- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Λένα Διβάνη: «Ικαρία, ή πώς να γίνετε αιωνόβιοι»
Η συγγραφέας μάς αποκαλύπτει το μυστικό για το πώς θα ζήσουμε εκατό χρόνια
Λένα Διβάνη: η Ικαρία, οι χαλαροί ρυθμοί της, η διαφορετική αίσθηση του χρόνου και οι κυριακάτικες εφημερίδες που έρχονται την Τρίτη
Ήταν ένα πολύ καυτό καλοκαίρι. Με το ζόρι ξεκολλούσαν οι μέρες από πάνω μας. Έφτανε κουτσά στραβά στο τέλος του ο Ιούλιος, έφτανε και το μυθιστόρημα που έγραφα σε αδιέξοδο, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η φίλη μου η Χριστίνα. Η φωνή της ακουγόταν «ιδρωμένη» και αγχωμένη. «Σε παρακαλώ έλα μαζί μου μια βδομάδα να φύγουμε από ’δω, δεν μπορώ, θα σκάσω, μ’ έχει ρημάξει το άγχος. Να πάμε σ’ ένα νησί που δεν έχεις πάει ούτε εσύ ούτε εγώ μέχρι τώρα, σ’ ένα νησί άγνωστο». «Όπως;» τσιμπάω αμέσως εγώ, που ήμουν σε εξίσου οριακή κατάσταση. «Όπως Ικαρία! Έχεις πάει στην Ικαρία; Όχι; Μπράβο, ωραία, πάμε! Πάρε δυο μαγιό, παρεό και τρία βρακιά, και φύγαμε! Έχω κλείσει ήδη δωμάτιο στον Χριστό, στις Ράχες». «Έκλεισες δωμάτιο χωρίς να με ρωτήσεις;» φρίκαρα εγώ. «Σταμάτα τις ανόητες ερωτήσεις», με έκοψε εκείνη.
Στον δρόμο για τον Πειραιά, όμως, το χούι μου επανεμφανίστηκε και ξανάρχισα τις ερωτήσεις. Τι ξέρουμε για την Ικαρία; Κι εγώ κι εκείνη δεν ξέραμε τίποτα απολύτως, εκτός από το ότι οι κάτοικοι είναι κάπως ιδιόρρυθμοι (που σημαίνει από κρυψίνοες έως σαλταρισμένοι) και ότι ζουν πολύ, μπορεί να σβήνουν και πάνω από εκατό κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων τους – αν τρώνε τούρτες. «Σιγά να μη ζουν τόσο πολύ», είπε δύσπιστα η Χριστίνα. «Αυτά τα γράφουν τα περιοδικά ως πληρωμένες διαφημίσεις για ν’ ακουστεί το νησί». Το θέμα έπαψε να μας απασχολεί, δεν χρειαζόμασταν περισσότερες πληροφορίες. Για άραγμα θα πηγαίναμε, μπανάκι, ουζάκι, ψαράκι, καρπουζάκι, υπνάκι. Ανεβαίνουμε λοιπόν στο πλοίο χωρίς δεύτερη σκέψη. Μετά από τρεις ώρες, εκεί που έπινα τον τρίτο μου καφέ πάνω στο κατάστρωμα, πέφτω πάνω στον φίλο μου τον Μήτσο. Μετά τα σχετικά φιλιά και τις χαιρετούρες, ο Μήτσος, συγγραφέας κι αυτός, μου εξομολογήθηκε ότι είναι υιοθετημένο παιδί της Ικαρίας, πηγαίνει κάθε χρόνο φανατικά και μάλιστα το βράδυ εκείνης της ημέρας θα παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίου στην πλατεία του χωριού. Όταν άκουσα ότι το χωριό ήταν ο Χριστός Ραχών ενθουσιάστηκα. «Εκεί κλείσαμε σπίτι», του είπα. «Θα έρθουμε οπωσδήποτε!»
Όταν βγήκαμε επιτέλους από το καράβι, μπήκαμε στο αμάξι και ανεβήκαμε στον Χριστό. Αφήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο και τσακιστήκαμε να κατέβουμε στην πλατεία, γιατί η ώρα είχε πάει σχεδόν εννιά. Ως γερμανόψυχη δεν αργώ ποτέ! Όταν φτάσαμε όμως, μια τεράστια έκπληξη μας περίμενε. Η πλατεία ήταν άδεια και τα μαγαζιά κλειστά σαν να ’χε πέσει βόμβα υδρογόνου. Μουδιάσαμε. Μας κατέκλυσε ένα ζοφερό αίσθημα. Καθίσαμε λοιπόν στο πεζούλι του πρακτορείου τύπου και περιμέναμε να γίνει ένα θαύμα, να ξαναζωντανέψουν οι άνθρωποι ή να εμφανιστεί τουλάχιστον ο Μήτσος και να μας διαβάσει κάτι από το βιβλίο του. Πήγε εννιά και μισή, πήγε δέκα, τίποτα. Κανένα ίχνος ζωής. Στις δέκα και μισή ακούστηκε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ήχος κλειδιών. Ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου τύπου άνοιγε την πόρτα του. Πετάχτηκα σαν ελατήριο και τρύπωσα μέσα πριν το μετανιώσει. «Καλησπέρα σας. Μήπως ξέρετε γιατί αναβλήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου;» τον ρώτησα. Με κοίταξε παραξενεμένος. «Δεν αναβλήθηκε, καλέ. Θα γίνει». «Πότε; Έχει πάει δέκα και μισή. Στην αφίσα εδώ γράφετε εννιά». «Εννέα καριώτικη ώρα, κούκλα μου». «Δηλαδή;» «Δηλαδή στις δώδεκα θ’ αρχίσουν να μαζεύονται. Στη μία θα ξεκινήσει». Τον κοίταζα βουβή σαν τσιπούρα. «Έχετε κυριακάτικη Ελευθεροτυπία;» άλλαξα τη συζήτηση. «Βεβαίως, την Τρίτη», μου απαντάει, ενώ τακτοποιούσε τον πάγκο του. «Γιατί την Τρίτη; Δεν την έχετε τώρα;» «Όχι, Τρίτη τις φέρνουμε τις κυριακάτικες». «Γιατί;» «Τι γιατί; Άμα διαβάζεις σημερινά νέα αγχώνεσαι. Λες τώρα τι θα γίνει; Πού να κοιμηθείς… Ενώ αν διαβάσεις τα κυριακάτικα νέα δυο μέρες μετά, ξέρεις ότι δεν έγινε και τίποτα, ζήσαμε, όλα καλά».
Βγήκα έξω χαμογελώντας ως τ’ αυτιά. «Χριστινάκι, τάξε μου! Μόλις έμαθα πώς θα ζήσουμε μέχρι τα εκατό», της είπα θριαμβευτικά. «Θα παίρνουμε τις κυριακάτικες εφημερίδες την Τρίτη!»
* Η Λένα Διβάνη είναι συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο «Έτσι τελειώνει ο κόσμος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.