόβλημα όρασης. Ο γιος του έχει και αυτισμό. Περιγράφει χωρίς ωραιοποίηση πώς ήταν ο πρώτος χρόνος μετά τη διάγνωση. «Στην αρχή τον πρώτο χρόνο έσκασα. Ήμουν στα πατώματα». Και μετά το πήρε απόφαση. «"Man, είναι το παιδί σου, αυτή είναι η αλήθεια". Τι θα πει "γιατί"; Δεν υπάρχει "γιατί". Πάρε την απόφαση και λειτούργησε σαν πατέρας και όχι σαν δήμιος, ούτε σαν δικαστής. Δεν είσαι ούτε Θεός να ρωτάς "γιατί;". Είσαι ένας πατέρας, έχεις ένα παιδί, αυτή είναι η αλήθεια, αυτή είναι η ζωή».
Πώς ανταπεξέρχεται μια οικογένεια πέντε ανθρώπων που όλοι έχουν κάποιο πρόβλημα όρασης, σε μια πόλη όπως η Αθήνα; Πώς τα καταφέρνει στα απλά, καθημερινά; Αρχίζει από τα προφανή: ψωνίζει online και όταν χρειάζεται να πάει σε κατάστημα ζητάει να τον συνοδεύσει υπάλληλος. Κάποια καταστήματα έχουν κάνει «τις κατάλληλες εκπαιδεύσεις» και προσφέρουν ακόμη και γραφή Braille. Αλλά αυτό «δεν είναι δεδομένο ότι συμβαίνει παντού και για πάντα».
Πήγε σε τράπεζα να ανοίξει λογαριασμό για το παιδί του και του ζήτησαν δύο μάρτυρες. Ο λόγος; «"Γιατί δεν βλέπετε"». Τους εξήγησε ότι είναι απολύτως ικανός να διαβάσει και να υπογράψει, ότι η εγκύκλιος που επικαλούνται αφορά ανθρώπους που δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση, και ότι αυτό που κάνουν «είναι παράνομο». Ζήτησε το αίτημα γραπτώς, με email. Και όταν το έλαβε, η απάντησή του ήταν ευρηματική: «"Οκ, θα καλέσουμε το 100 να έρθει να παραστεί ως μάρτυρας εδώ, να γίνουν όλα νόμιμα και ωραία"». Ήρθε η αστυνομία. «Ο διευθυντής τρόμαξε και άρχισε ξαφνικά να βρίσκει λύσεις - "μπορούμε να βάλουμε δύο δικούς μας υπαλλήλους"». Τελικά εξυπηρετήθηκε. Είχε φτάσει στις εννιά το πρωί. Έφυγε στις τρεις και μισή. Και όλα αυτά φέτος, το 2026.
Στο δρόμο, η εικόνα είναι ακόμη πιο ζοφερή. «Δεν περπατάς. Μπαίνεις μέσα στο ταξί και πας και βγαίνεις». Στο κέντρο, στην Καλλιθέα, εκεί που υπάρχουν φανάρια με ήχο, τα καταφέρνει. Στη Φιλαδέλφεια, όπου μένει, περπατάει μόνος του με το μπαστούνι, με τη βοήθεια GPS και ειδικών εφαρμογών που του λένε ποιον δρόμο έχει μπροστά. Αλλά όταν συνοδεύει τη γυναίκα ή τα παιδιά του, δεν το τολμάει: «Λέω τώρα να χτυπήσει κάποιος εξαιτίας μου…».
«Άλλου είδους όραση»
Η κουβέντα στρέφεται στην τεχνολογία κι ο τρόπος που την περιγράφει είναι ιδιαίτερος. «Μου έδωσε άλλου είδους όραση κατά μια έννοια». Δίνει ένα παράδειγμα: ανοίγει το ψυγείο, βρίσκει ένα γάλα, αναρωτιέται αν έχει λήξει. «Τραβάω μια φωτογραφία με την κάμερα του τηλεφώνου και μου διαβάζει όλες τις πληροφορίες». Όλα αυτά «τα τελευταία δύο-τρία χρόνια».
