Ταξιδια

Ρόουντεν Μιλ: Ένα ταξίδι στον χρόνο

Η αναπαλαίωση ενός παλιού βαγονιού και η μετατροπή του σε κατάλυμα από τους Σεσίλια Τσάβες, Μπράντον και Πολ Κίρουαν

Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 995
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο σταθμός του Ρόουντεν Μιλ και η διαμονή σε βαγόνι της δεκαετίας του ’60. Μια πρόταση για έναν μοναδικό προορισμό

Εάν ονειρεύεστε να διανυκτερεύσετε σ’ ένα παλιό βαγόνι, εάν είστε φανατικός θαυμαστής των τρένων ή σας ενδιαφέρει η ιστορία των Βρετανικών Σιδηροδρόμων, αν νοσταλγείτε την αγγλική εξοχή του παρελθόντος, ή αν απλώς ψάχνετε έναν ειδυλλιακό προορισμό που να συνδυάζει ρομαντισμό, φύση και ησυχία, τότε το Ρόουντεν Μιλ είναι μια εξαιρετική επιλογή.

Σε μια ιδιωτική έκταση κοντά στα σύνορα Αγγλίας-Ουαλίας, κρυμμένος πίσω απ’ τα δέντρα στη βάση ενός λόφου και δίπλα σε μια παλιά πέτρινη γέφυρα, βρίσκεται ο θρυλικός παλιός σταθμός του Ρόουντεν Μιλ. Ο σταθμός εξυπηρετούσε τη γραμμή της Great Western Railway, που πρωτολειτούργησε το 1897 και ένωνε τις κωμοπόλεις Worcester, Bromyard και Leominster.

Τα πρώτα σχέδια για τη γραμμή εγκρίθηκαν το 1861, όταν, στην ακμή της Αυτοκρατορίας και της Βιομηχανικής Επανάστασης, οι Βρετανικοί Σιδηρόδρομοι γνώρισαν αλματώδη επέκταση. Κάθε γωνίτσα στη μέση του πουθενά απέκτησε σιδηρόδρομο, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη γραμμή, μήκους 45 χλμ., να μοιάζει, στον δαιδαλώδη χάρτη του τοπικού και εθνικού δικτύου, σαν ένα μικρό κλαράκι ενός υπεραιωνόβιου πλάτανου.

Η γραμμή αυτή ποτέ δεν απέκτησε χιλιάδες τακτικούς επιβάτες ή πυκνή ροή (τα πέντε δρομολόγια την ημέρα ήταν, για τα δεδομένα της Βρετανίας, ελάχιστα), άλλωστε διέσχιζε μια πολύ αραιοκατοικημένη, αγροτική περιοχή. Ουσιαστικά εξυπηρετούσε τη συγκομιδή του λυκίσκου, του φυτού από το οποίο φτιάχνεται η μπίρα, όπως και άλλες γεωργικές μεταφορές και εργασίες. Αυτό εξηγεί και την εγκατάλειψή της αργότερα.

Κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσμιων πολέμων, οι περιορισμοί στη χρήση του οδικού δικτύου δίνουν νέα πνοή ακόμη και σε μικρές περιφερειακές γραμμές όπως αυτή. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του ’40 οι Βρετανικοί Σιδηρόδρομοι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρό ανταγωνισμό από τα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα αλλά και από τα υπεραστικά λεωφορεία. Το κόστος συντήρησης ενός τόσο εκτεταμένου και δαιδαλώδους δικτύου είναι τεράστιο. Οι εταιρείες αρχίζουν να κάνουν δραστικές περικοπές στο προσωπικό και η κυβέρνηση δημοσιεύει ένα σχέδιο «εξορθολογισμού» (εξυγίανσης) του δικτύου με την κατάργηση πολλών γραμμών και σταθμών.

Η γραμμή Worcester - Bromyard - Leominster κλείνει τον Σεπτέμβριο του 1952 και μαζί της κλείνουν οι μικροί επαρχιακοί σταθμοί της, όπως το Ρόουντεν Μιλ. Το 1958, ένα από τα χιλιάδες σωματεία θαυμαστών των σιδηροδρόμων που υπάρχουν στη Βρετανία οργανώνει ένα τελευταίο δρομολόγιο για 250 μέλη του, τα οποία πληρώνουν κανονικά το εισιτήριο για το τελευταίο, κυριολεκτικά, τρένο. Αμέσως μετά αρχίζει η αποσυναρμολόγηση του δικτύου με το ξήλωμα των ραγών και του εξοπλισμού. Το Ρόουντεν Μιλ εγκαταλείπεται και μετατρέπεται σε σταθμό-φάντασμα για τα επόμενα 25 χρόνια.

Η ιστορία αλλάζει πορεία το 1984, όταν η οικογένεια Ουίλκινσον αγοράζει τον παλιό σταθμό κι αρχίζει την επιμελή συντήρηση και αναπαλαίωσή του.

Τα χρόνια που ακολουθούν, οι Ουίλκινσον χρησιμοποιούν παλιές φωτογραφίες και αρχεία για να αποκαταστήσουν τον σταθμό ακριβώς στη μορφή που είχε. Αναπαλαιώνουν το κυρίως κτίριο και το μικρό παράρτημα για τα δέματα. Ξαναστρώνουν ράγες, συντηρούν τις πλατφόρμες, αναστηλώνουν σηματοδότες και φανοστάτες, βρίσκουν αφίσες με τα δρομολόγια και άλλα κειμήλια εποχής, ψάχνουν σε όλη τη χώρα για να βρουν κόκκινο ταχυδρομικό κουτί της εποχής του Εδουάρδου Ζ' (όχι και το πιο εύκολο εγχείρημα) σαν εκείνο που υπήρχε στον σταθμό όταν αυτός λειτουργούσε. Στις αρχές του 2000, ο σταθμός του Ρόουντεν Μιλ ανοίγει περιοδικά για τους λάτρεις των τρένων – ένα χόμπι με το οποίο ασχολούνται χιλιάδες Βρετανοί.

Ο σταθμός Ρόουντεν Μιλ το 1997 © Wikimedia Commons

Την προσπάθεια των Ουίλκινσον αναλαμβάνει να συνεχίσει ένα ζευγάρι, η Σεσίλια Τσάβες - Μπράντον και ο Πολ Κίρουαν, οι οποίοι ψάχνουν για καιρό να αγοράσουν ένα μέρος κατάλληλο για να στήσουν μια μικρή επιχείρηση φιλοξενίας. Τον Ιούνιο του 2017 αγοράζουν το Ρόουντεν Μιλ και επί έναν χρόνο εργάζονται πυρετωδώς για να το μετατρέψουν σε (αρχικά δύο) αυτόνομα καταλύματα, με σεβασμό στην ιστορία, συνεχίζοντας την παράδοση των Ουίλκινσον, βρίσκοντας δημιουργικές λύσεις και διαλέγοντας και χρησιμοποιώντας μόνο αυθεντική διακόσμηση των σιδηροδρόμων, κάτι που απαιτεί τη δαπάνη σημαντικού προσωπικού κεφαλαίου και ενέργειας.

Πολ Κίρουαν και Σεσίλια Τσάβες

Το κυρίως κτίριο γίνεται ένα κατάλυμα για 4 άτομα, με το παλιό Γραφείο Κρατήσεων να μετατρέπεται σε κουζίνα και την Αίθουσα Αναμονής των Κυριών σε υπνοδωμάτιο με βικτωριανό τζάκι. Κάτω από το συντηρημένο υπόστεγο της πλατφόρμας, μια υπαίθρια τραπεζαρία χωράει άνετα 8 άτομα (άλλωστε τα καταλύματα είναι ιδανικά και για μεγαλύτερη παρέα). Το Γραφείο Δεμάτων μετατρέπεται στο δεύτερο κατάλυμα: ένα στούντιο για 2 άτομα, με κουζίνα, λουτρό, ξυλόσομπα, αλλά και home cinema με γιγαντοοθόνη, προτζέκτορα, ηχοσύστημα και συλλογή DVD με θέμα τους σιδηροδρόμους.

Στις αρχές του 2020, ο Πολ και η Σεσίλια αποκτούν ένα παλιό βαγόνι του 1962, το Saloon Coach DB 999508. Το βαγόνι αυτό το χρησιμοποιούσαν υπάλληλοι της GWR για να επιθεωρούν την κατάσταση του δικτύου. Για να αντιληφθεί κανείς την έκταση και το βάθος της πληροφορίας που υπάρχει για τα τρένα στη Βρετανία, αρκεί να επισκεφτεί την ιστοσελίδα departmentals.com, όπου trainspotters για χρόνια πόσταραν φωτογραφίες του συγκεκριμένου βαγονιού και την ακριβή τοποθεσία όπου το είχαν συναντήσει. Εκεί μπορεί κανείς να δει όλες τις μεταμορφώσεις και χρήσεις του κάθε βαγονιού.

