Ταξιδια

Γιάννης Παπαδόπουλος: «Κρυφοονειρεύομαι το μέλλον μου στην Πάρο»

Ο εκδότης γράφει για την ιστορία, τον πολιτισμό, τους ανθρώπους και τον αυθεντικό χαρακτήρα του νησιού

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 1007
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιάννης Παπαδόπουλος: Νιώθω την Πάρο σχεδόν δικό μου τόπο

Στην Πάρο πηγαίνω πλέον συνέχεια, όποτε μπορώ, ακόμα και τον χειμώνα (τηλεργάζομαι με μεγάλη άνεση, να είναι καλά η Starlink). Πιο πριν, από το 2009, περνούσαμε οικογενειακώς κάθε καλοκαίρι στο νησί, στην ήσυχη νοτιοανατολική πλευρά.

Είχα πρωτοέρθει σαν φοιτητής (late 80s), αλλά τα μόνα που θυμάμαι από τότε ήταν κάτι συνεχή ξενύχτια στη La Luna (Αντίπαρος), μια Νάουσα που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή, και την απίθανη ελευθερία που είχαμε εμείς τότε, που λυπάμαι τα σημερινά παιδιά που δεν θα τη ζήσουν πια...

Από τα 90s και μετά δεν πολυέκανα διακοπές τα καλοκαίρια (λόγω δουλειάς, αλλά και επειδή είμαι χειμερινός τύπος), και επέστρεψα στις Κυκλάδες 30 χρόνια μετά, όταν κάποιοι φίλοι μάς κάλεσαν στην Πάρο το 2009, όπου πήγα, βέβαια, με τον φόβο μήπως δω μια Μύκονο #2 (εκεί είχα κάνει μια πιο πρόσφατη θητεία). Αλλά το 2009 η Πάρος δεν ήταν ακόμα η Μύκονος #2 που κινδυνεύει να γίνει τώρα: έτσι πρόλαβα στα καλά του ακόμα το πανέμορφο νησί με τα 1.000 πρόσωπα, τις αμέτρητες άνετες παραλίες, τα κλασικά ταβερνάκια στο κύμα (οκέι, και τον Μπαρμπαρόσα για όποιον τα γουστάρει αυτά), αλλά και τις ορεινές διαδρομές, τις πανέμορφες Λεύκες, την πολιτιστική παράδοση (την αστική από τους δύο προηγούμενους αιώνες, αλλά και την ενετική, τη βυζαντινή, την αρχαιοελληνική, που όλες σού φανερώνονται διακριτές όσο εξασκείσαι να κοιτάζεις).

Πρώτη βάση μου στο νησί ο Δρυός, το ιστορικό αυτό χωριουδάκι, το Porto Trio του Μεσαίωνα, όπου μια φορά τον χρόνο έπιανε ο τουρκικός στόλος για να διαπραγματευτεί με τους προκρίτους των Κυκλάδων και να συλλέξει τον φόρο της Υψηλής Πύλης. Με τους αρχαίους νεώσοικους, τις λαξεμένες στα βράχια θέσεις πλάι στην παραλία όπου στα αρχαία χρόνια τραβούσαν τα πλοία για να τα προφυλάσσουν από τους ανέμους. Με το μοναδικό εργοστάσιο ζυμαρικών του 19ου αιώνα, ένα ακίνητο πάνω στο κύμα που στα 50s φιλοξένησε το πρώτο Ξενία, όπου έκαναν διακοπές οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, με ρεύμα από γεννήτρια και νερό που κοβόταν συνέχεια… κι όμως αγάπησαν τόσο πολύ τον Δρυό, που έφτιαξαν μετά εκεί την πρώτη παραθεριστική κοινότητα Αθηναίων στις Κυκλάδες ίσως. Με τον νερόμυλο που κινούσε το εργοστάσιο ζυμαρικών χάρη στα ρέματα που κατέληγαν στην περιοχή (η Πάρος ήταν γεμάτη νερά και, μέχρι πριν από 60-70 χρόνια, ένας τεράστιος σιτοβολώνας...)

