- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μαρία Τζομπανάκη: «Τη Γαύδο την ερωτεύτηκα κατευθείαν»
Η ηθοποιός γράφει για το πρώτο της ταξίδι στη Γαύδο και τη νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου
Μαρία Τζομπανάκη: Στη Γαύδο αγναντέψαμε τον παράδεισο, με όλη μας την άνεση
Μέσα σε ένα βαρκοκάικο ρηχό φορτωθήκαμε 11 άνθρωποι για τη Γαύδο. Εγώ μικρή ακόμα και άπειρη από περιπέτειες σε θαλασσινά μέρη. Τότε δεν ταξίδευες εύκολα. Όμως ένιωθα ασφαλής με τον αγαπημένο μου (αργότερα πατέρα του γιου μου) και την παρέα μας, που ήταν όλοι έμπειροι, μεγαλύτεροι –κάποιοι ήταν ήδη γονείς μεγάλων παιδιών– κι ενθουσιασμένοι. Στα μισά της διαδρομής η διάθεσή μου κόπηκε στα δυο σαν άρχισε να κουνά άναρχα το σκάφος μας, ρηχό, με τη μηχανή του να βογκά στα κύματα, που είχαν σηκωθεί και χτύπαγαν κι εμάς και τα ξεφτισμένα πλευρά του. Σύντομα άφησα την πολυτέλεια του φόβου στην άκρη κι έπεσα με τα μούτρα στη ναυτία, που μ’ έκανε κουρέλι και ρεζίλι στους φίλους και σ’ εμένα την ίδια… Εμετοί ανταγωνίζονταν το μουσκίδι των κυμάτων πάνω μου. Δεν μ’ ένοιαζε τίποτα, παρά μόνο να πατήσω στεριά.
Όταν φτάσαμε, δεν θυμάμαι να μου κάνει τίποτα εντύπωση, ήθελα μόνο να ξαπλώσω. Να κλείσω τα μάτια και να ξεχάσω το ταξίδι! Ήταν μεσημέρι όταν σηκώθηκα από ένα κρεβατάκι εκστρατείας, με στρωμένες κουρελούδες γύρω μου κάτω και πέντ’ έξι άγνωστα ζουζούνια να ψαχουλεύουν το πάτωμα. Πετάχτηκα, κατρακύλησα σε μια στενή πέτρινη σκάλα και βρέθηκα κάτω. Δεν ήταν ούτε ταβέρνα, ούτε πανσιόν, ούτε σπίτι, ούτε καλύβα. Ήταν όλα μαζί. Για πρωινό με υποδέχτηκαν πατάτες τηγανητές, κομμένες επιτόπου μέσα στο βαθύ τηγάνι, ψωμί από σφιχτό ζυμάρι –το θυμάμαι ακόμα– και νεράκι βλυχό από ένα πηγάδι εκεί κοντά.
Κι όταν σήκωσα τα μάτια μου, κατευθείαν ερωτεύτηκα: Γύρω μου, απέναντί μου, όπου άπλωνε το βλέμμα μου, άμμος κίτρινη, ώχρα, ανταύγειες κοραλλένιες από μικρά σπασμένα κοχύλια. Πίσω μου λόφοι, από άμμο κι αυτοί, αρυτίδωτοι από πατήματα ανθρώπου. Και μπροστά μου βαθύ μπλε, η θάλασσα. Κι ο ουρανός. Όλες οι αποχρώσεις του γαλάζιου, του άσπρου και του μπλε! Ένιωσα μονομιάς την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο και την καμπύλη του ορίζοντα να με απομακρύνει από οτιδήποτε θορυβώδες, σαν συναίσθημα ή σαν απορία. Αμέσως, μα αμέσως, το φως και τα χρώματα γύρω μου ξέβαψαν από τη μνήμη μου ό,τι ενοχλητικό και ψεύτικο είχε αγκιστρωθεί εκεί. Και γουργούρισε η ψυχή μου από ευτυχία. Μια δυνατή γυναίκα μεγάλης ηλικίας και δυο τρεις άντρες χαμογελαστοί μάς κέρασαν τυρί και κατακόκκινες ντομάτες. Κανένας άλλος στο νησί! Μόνο αυτοί, οι Αθηναίοι φίλοι μας, ο αγαπημένος μου και εγώ. Τις επόμενες μέρες, που στήσαμε σκηνές κι αφού τρίψαμε τις πατούσες μας επί εκατοντάδες μέτρα στην άμμο, ξέχασα και εγώ κι οι άλλοι τα διαμερίσματα με τα κλιματιστικά, τις θορυβώδεις νύχτες χωρίς άστρα στην πόλη, τα γρήγορα φαγητά, τις περιττές κουβέντες και τα αχρείαστα συναισθήματα.
Εκεί αγναντέψαμε τον παράδεισο, με όλη μας την άνεση. Σου υπέβαλλε τη δύναμη της αλήθειας του ο τόπος. Σεβόσουν ακόμα και τη στιγμή που ζούσες εκεί, με τον ήλιο και τις σπασμένες πέτρες, τα κρινάκια της άμμου, τα βραχάκια με τα μυστικά τους, τα αλμυρά δέντρα, πού και πού καμιά ελιά αντάρτικα φυτρωμένη, τους δυο βοσκούς με τα σεμνά τους ζώα, τη θάλασσα να σ’ αγκαλιάζει για να μην τη φοβάσαι, τις γεύσεις που άλλαζαν και σε χόρταιναν με τη μία, ό,τι και να έτρωγες, και όλη αυτή τη μοναδική ομορφιά της ανέγγιχτης φύσης… Τη σεβόσουν σαν τον πρώτο σου έρωτα και ήξερες πως θα την αναζητάς. Σε κάθε επόμενο ταξίδι. Σε κάθε επόμενη ηλικία που θα τη διηγιόσουν στον εαυτό σου ή στους άλλους. Σαν προσδοκία που θες να εκπληρώσεις, κάποτε… Όχι για σένα. Για τους επόμενους.
Να γίνει πάλι έτσι ο τόπος, όλοι οι τόποι. Ανέγγιχτοι από τη βάναυση απληστία, που με τα χρόνια, στη θέση που ήταν σπασμένα κοχύλια καρφώθηκαν ξαπλώστρες, τα αλμυρά δέντρα παραμερίστηκαν και η σκιά αναζητήθηκε σε χρωματιστές ομπρέλες. Τα τραγουδιστά μουρμουρητά των ανθρώπων που κοίταζαν έκθαμβοι τ’ άστρα μεταμορφώθηκαν σε άγονη σιωπή.
Γιατί αφού φωτογραφηθείς με χαμόγελο θεού στο κινητό σου, τελειώνει η περιπέτεια. Τα είδες όλα και τα έκανες όλα… Ποσταρισμένες εκδρομές και θεαματικές περιπέτειες. Πιο viral, με τόσα λαμπρά φίλτρα και Photoshop που αφανίζουν ακαριαία ό,τι επισκιάζει το consent του ταξιδευτή. Ποιος δίνει άλλωστε σημασία σε ρόδινα σπασμένα κοχύλια στην άμμο ή στη μεθυστική ευωδιά από τα άσπρα κρινάκια της άμμου (αυτή δεν φωτογραφίζεται); Ποιος ερωτεύεται τους ήχους της νύχτας ή το σφιχτό ψωμί ή το αλμυρό δέρμα του συντρόφου του μέσα από ένα φιλί… Ποιος θα κάνει like σ’ αυτά; Αστεία πράγματα. Δεν υπάρχουν. Κι όμως υπάρχουν!