Το εγχείρημα της μεταφοράς του βαγονιού στο Ρόουντεν (με ειδική νταλίκα) και της εγκατάστασής του στις ράγες του σταθμού (που δεν συνδέονται με το υπόλοιπο δίκτυο) ήταν επικό, χρονοβόρο και ακριβό. Η αναπαλαίωση του βαγονιού και η μετατροπή του σε κατάλυμα γίνεται το πρότζεκτ του ζεύγους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

© Facebook / Rowden Mill Station

Τα δύο χρόνια που ακολουθούν, ο Πολ και η Σεσίλια συνδέουν το βαγόνι με το δίκτυο του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου, του νερού και της αποχέτευσης. Συντηρούν όλα τα αυθεντικά στοιχεία του: τις ξύλινες επενδύσεις, τα παράθυρα, τα χερούλια, τις λαβές, τις εσωτερικές συρόμενες πόρτες. Ψάχνουν σε όλη τη χώρα και βρίσκουν έπιπλα της δεκαετίας του ’50 και ’60 από την εταιρεία G-plan, που παρήγε τραπέζια και καρέκλες από ξύλο teak. Εγκαθιστούν στόρια, που, όταν είναι κατεβασμένα, μπλοκάρουν το φως και δημιουργούν έναν ιδιωτικό χώρο, ενώ όταν είναι ανοιχτά, παρέχουν θέα 360 μοιρών γύρω απ’ όλο το τρένο.

Μπαίνοντας στο βαγόνι, νιώθεις σαν να ταξιδεύεις στο 1962. Στη μία άκρη του βρίσκεται το άνετο σαλόνι, με καναπέδες, τραπεζάκια του καφέ και τραπεζαρία με καρέκλες. Δίπλα είναι η κουζίνα, που ως χώρος υπήρχε εκεί από την αρχή για να εξυπηρετεί τους επιθεωρητές του δικτύου. Παραδίπλα μια αποθήκη αποσκευών. Ακολουθεί το λουτρό, που θυμίζει κανονικό δωμάτιο ξενοδοχείου. Δίπλα ένα δωμάτιο με κουκέτα, στο οποίο μπορούν να κοιμηθούν άνετα δύο άτομα, και στο τέλος του υπέροχου ξύλινου διαδρόμου το μεγάλο δωμάτιο με διπλό κρεβάτι, κομοδίνα και ντουλάπες εποχής.

Ο Πολ και η Σεσίλια έχουν κερδίσει διάφορα βραβεία για τη δουλειά τους, μεταξύ των οποίων και το Βραβείο Εθνικής Σιδηροδρομικής Κληρονομιάς για την Αναστήλωση Κλειστής Γραμμής (ναι, υπάρχει τέτοιο βραβείο) τον Δεκέμβριο του 2023. Τώρα εργάζονται πυρετωδώς για το επόμενό τους πρότζεκτ, ένα τέταρτο κατάλυμα σε έναν μικρό συρμό πέδης (brake van) του 1947.

Στις δύο μέρες που περνάμε στο Ρόουντεν Μιλ το μόνο που ακούγεται είναι το κελάηδημα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η μεσαιωνική κατοικία Brockhampton Manor, που ανήκει στο National Trust και είναι ανοιχτή στο κοινό, ενώ διαθέτει κι ένα μεγάλο πάρκο ιδανικό για περπάτημα. Λίγο πιο κει, τα Bromyard Downs και ένα δίκτυο από αμέτρητα ρυάκια.

Ίσως το πιο εντυπωσιακό σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι, αν και όλο αυτό που έχουν φτιάξει η Σεσίλια με τον Πολ είναι πολύ ιδιαίτερο, η περίπτωση του Ρόουντεν Μιλ και της γραμμής Worcester - Bromyard - Leominster είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα συντήρησης, αναστήλωσης, αναπαλαίωσης και εκμετάλλευσης παλιών σιδηροδρομικών σταθμών, γραμμών και βαγονιών. Εννοείται ότι όλα αυτά, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων συντήρησης και εκμετάλλευσης κτιρίων, τοποσήμων και μνημείων, οφείλονται στην ιδιωτική πρωτοβουλία οικογενειών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων, μη κερδοσκοπικών οργανισμών (όπως το National Trust) και κυρίως των τοπικών κοινωνιών, που δραστηριοποιούνται, πιέζουν, ενημερώνουν, μαζεύουν χρήματα και λαμβάνουν πρωτοβουλίες.

Μπορεί το βρετανικό μοντέλο, που βασίζεται είτε στην ήπια εμπορική εκμετάλλευση είτε στις συνδρομές μελών είτε στους εράνους, να μην είναι επισήμως δημόσιο και δωρεάν, είναι ωστόσο προσβάσιμο στους περισσότερους και έχει επιτρέψει τη συντήρηση ενός τεράστιου εθνικού πλούτου. Βασίζεται όμως και στην πρωτοβουλία του εκάστοτε επισκέπτη και στην προθυμία του να υποστηρίξει εμπράκτως τέτοιες προσπάθειες.