Πριν φτάσουμε εδώ, όμως, χρειάστηκε να περάσει μια ολόκληρη μετάβαση. Το πρώτο του τηλέφωνο ήταν ένα Nokia 7210. Όταν εμφανίστηκαν τα touchscreen, νόμισε ότι τελείωσε: «Τα είχα βάψει μαύρα. Λέω, δεν υπάρχει περίπτωση σε λίγα χρόνια να μπορώ να χρησιμοποιήσω κινητό. Μας θάψανε». Η ανατροπή ήρθε από τον Στιβ Τζομπς -«ο άνθρωπος αυτός είναι θεός»- που υποσχέθηκε iPhone προσβάσιμο για τυφλούς και δημιούργησε το VoiceOver, τον αναγνώστη οθόνης που, με τη φωνή και την αλλοίωση των χειρονομιών, άνοιξε τον ψηφιακό κόσμο. «Αυτό έγινε επί iPhone 3GS εποχή, γύρω στο 2008-2009. Από εκεί και πέρα, η τεχνολογία συνεχώς σε εισάγει».
Ο απαισιόδοξος που αγκάλιασε την AI
Τον ρωτάω αν η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης τον έκανε ευτυχισμένο. «Ναι, αλλά είμαι απαισιόδοξος παρ' όλα αυτά. Είμαστε ανέτοιμοι για αυτή την αλλαγή». Το πρόβλημα, για εκείνον, δεν είναι η AI καθαυτή· είναι ότι «πολύς κόσμος δεν τη θέλει και δεν μπορείς να πείσεις κάποιον που δεν θέλει. Είναι σαν να σου πω εγώ "κάπνισε". "Δεν θέλω". "Κάπνισε". "Δεν θέλω"».
Εκτιμά ότι ήδη υπάρχουν ορατές συνέπειες. «Κόσμος θα μείνει χωρίς δουλειά». Φέρνει το πιο κοντινό σε εκείνον παράδειγμα: οι περισσότεροι άνθρωποι με οπτική αναπηρία εργάζονται ως τηλεφωνητές. «Ήδη η AI είναι σε θέση να απαντάει κλήσεις, να κάνει κλήσεις, να είναι αρκετά έξυπνη ώστε να αποφασίσει ποιον πελάτη να συνδέσει με ποια γραμμή. Το επάγγελμα μέχρι το 2029-30 θα έχει σβήσει». Επίσης, προσθέτει, «όσοι το αρνούνται επειδή το θεωρούν “του σατανά” θα μείνουν χωρίς δουλειά και δεν θα έχουν την παραμικρή ελπίδα να επιβιώσουν».
Ποια είναι η πρότασή του; «Δεν είναι ο εχθρός μας η ΑΙ». Ο ίδιος δουλεύει με «ένα ολόκληρο σύστημα από AI agents» που τον βοηθούν στο development. «Με κάνει χειρότερο προγραμματιστή αυτό; Ή μήπως όχι;». Χρησιμοποιεί τη μεταφορά του Lego: αν ξέρεις ότι χρειάζεσαι συγκεκριμένα τούβλα για να χτίσεις κάτι, αλλά δεν ξέρεις πού μπαίνει το καθένα, «θα μου το βάλει το μηχάνημα. Τι πειράζει;». Πριν τα έκανε μόνος του, τώρα τα κάνει το σύστημα «και καλύτερα από μένα. Και πιο γρήγορα». Ο δικός του ρόλος είναι του επόπτη: «Εδώ υπάρχει πρόβλημα. Για έλα να γυρίσουμε πίσω, βλέπω κάποιες αδυναμίες, για έλα να τις διορθώσουμε».
Μοιάζει με ποιητική ειρωνεία, ότι ένας άνθρωπος που δεν βλέπει χρησιμοποιεί τα agentic συστήματα ακριβώς εκεί που η όραση φάνταζε απαραίτητη. Ως developer, εξηγεί, δεν μπορούσε να φτιάξει γραφικά περιβάλλοντα, «γιατί όταν δεν βλέπεις, δεν μπορείς να κρίνεις αν κάτι είναι κομψό, αν κάτι είναι λειτουργικό οπτικά». Τώρα ζητάει από το σύστημα να του σχεδιάσει τρεις εκδοχές, τις τεστάρει με τον αναγνώστη οθόνης για να δει ποια είναι πιο προσβάσιμη για τον ίδιο – και ζητάει σύγκριση για τα οπτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. «Έτσι στο τέλος θα φτάσω σε ένα τελικό prototype το οποίο θα ικανοποιεί και εμένα λειτουργικά, αλλά και τον τελικό χρήστη οπτικά, win-win».
