Ταξιδια

Ρουμανία - Salina Turda: Υπόγεια γεωμετρία, ένα σύμπαν σε τροχιά

Λαγούμια και σκάλες από παγωμένο αλάτι που κατεβαίνουν και κατεβαίνουν.
Γιώργος Ζαρζώνης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αλατωρυχείο Salina Turda στη Ρουμανία: Υπόγειες στοές, τεράστιες αίθουσες, μαύρη λίμνη και ιστορία εκατομμυρίων ετών.

Τρανσυλβανία, Salina Turda, και μια στιγμή όπου η διαδρομή αλλάζει υφή· γίνεται μαύρη οθόνη που παίζει τον αντίποδα της «Οδύσσειας του διαστήματος» του Κιούμπρικ· αυτή τη φορά σαν «Ταξίδι στο κέντρο της γης».

Με ένα βήμα περνάω την πύλη. Πίσω της, εκατόν είκοσι μέτρα προς την καρδιά του πλανήτη. Υπότιτλοι αναβοσβήνουν σε ψυχρή, πράσινη γραμματοσειρά:

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ: ΑΛΑΤΙ
ΗΛΙΟΣ: ΔΕΝ ΑΝΙΧΝΕΥΕΤΑΙ
ΗΛΙΚΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ: ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΤΗ
ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ: ΜΙΑ· ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΗ

Εισέρχομαι σε μια οθόνη που δεν έχει πια επιφάνεια· έχει βάθος.

Πρώτα η στοά Franz Joseph: εννιακόσια δεκαεπτά μέτρα διάδρομος, σκαμμένος από εργάτες του 19ου αιώνα. Πρώτη αίσθηση η γεύση. Αλμύρα στα χείλη, πριν προλάβω να δω οτιδήποτε. Λαγούμια και σκάλες από παγωμένο αλάτι που κατεβαίνουν και κατεβαίνουν.

Και ξαφνικά βγαίνω στο Rudolf. Έναν θάλαμο ογδόντα μέτρα μήκος, πενήντα πλάτος, σαράντα δύο ύψος. Τα νούμερα μένουν σχήματα στο κεφάλι μου. Από την οροφή κρέμονται λάμπες σε σειρά, σαν βροχή αστεριών που πάγωσε στη μέση της πτώσης. Κάτω, ένας τροχός γυρίζει αργά. Πλατφόρμες σαν αποβάθρες για σκάφη που δεν έφτασαν ποτέ· ξύλινες εξέδρες· φωτεινοί θόλοι· παιχνίδια ξεχασμένα από άλλη διάσταση. Ένα μίνι γκολφ. Σταθμός που περιμένει σήμα από ένα μακρινό σύστημα. Σε αυτό το βάθος, η αναμονή και η αναχώρηση είναι η ίδια λέξη.

Στέκομαι στην άκρη του κενού. Ο αέρας πυκνός και κρύος και μια υγρασία που κόβει την ανάσα· το άσθμα μου ξυπνάει. Βγάζω τη μηχανή. Μετράω το φως της λάμπας και κατεβάζω δύο στοπ, για να ηρεμήσω το σκοτάδι.

ISO 3200, για να γεμίσει η εικόνα κόκκους.
1/8 του δευτερολέπτου στο χέρι.
Η ανάσα μέσα στο καρέ.
Κλικ!

Φωτογραφίζω αυτό που με κοιτάζει. Ο ουρανός αυτού του κόσμου βρίσκεται κάτω από τα πόδια μου και κατεβαίνω να τον πατήσω. Σκαλί στο σκαλί, η βεβαιότητα του «είμαι εδώ» εξαφανίζεται.

Πιο βαθιά, στο Terezia, οι στοές τελειώνουν. Ανοίγεται ένα τεράστιο αλάτινο κοίλωμα, μια αλμυρή μήτρα που κρατά φυλακισμένο τον χρόνο, και στον πάτο του μια μαύρη λίμνη. Το νερό της δεν καθρεφτίζει· ρουφάει. Μικρές βάρκες γλιστρούν αθόρυβα στο μαύρο. Άνθρωποι σκιές, αστροναύτες χωρίς στολή, σε ένα ταξίδι τόσο βαθύ όσο η φαντασία τους.

Τα τοιχώματα κρατούν ανέπαφες τις γραμμές του χρόνου, σαν παλιοί χάρτες. Αρχαίες θάλασσες εξατμίστηκαν πριν από δεκατρία εκατομμύρια χρόνια και άφησαν πίσω τους μόνο αλάτι. Στρώση πάνω σε στρώση, κυματιστές γραμμές. Το δαχτυλικό αποτύπωμα της γης. Ακουμπώ την παλάμη μου. Δεν είναι τοίχος· είναι η μνήμη μιας θάλασσας που άφησε μόνο τη γεύση πίσω της. Ακούγονται μόνο οι σταγόνες, υπόκωφες, ρυθμικές, σαν η γη να αναπνέει ακόμα με τον δικό της αλμυρό παλμό.

Κάποτε, εδώ, χέρια έσκαβαν τη γη κομμάτι-κομμάτι και ο θησαυρός, έξω στο φως, αλάτιζε το ψωμί και το τυρί μιας ολόκληρης χώρας. Ύστερα το ορυχείο έπαψε να δίνει αλάτι. Έγινε καταφύγιο στον πόλεμο, κελάρι για τυριά, και τώρα ένας επισκέψιμος σταθμός απογείωσης της φαντασίας. Εδώ ο φουτουρισμός καταπίνει την πραγματικότητα και κάνει το παρελθόν μέλλον. Ο χρόνος δεν περνάει δίπλα σου· κατακάθεται μέσα σου.

Έξω, ο ήλιος μού φάνηκε υπερβολικός· αγενής.