Έχω γυρίσει τα περισσότερα μέρη του νησιού, με αυτοκίνητο, ποδήλατο ή με τα πόδια, και έχω κάνει μια πρώτη εμβάθυνση στην ιστορία του. Καταχρηστικά ίσως, το νιώθω σχεδόν και δικό μου τόπο (προέρχομαι από οικογένεια Μικρασιατών, δεν υπάρχει πατρικό χωριό εντός Ελλάδας). Κρυφοονειρεύομαι το μέλλον μου με μια ημιμόνιμη εγκατάσταση εκεί, και κύρια ασχολία την εμβάθυνση στην ιστορία και τον πολιτισμό των Κυκλάδων.

Όταν, εννιά χρόνια μετά την πρώτη μας ξανα-γνωριμία με την Πάρο, αποφασίσαμε με την Κατερίνα να κάνουμε μια δική μας βάση εκεί, αγοράσαμε ένα εγκαταλειμμένο χωράφι από την οικογένεια Κυδωνιέως στο Άσπρο Χωριό (απόγονοι στρατιωτών του πρώτου τακτικού σώματος της Επανάστασης, Μικρασιάτες  απο τις Κυδωνιές –το Αϊβαλί–, που αργότερα ανταμείφθηκαν με γαίες στις Κυκλάδες;), όπου οι πρόγονοι τους καλλιεργούσαν στάρι, κι έζησαν από αυτό επί πολλές γενιές τις οικογένειες τους: ο γενάρχης Κυδωνιεύς μού άπλωσε το τοπογραφικό διάγραμμα του χωραφιού του, ρωτώντας με «σου αρέσει;» κι όταν αποκρίθηκα «πολύ», μου παρέδωσε το σχέδιο στα χέρια, σε μια χειρονομία που νομίζω ότι γι’ αυτόν συμβόλιζε την ουσία της πράξης της μεταβίβασης, πολύ πριν τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους και τα υποθηκοφυλακεία.

Τι μου έχει δώσει η Πάρος; Καταρχήν έναν πλούτο γνωριμιών με ανθρώπους καλοπροαίρετους, που η τρελή οικονομική ανάπτυξη δεν έχει διαφθείρει όσο φοβόμουν (δεν ξέρω για τις νεότερες γενιές βέβαια). Σπάνια ένιωσα ότι ντόπιοι με κοιτούν με βλέμμα αρπακτικού, μάλλον στους «ξένους» επιχειρηματίες και παρόχους υπηρεσιών ανήκει η τιμή αυτή.

Δεν θα γράψω για παραλίες, εστιατόρια κ.λπ., οι περισσότεροι τα γνωρίζουν ούτως ή άλλως, αλλά θα αναφέρω την κοινότητα των ξένων –ιδίως Γάλλων– που επέλεξαν το νησί. Άνθρώποι πολιτισμένοι και αξιόλογοι, που καταλαβαίνουν τη μοναδική αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς (η οποία διαμορφώνει και το μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής υπεραξίας, για να μιλήσουμε με οικονομικούς όρους), όπως και πολλοί Έλληνες, αρχικά παραθεριστές αλλά σιγά σιγά όλο και πιο μόνιμοι κάτοικοι, άνθρωποι που κάποιοι έφυγαν κυνηγημένοι από την κακή ανάπτυξη της Μυκόνου και ελπίζω να πολεμήσουν (γιατί πολιτιστικός και οικονομικός πόλεμος είναι, κατά της κακής έννοιας της ανάπτυξης) μαζί με τους ντόπιους που δεν έχουν τυφλωθεί από το γρήγορο χρήμα, για να διατηρήσουν τον μοναδικό σε όλες τις Κυκλάδες ήπιο και πολυδιάστατο χαρακτήρα του αγαπημένου μας νησιού.

*Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι εκδότης (εκδόσεις Παπαδόπουλος)