Ταξιδια

Πήλιο

Του Βασίλη Καλλίδη*

A.V. Team
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από μικρό παιδί, το Πήλιο, χωρίς να ξέρω το γιατί, με τραβούσε σαν μαγνήτης. Τίποτα δεν στήνεται στην τύχη, άλλα παιδάκια χαίρονταν με μπάλες και διαστημικά λεωφορεία και μένα το μέρος αυτό ήταν πάντα η προσωπική μου Disneyland. Χρόνια πολλά μετά, έρωτες, φίλοι, άνθρωποι σημαντικοί που πέρασαν από τη ζωή μου μέχρι τώρα, κατά μία διαβολική σύμπτωση έχουν σχέση με το βουνό αυτό. Μετά την πρώτη φυγή της εφηβείας με αντίσκηνα στα SOS νησιά, με σουβλάκια και μπίρες στα παγκάκια, είμαι πλέον σίγουρος πως το Πήλιο είναι το μέρος που η ψυχή μου ηρεμεί. Και το μυαλό ξεφεύγει.

Τα παιδικά καλοκαίρια δεν ξεχνώ την κόκκινη σημαία στον Αϊ-Γιάννη, που μας απαγόρευε να ορμήσουμε μέσα στα κύματα, σκασμένοι από το τρίωρο ταξίδι στο πίσω κάθισμα του κεραμιδί λαμέ Toyota. Θυμάμαι την πράσινη σίτα για τα κουνούπια, τους ξερούς αστερίες καρφωμένους στον τοίχο, τη μυρωδιά απ’ το «φιδάκι», τα τραγανά κεφαλάκια από τα τηγανητά καλαμάρια στις ταβέρνες, την περατζάδα πάνω-κάτω και την «Τρελή Πατούσα» να λιώνει και να λερώνει με φραουλένια σιρόπια το αστραφτερό μου μακό.

Μετά από 20 χρόνια, οι διακοπές τις ενηλικίωσης ορίζονται διαφορετικά. Αγχωμένοι στην εθνική οδό με το φρέντο στο ένα χέρι και το iphone μπηγμένο στ’ αυτί, τρέχουμε να φτάσουμε στον Βόλο. Το βράδυ περνά με τσίπουρα, φωνές και γυαλιστερές που κόβουν βόλτες μέσα στο πιάτο, σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν πρώτη μέρα πενταήμερης. Πρώτος καφές της ημέρας και τυρόψωμο στη βεράντα του Γιώργου, στις Μηλιές, κάτω από το αυστηρό βλέμμα της μαρμάρινης προτομής ενός συχωρεμένου δημάρχου των Μηλεών γεμάτης βρύα, και έπειτα, σαν σε τρενάκι του λούνα παρκ, αρχίζει η κάθοδος στο πίσω μέρος του βουνού με το «Aκριβό μου διθέσιο» στη διαπασών. Πόδια μέσα στα κρύα νερά και με τη μυρωδιά από τα μούσκλια να θες να την κλείσεις στο άδειο κουτί του νες-καφέ, να το ανοίξεις στην Αθήνα. Βουτιές απ’ το μεγάλο βράχο στα Ποτιστικά και καταπράσινα φλούο ζουζουνί μοχίτο, κλεμμένα άγουρα μήλα στο πορτ-μπαγκάζ, τσιτσίδι στη μυστική μας παραλία, πίσω από το Χορευτό, να τρώμε φαλάφελ με μπόλικο ταχίνι από την αυτοσχέδια καντίνα, επικίνδυνες καταβάσεις στην «α λα Ντι Κάπριο» Φακίστρα με τα πράσινα νερά και η Ελένη να μου μιλά για μαροκάνικες νύχτες με σύννεφα καπνού και ζεστά τσάγια δυόσμου, βγάζοντας πεταλίδες με τη σακούλα του σούπερ μάρκετ και το σουγιά στο χέρι. Το βράδυ στην αυλή, με ζακέτα ζεστή σαν δεύτερο πετσί, γόπες τραγανές, βραστά κολοκύθια μέλι και μια φίλη καλή στο όγδοο κρασί να λέει «η ζωή είναι ωραία».

Πίσω στην Αθήνα, χαζεύοντας φωτογραφίες στον υπολογιστή για να ανεβάσω το προσωπικό μου best off στο Facebook, ένα βράδυ χωρίς ύπνο, προσπερνάω τη Νάξο, την Κίμωλο, την Ανάφη, το Παρίσι, την Τοσκάνη, την Τεχεράνη, τις απόκριες που ντυθήκαμε μπαλαρίνες, το Κάιρο, την Πρωτοχρονιά για σκι στο Μπάνσκο, και ψάχνω να βρω το «φάκελο» με τις τελευταίες φωτογραφίες του καλοκαιριού. Αυτές που το πράσινο περισσεύει, που δεν χορταίνω να κοιτώ και να προσπαθώ να τις μυρίσω. Τότε που είδαμε την αλεπού με τα μικρά της να περνάνε το δρόμο στο Πουρί, τότε που σκάσαμε από τα σύκα, που ζαλίστηκα από τις στροφές ή τότε που με μάλωσε η μαμά μου που λερώθηκα με την «Τρελή Πατούσα»;

*Ο Βασίλης Καλλίδης είναι σεφ, ιδιοκτήτης του εστιατορίου Άνετον και παρουσιάζει την εκπομπή στο MEGA «Food and the city»