Το προϊόν που χτίζει αυτή τη στιγμή είναι, όπως λέει, «επαναστατικό»: ένα εργαλείο που βοηθάει τους ανθρώπους να φτιάχνουν ιστοσελίδες προσβάσιμες για όλους, εντοπίζοντας τα λάθη που πρέπει να διορθωθούν. Κακή αντίθεση χρωμάτων, λανθασμένες επικεφαλίδες, κουμπιά χωρίς ετικέτες. «Μπορεί να έχει ένα εικονίδιο, ένα ψαλιδάκι, αλλά να μη λέει "Διαγραφή". Για μένα το ψαλιδάκι δεν μου λέει κάτι. Εγώ θέλω να ξέρω ότι αυτό το κουμπί είναι "Διαγραφή"».
Η «συνωμοσία των μετρίων»
Όταν ρωτάω αν διαπιστώνει πρόοδο στη χώρα, λέει: «Τεράστια». Και την εντοπίζει στους νέους. «Η νέα γενιά είναι πολύ πιο ευθυγραμμισμένη και πιο ανοιχτόμυαλη με την πραγματικότητα από ό,τι όλες οι προηγούμενες». Με τη γενιά αυτή επικοινωνεί μέσα από τα Hackathons (στα οποία έχει συμμετάσχει ως κριτής) όπου νέα παιδιά καλούνται να σχεδιάσουν κάτι μέσα σε τρεις μέρες, χρησιμοποιώντας vibe coding, και έρχονται να ζητήσουν συμβουλές: «"Τι πρέπει να προσέξω; Δώστε μου τα φώτα σας"». Εκεί «ανακαλύπτονται τα νέα ταλέντα του αύριο, οι άνθρωποι που θα φτιάξουν ή θα στελεχώσουν τις startup - ή, αν δεν προσέξουμε, το brain drain του αύριο».
«Η νεολαία δεν είναι ξάπλα-καφέ-τραπ και βαρεμάρα. Υπάρχουν φωτισμένα μυαλά που αν ήταν κάπου αλλού θα είχαν γίνει από τα 16 τους πολυεκατομμυριούχοι». Είναι, όμως, εδώ και γι' αυτό ελπίζει, «σιγά-σιγά θα φέρουν μια αλλαγή. Θα πάψει ο κόσμος να είναι απολιτίκ, θα αρχίσει ξανά να ασχολείται με τη χώρα. Όχι με την πολιτική, με τη χώρα».
Η εικόνα που έχει για τη χώρα δεν είναι εξωραϊσμένη. «Ζούμε σε μια πολιτεία η οποία έχει κάνει πολλά πράγματα λάθος και συνεχίζει ακόμα». Ζητάει «ριζικές δομικές αλλαγές, πρώτα στην κουλτούρα και στη νοοτροπία». Και επιτίθεται ευθέως σ’ έναν εθνικό μύθο: «Να πάψουμε να λέμε ότι εμείς, οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, τα κάνουμε όλα τέλεια και είμαστε ουάου και είμαστε οι καλύτεροι. Δεν είμαστε οι καλύτεροι. Είμαστε μέτριοι και βιώνουμε αυτό που έλεγαν τότε στα 90s, τη "συνωμοσία των μετρίων"».
