Ταξιδια

Η Λέσβος του Σταύρου Τσακυράκη

Γοητευμένες πάντως από την ομορφιά της Μήθυμνας υπήρξαν αναρίθμητες προσωπικότητες παγκοσμίου φήμης.

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 622
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Λέσβος: Ο Σταύρος Τσακυράκης γράφει για το αγαπημένο του νησί στην Athens Voice

Όλα τα καλοκαίρια της ζωής μου τα πέρασα στη Μήθυμνα (Μόλυβο). Γεννημένος εκεί, δεν εκτιμούσα αρκετά το κάλλος του χωριού, την απαράμιλλη αρχιτεκτονική με τα πολύχρωμα παραδοσιακά σπίτια. Τα λιθόστρωτα σοκάκια που τα σκεπάζουν πασχαλιές. Το ενετικό κάστρο, το γραφικό λιμανάκι, τις ακρογιαλιές με τα βότσαλα. Θεωρούσα ότι είναι φυσικό να ζεις και να μεγαλώνεις σε έναν ευλογημένο τόπο.

Γοητευμένες πάντως από την ομορφιά της Μήθυμνας υπήρξαν αναρίθμητες προσωπικότητες παγκοσμίου φήμης. Ενδεικτικά αναφέρω τους Αλμπέρ Καμύ, Ανρί Λεφέβρ, Ίνγκμαρ Μπέργμαν, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Κλιντ Ίστγουντ, Πήτερ Μπρουκ, Έμα Τόμσον, Όσκαρ Κοκόσκα, Έριχ Ζίμερ, Φρεντ Κουτ, Μάργαρετ Πάουλσεν και πολλοί άλλοι. Γοητευμένοι υπήρξαν όλοι (κυριολεκτικά όλοι) οι σπουδαίοι μεταπολεμικοί Έλληνες ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες, όλοι οι ηθοποιοί του νεοελληνικού κινηματογράφου και πολλοί συγγραφείς και ποιητές.

Για μένα ιδιαίτερη σημασία είχαν οι παρέες με πρώτους τους συμμαθητές του Δημοτικού, αργότερα τους Αθηναίους του Λυκείου και μετά τους πολιτικούς συνοδοιπόρους. Το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό, τόσο ανοιχτό που, όταν το καλοκαίρι του ’73 ήρθαν να με συλλάβουν, 15 αστυνομικοί μπήκαν από την ανοιχτή πόρτα, ανέβηκαν τη σκάλα και εισέβαλαν στην τραπεζαρία όπου ήμασταν με φίλους. Η μάνα μου πετούσε από το παράθυρο «ύποπτα» έγγραφα και βιβλία και οι γείτονες έλεγαν «σας έπεσαν κάτι πράγματα, θα σας τα φέρουμε πάνω», ενώ εκείνη τους έγνεφε «όχι» με απελπισία.

Η πολιτική παρέα με τις ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις συνεχίστηκε και μετά την πτώση της χούντας. Οι Σταύρος Ιωαννίδης (ο αγαπημένος φίλος που δεν υπάρχει πια), Γιώργος Τσεμπελής, Σωτήρης Βαλντέν, Θανάσης Γεωργακόπουλος με τις συντρόφους τους ήταν τα πιο τακτικά μέλη της συντροφιάς, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες διευρύνθηκε με τον Σήφη Πολυμίλη και τον Πάσχο Μανδραβέλη. Σε όλες αυτές τις παρέες ο αδερφός μου, Κλεάνθης Τσακυράκης, η γυναίκα του, Ελένη Ζησοπούλου, και φυσικά η σύζυγός μου, Πόπη Ρουσομάνη, ήταν τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα. 

Δεν ήμασταν όμως τόσο ξενέρωτοι δίπλα στη θάλασσα με τα ούζα. Τα μεσημέρια ακουγόταν βροντερή η φωνή του Προέδρου (ένας είναι ο Πρόεδρος στην Ελλάδα) «ρε μαλάκα...». Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο ουζερί της Σούλας με σταθερό μενού τα ξερά κουκιά και τον παστό κολιό, με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο (πάντοτε βρίζοντας) έβαζε στη θέση του όποιον τολμούσε να διαφωνήσει μαζί του. Εμένα με έψεγε για το «βρώμικο ’89» και τις ειρωνείες μου για την πολιτική διαδρομή του Μανώλη Γλέζου και του Μίκη Θεοδωράκη. Το βράδυ μετακομίζαμε στο λιμάνι, στην ψαροταβέρνα του παιδικού φίλου Δημήτριου Βαμβούκου, ο οποίος φρόντιζε να μας δίνει πάντα φρέσκα ψάρια. Όταν ο Πρόεδρος τον πείραζε λέγοντας ότι τα ψάρια του είχαν γενέθλια, ο Δημήτρης τον απειλούσε ότι θα τον «ψακώσει» (δηλητηριάσει) χωρίς να το πάρει χαμπάρι.  

Τα καλοκαίρια έρχεται στο σπίτι του στη Μήθυμνα ο Τίτος Πατρίκιος, ο οποίος με τιμά με τη φιλία του. Δεν έχουμε διαφωνήσει ποτέ πολιτικά, υπήρχε πάντοτε κοινότητα αξιών και θέσεων. Ο Τίτος έχει φοβερό χιούμορ και, όταν διηγείται κάτι, κρέμεσαι από τα χείλη του (έτσι δεν είναι, Φωτεινή;). Εκτός όμως από την πλάκα και τα αστεία, είχαμε και σοβαρές στιγμές. Όπως εκείνη που στο παραδοσιακό πια καλοκαιρινό δείπνο στο σπίτι της Ραλλούς και του Γιάννη μάς διάβασε πριν από τη δημοσίευσή του το ποίημά του «Σε βρίσκει η ποίηση», ενώ όλοι τον ακούγαμε με κατάνυξη. Από τις πολλές ιστορίες που μου έχει διηγηθεί ξεχωρίζω αυτό που του είχε πει η μάνα του: «Όταν γύρισες από τη Μακρόνησο ήσουν ανυπόφορος. Επειδή δεν υπέγραψες δήλωση, συμπεριφερόσουν σαν όλος ο κόσμος να είναι δικός σου».

Ελπίζω να μην έγινα κουραστικός εξιστορώντας πράγματα που έχουν αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Καλό καλοκαίρι σε όλους και ιδιαίτερα σε όσους περάσουν από τη Μήθυμνα.

Σταύρος Τσακυράκης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών