Από τον Γιώργο Ζαμπέτα στο Happening, τους Magic De Spell και τη Rockarolla. Θυμάται το καλοκαίρι που ξεκίνησαν όλα και μιλά για μια ζωή που κύλησε ολόκληρη μέσα στη μουσική
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Σπήλαιο του Ευριπίδη: Ιστορία, αρχαιολογία και μνήμη στη νοτιότερη άκρη της Σαλαμίνας
Σπήλαιο του Ευριπίδη στη Σαλαμίνα: η ιστορία του και τα αρχαιολογικά ευρήματα
Η Σαλαμίνα, αν και νησί, δεν ταυτίζεται εύκολα με την εικόνα ενός κλασικού τουριστικού προορισμού. Η εγγύτητά της με την Αττική και η πρόσβαση σ’ αυτήν μέσω του βιομηχανικού τοπίου του Περάματος την καθιστούν περισσότερο προέκταση του αστικού ιστού παρά έναν τόπο απόδρασης. Παράλληλα, η απουσία της στερεοτυπικής νησιώτικης εικόνας και η κυριαρχία των ναυπηγείων και του Ναυστάθμου του Πολεμικού Ναυτικού στην πρώτη εντύπωση του επισκέπτη δεν προϊδεάζουν για μια κλασική εμπειρία διακοπών. Κι όμως, η Σαλαμίνα διαθέτει πολλές φυσικές ομορφιές –γραφικούς κολπίσκους, καθαρές παραλίες και εκτεταμένες πευκόφυτες περιοχές, όπως το Δάσος της Φανερωμένης–, που συνθέτουν ένα ιδιαίτερο τοπίο. Αποτελεί δε το μεγαλύτερο και ένα από τα σημαντικότερα νησιά του Σαρωνικού κόλπου, με έντονη ιστορική και πολιτιστική παρουσία ήδη από την αρχαιότητα.
Το όνομά της συνδέθηκε με εμβληματικά γεγονότα, όπως η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, αλλά και με μορφές των αρχαίων χρόνων, όπως ο ομηρικός ήρωας Αίας και ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης. Στο νησί σώζονται σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία, μεταξύ των οποίων η Μυκηναϊκή Ακρόπολη, το ανάκτορο του Τελαμώνιου Αίαντα, η αρχαία πόλη της Σαλαμίνας στα Αμπελάκια, ο Τύμβος των Σαλαμινομάχων, η Ιερά Μονή Φανερωμένης, του 17ου αιώνα, ο Φάρος Κόγχη, που μαρτυρούν τη διαχρονική σημασία του τόπου. Παράλληλα, η Σαλαμίνα συνδέθηκε και με σημαντικές μορφές της νεότερης Ελλάδας, όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης –του οποίου ο τάφος βρίσκεται στον χώρο του βυζαντινού ναού του Αγίου Δημητρίου– και ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, διατηρώντας την παρουσία της στην ιστορική και πνευματική ζωή της χώρας.
Στο νοτιότερο σημείο του νησιού, κοντά στον όρμο Περιστέρια, βρίσκεται το περίφημο Σπήλαιο του Ευριπίδη, «αναπνοήν έχον ες την θάλασσαν» – ένα φυσικό σπήλαιο με στενή είσοδο, διαμορφωμένο στην απότομη πλευρά ασβεστολιθικού βράχου, σε υψόμετρο περίπου 115 μέτρων από τη θάλασσα. Η πρόσβαση σ’ αυτό γίνεται μέσω ενός καλά χαραγμένου και σχετικά εύκολου ανηφορικού μονοπατιού μέσα στο πευκόφυτο τοπίο και, μόλις ο επισκέπτης φτάσει στον προορισμό του, η εντυπωσιακή θέα προς τον Σαρωνικό τον αποζημιώνει.