«Η συμπερίληψη είναι επιλογή»
Στο τέλος του ζητάω να γράψει μόνος του τον επίλογο της συζήτησης, χωρίς ερώτηση: «Η αναπηρία δεν είναι ντροπή. Δεν είναι αρρώστια, δεν κολλάει. Και δεν είναι επιλογή του ανθρώπου που τη φέρει. Η συμπερίληψη είναι επιλογή». Ζητάει να μην κοιτάμε τους ανθρώπους με αναπηρία ούτε με οίκτο ούτε με υπερβολικό θαυμασμό, αλλά «απλά σαν έναν συμπολίτη, σαν έναν αδερφό, σαν έναν φίλο. Να μην τον βλέπουμε για την αναπηρία του, να τον βλέπουμε ως άνθρωπο». Και κλείνει με ένα πρακτικό επιχείρημα: «Η συμπερίληψη δεν πρέπει να μένει ένα let's tick the box, γιατί μπορεί να δώσει άπειρα επιχειρηματικά πλεονεκτήματα. Όταν φτιάχνεις μια σελίδα συμβατή για ανθρώπους με αναπηρία, την κάνεις συμβατή για όλους τους επισκέπτες».
Evenly: Πώς μια βαρήκοη κόρη «γέννησε» μια εταιρεία προσβασιμότητας
Ο Πάνος Κωνσταντινίδης δεν ξεκίνησε από επιχειρηματικό όραμα αλλά από την κόρη του. Όταν η πανδημία επέβαλε τις μάσκες, η μία από τις δύο κόρες του, η Εύα, που είναι βαρήκοη, βρέθηκε ξαφνικά αποκλεισμένη στην τάξη: δεν μπορούσε πια να διαβάσει τα χείλη. Από εκείνη την αδυναμία γεννήθηκε μια ιδέα - τρία χρόνια αργότερα, στα μέσα του 2024, ιδρύθηκε η Evenly: το «Eve» από την Εύα και την equality, την ισότητα που επιχειρεί να αποκαταστήσει.
«Εκείνο το οποίο κάνουμε είναι να προσπαθούμε να υπερβούμε τα εμπόδια της επικοινωνίας για οποιονδήποτε λόγο και αν υπάρχουν αυτά». Και τα εμπόδια είναι πολλά. Για τον κωφό ή βαρήκοο, η υπηρεσία προσφέρει υποτιτλισμό σε πραγματικό χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να μπει εξ αποστάσεως ένας διερμηνέας νοηματικής -άνθρωπος, όχι αλγόριθμος- μέσα από βιντεοκλήση. Πελάτης της Evenly είναι ήδη η ΔΕΗ: ο χρήστης κλείνει ραντεβού και ζητά να παρίσταται διερμηνέας.
Για όσους δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, η λογική αλλάζει. Στο πιλοτικό που έτρεξε η εταιρεία στην ΑΑΔΕ -στο πλαίσιο του Κόμβου Καινοτομίας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης- ένας αλλοδαπός που θέλει να βγάλει ΑΦΜ ή κλειδάριθμο συνδέεται με βιντεοκλήση, χωρίς να κατεβάσει τίποτα, μέσα από τον browser. Μιλάει, ας πούμε, τουρκικά. Ο υπάλληλος της ΑΑΔΕ βλέπει τα λόγια του μεταφρασμένα σε ελληνικούς υπότιτλους, απαντά στα ελληνικά, και ο πολίτης τα διαβάζει στη δική του γλώσσα. Στο συγκεκριμένο έργο υποστηρίζονταν επτά γλώσσες, αλλά τεχνικά η πλατφόρμα φτάνει τις εκατό. Το αποτέλεσμα: δεύτερο πανευρωπαϊκό βραβείο GovTech, αργυρό μετάλλιο.
Η τρίτη κατηγορία είναι οι άνθρωποι με πρόβλημα όρασης ή δυσλεξία. Εδώ η Evenly δεν στηρίζεται στους κλασικούς screen readers, που απαιτούν σωστά δομημένο περιεχόμενο και, στην πράξη, πλήρη ανακατασκευή των ιστοσελίδων. «Μπαίνουμε με AI από πάνω, ρουφάμε όλο το περιεχόμενο, η AI διαβάζει και καταλαβαίνει τι βλέπει».
Ο χρήστης μπορεί έπειτα να κάνει διάλογο: «τι χρωστάω;» -και η υπηρεσία βρίσκει το ποσό σε έναν λογαριασμό ρεύματος χωρίς να διαβάσει όλη τη σελίδα από την αρχή.