Η ανασκαφή του Σπηλαίου πραγματοποιήθηκε από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, υπό τη διεύθυνση του ομότιμου καθηγητή Γιάννου Γ. Λώλου, κατά τα έτη 1994-1997. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, η διερεύνηση του σπηλαίου και του γειτονικού Ιερού του Διονύσου αποτέλεσε «μία από τις δυσκολότερες ανασκαφές αρχαιολογικού σπηλαίου στην Ελλάδα», εξαιτίας τόσο της ιδιαίτερης μορφολογίας του χώρου όσο και των επιχώσεων, οι οποίες ήταν αναμοχλευμένες από τις διαδοχικές χρήσεις του σπηλαίου και, σε κάποιες περιπτώσεις, από αρχαιοκαπηλικές επεμβάσεις.
Το Σπήλαιο, συνολικού μήκους περίπου 47 μ., διαθέτει δέκα θαλάμους, ενώ το εσωτερικό του σχηματίζει έναν σκοτεινό λαβύρινθο που αποτελείται από έναν μακρύ, οφιοειδή διάδρομο και διαδοχικούς χώρους με χαμηλή οροφή. Μόνο δε σε έναν απ’ αυτούς μπορεί κανείς να σταθεί όρθιος. Η ιδιόμορφη μορφολογία του περιγράφεται στο έργο «Αττικαί Νύκτες» του Ρωμαίου συγγραφέα Αύλου Γέλλιου, ο οποίος αναφέρει ότι το επισκέφθηκε και το περιγράφει ως «δυσάρεστο και τρομακτικό».
Η έρευνα αποκάλυψε ότι το σπήλαιο γνώρισε συνεχείς και μεταβαλλόμενες χρήσεις κατά τη διάρκεια έξι διαφορετικών ιστορικών περιόδων, από τη Νεότερη Νεολιθική έως και τη Φραγκοκρατία. Κατά τη Νεολιθική Περίοδο (5.300 - 4.300 π.Χ.) φαίνεται ότι λειτουργούσε ως χώρος λατρευτικού χαρακτήρα, ενώ κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή (14ος και αρχές 12ου αι. π.Χ.) ο βαθύτερος και μεγαλύτερος θάλαμος του σπηλαίου χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ως τόπος ταφής. Τα ευρήματα, όπως αγγεία, όπλα, κοσμήματα και άλλα κτερίσματα, υποδηλώνουν ότι οι νεκροί ήταν πιθανότατα πρόσωπα υψηλής κοινωνικής θέσης. Αν και η αναμόχλευση των επιχώσεων δεν επέτρεψε την πλήρη ανασύσταση του τρόπου ταφής, ο ενταφιασμός στο βάθος ενός σπηλαίου σε ιδιαίτερα δυσπρόσιτο σημείο αποτελεί πρακτική που δεν απαντάται στην ηπειρωτική Ελλάδα της Μυκηναϊκής Περιόδου. Πιθανόν τα πρόσωπα αυτά να κατείχαν κάποια ξεχωριστή θέση ή ιδιότητα, που οδήγησε στην επιλογή ενός τόσο απομονωμένου και δύσβατου χώρου για την ταφή τους. Παράλληλα, τα ίχνη προσφορών και οι αποθέσεις αγγείων δείχνουν ότι το σπήλαιο είχε και τελετουργικό χαρακτήρα ήδη από τους μυκηναϊκούς χρόνους.
Κατά την Κλασική Περίοδο (ύστερος 5ος αι. π.Χ.), το σπήλαιο ταυτίστηκε με τον τραγικό ποιητή Ευριπίδη. Η παρουσία σημαντικής ποσότητας αγγείων αττικής κεραμικής, μεταξύ των οποίων ένας μελαμβαφής σκύφος του 5ου αι. π.Χ. με χαραγμένο το όνομά του, ενισχύει τη σύνδεση του σπηλαίου με τον ποιητή. Παράλληλα, οι αρχαίες γραπτές πηγές –Φιλοχόρος, Σάτυρος, ο ανώνυμος συντάκτης του έργου «Γένος Ευριπίδου» και ο Αύλος Γέλλιος– αντιστοιχούν στα τοπογραφικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου σπηλαίου και επιβεβαιώνουν την παράδοση ότι εκεί αποσυρόταν ο ποιητής για να συγγράφει τα έργα του. Θεωρείται δε πιθανό ότι στο σημείο εκείνο επεξεργάστηκε την τραγωδία του «Ιππόλυτος». Μετά τον θάνατό του, το 406 π.Χ., το σπήλαιο εξελίχθηκε σε τόπο τιμής και μνήμης, κάτι που υποστηρίζεται από την ποσότητα και των χαρακτήρα των ευρημάτων.
Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους (3ος αι. π.Χ. - 3ος αι. μ.Χ.) οργανώθηκε ως λατρευτικό και προσκυνηματικό κέντρο, σε σύνδεση με το Ιερό του Διονύσου, ενώ κατά τη Φραγκοκρατία (πρώιμος 14ος αι. μ.Χ.) χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο και χώρος φύλαξης πολύτιμων αντικειμένων και θησαυρών.
Σε μικρή απόσταση από την είσοδο του σπηλαίου αποκαλύφθηκε, ύστερα από ανασκαφές των ετών 1998-2000 από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ένα μικρό ιερό αφιερωμένο στον Διόνυσο, πιθανότατα σε συλλατρεία με τον Ευριπίδη. Το ιερό λειτουργούσε κατά την Ελληνιστική Περίοδο και ήταν διαμορφωμένο σε άνδηρο με ναΐσκο, βάθρα για αγάλματα, λατρευτικό χώρο και δεξαμενή νερού που συνδεόταν με φυσική πηγή.
Τα ευρήματα συνδέονται με τελετουργικές πρακτικές και λατρευτικές προσφορές προς τον Διόνυσο. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν: χέρι μαρμάρινου αγάλματος του Διονύσου που κρατά κάνθαρο, μαρμάρινος όρθιος φαλλός, μελαμβαφείς κάνθαροι, μικρογραφικά αγγεία και πώματα πήλινων κυψελών με ανάγλυφο το γράμμα «Ε», που μαρτυρούν και την άσκηση μελισσοκομίας στο νησί, επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό «μελισσοτρόφος Σαλαμίνα» στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.
Το Σπήλαιο του Ευριπίδη και το γειτονικό Ιερό του Διονύσου αποτελούν σήμερα μνημεία μοναδικής αξίας και μαρτυρίες της σύνδεσης της λατρείας, του θεάτρου και της πνευματικής ζωής με το φυσικό τοπίο της αρχαίας Σαλαμίνας. Όλα δε τα προαναφερθέντα ευρήματα των ανασκαφών βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του νησιού.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι μακροχρόνιες ανασκαφές του καθηγητή Γιάννου Λώλου στη Σαλαμίνα περιλαμβάνουν και την αποκάλυψη του σημαντικού μυκηναϊκού ανακτορικού κέντρου στα Κανάκια, που συνδέεται με την ομηρική παράδοση του Αίαντα.
Ευχαριστούμε θερμά τον καθηγητή κ. Γιάννο Λώλο και τη συνεργάτιδά του, αρχαιολόγο, μέλος Σ.Ε.Π. Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Χριστίνα Μαραμπέα, για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ξενάγηση, μέσα από την οποία μας μετέδωσαν τις πολύτιμες γνώσεις, την αγάπη και το μεράκι τους για το έργο τους, καθώς και τη βαθιά σημασία των ευρημάτων που ήρθαν στο φως έπειτα από πολυετείς και ιδιαίτερα απαιτητικές έρευνες.
Δειτε περισσοτερα
Αύγουστος στην Αθήνα με θέατρο- Δείτε τις επιλογές σας
Μια βόλτα στο κέντρο χρειάζεται και μια μικρότερη ή μεγαλύτερη δόση... τέχνης
«Τις Κυκλάδες δεν τις έχω γνωρίσει ακόμη, τις υποψιάζομαι»
Δωρεάν εκδηλώσεις, μουσεία, παραλίες, πεζοπορίες, φαγητό και μοναδικές εμπειρίες στην Αττική
Ο ομότιμος καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γιάννος Λώλος και η συνεργάτιδά του, Χριστίνα Μαραμπέα, μας ξεναγούν στο σπήλαιο που ταυτίστηκε με τον τραγικό ποιητή