Πολεις

Θερμαϊκός καλέι J.D.S.

Η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΤ1 την προηγούμενη εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στον πιανίστα-πειραματιστή Σάκη Παπαδημητρίου.

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 288
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΤ1 την προηγούμενη εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στον πιανίστα-πειραματιστή Σάκη Παπαδημητρίου.  Μια ασημένια αλυσίδα ακουμπισμένη σε κοινή θέα πάνω στις χορδές του γυμνού του πιάνου παρήγαγε ήχο ολόιδιο με αυτόν που συνοδεύει τα τύμπανα των Κodo. Ένα μανταλάκι τοποθετημένο στην άλλη πλευρά έκανε τον ήχο της ταλάντωσης να προσομοιάζει με τις πρώτες δουλειές του Aphex Twin. Ασπρόμαυρο υλικό αρχείου από το 1986 πιστοποίησε τρανά το μεγαλείο του ηχητικού σύμπαντος του Παπαδημητρίου, μείξη space opera, τζαζ και Μπέλα Μπάρτοκ.

Ένα μήνυμα στο κινητό μου από καλωδιωμένο φίλο, που εδώ και δύο εβδομάδες περιφέρεται μαγεμένος γύρω από το iPhone του, όπως παλαιότερα οι Ινδιάνοι γύρω από τη φωτιά, με πληροφόρησε για το θάνατο του Τζέι Ντι Σάλιντζερ. Τι σύμπτωση, σκέφτηκα, ο καιρός είναι τσουχτερός και ξυλιασμένος, χιονιάρης και παγωτός, όπως τη μέρα που ο Χόλντεν Κόλφιλντ, του «Φύλακα στη σίκαλη», διάλεξε να φύγει από το σχολείο του και να περιπλανηθεί στη χώρα της πνευμονίας και των αλλόκοτων ενήλικων ανθρώπων και κτιρίων με την ανεξήγητη συμπεριφορά. Πόσα παιδιά που φοιτούν στο κολέγιο Ανατόλια άραγε έχουν διαβάσει τον «Φύλακα» και προετοιμάζουν τέτοια φυγή; Και πόσοι από τους ηλεκτρονικούς djs της Θεσσαλονίκης ξέρουν και μπορούν να εντάξουν δεξιοτεχνικά στα σετ τους ήχους του Σάκη Παπαδημητρίου; Πόσα αγόρια θα βρουν στη βιβλιοθήκη του πατέρα τους ένα αντίτυπο της «Σίκαλης», εκδόσεις Επίκουρος, αγορασμένο από το «Κατώι του βιβλίου», αρχές δεκαετίας ’80;

Βγάζω από το κεφάλι μου το memory stick και παρότι η μουσική βγαίνει από τηλεοπτικό δέκτη απολαμβάνω το τζαμάρισμα του Παπαδημητρίου με έναν ντράμερ, που, ας με συγχωρέσει, δεν συγκράτησα το όνομά του, στη μελωδία του «Ένα νερό κυρα-Βαγγελιώ», σε αχαλίνωτο free jazz κρεσέντο. Πίνουμε κονιάκ και μασουλάμε Μανχάταν! Δαμάσκηνα δηλαδή πνιγμένα σε σκόνη κακάο, τελευταία μας ανακάλυψη από το ζαχαροπλαστείο «Κωνσταντινίδης». Μερικές νύχτες πριν, αντί με κονιάκ τα τσακίζαμε με μαυροδάφνη, που τους πάει καλύτερα, γιατί πίκριζε λίγο τη γλύκα τους, κάνοντάς μας να μουγκανίζουμε ευδαιμονικά από το θεσπέσιο της γεύσης τους. Αυτός ο βαρύς σαλονικιώτικος χειμώνας, που δεν λέει να ξεκουμπιστεί με τίποτα από τα κόκαλά μας, μόνο έτσι περνάει: φαγητό, ποτό, μουσική, διάβασμα και επίλεκτα ξεπορτίσματα.

«Ξαφνικά όμως άλλαξα σχέδιο. Αποφάσισα τι θα έκανα στ’ αλήθεια»

Η τεράστια ντισκομπάλα περιβεβλημένη με ακάνθινο πλέγμα είναι τοποθετημένη ψηλά, όπως οι πολυέλαιοι στους καθεδρικούς ναούς. Το νέο “Elvis” στήθηκε πάνω στη μεσσιανική αντίληψη περί τέκνο, απαρχή μιας νέας θρησκείας, μιας νέας εποχής. Η ασπρόμαυρη εντροπία των εικόνων του videowall, υπογεγραμμένων από το multi-visual καλλιτέχνη Best Before, η vector επεξεργασία εμβληματικών εικόνων του Βορρά από το καλλιτεχνικό ντουέτο Kalos & Klio, το φλάιερ-σλόγκαν No Border, No Boredom, χτυπημένο σε διάφανο ποστάλ με την υπογραφή της εταιρείας οπτικής επικοινωνίας AlterVision, και ο ξύλινος τοίχος φτιαγμένος αισθητικά και κατασκευαστικά ώστε να προσομοιάζει με εγκατάσταση σάουνας συνθέτουν ένα σκηνικό που το μάτι σου το πιάνει φέτες φέτες, αρκεί να στροβιλίζεις το βλέμμα σου σαν αναβάτης σε αλογάκι καρουζέλ.

Στο πρώτο επίπεδο ο παροξυσμός της πόλης για το “Elvis” έχει να κάνει με την πραγματική ανάγκη κάποιων παιδιών να ακούσουν τον ήχο του και να ζήσουν μαζί του. Στο δεύτερο επίπεδο ο χώρος αναδεικνύει δημιουργικούς και αχαλίνωτους ανθρώπους, κομμάτι μιας πόλης που όσο κι αν δεν είναι και στα καλύτερά της, έχουν στήσει δικές τους νόρμες τέχνης, γκρουβ και επικοινωνίας. Επιστρέφω στη γιγάντια ντισκομπάλα, παρόμοια με εκείνη του «Φύλακα της σίκαλης», στο ballroom που ο Χόλντεν Κόλφιλντ ζήτησε για χορό ένα παλιοκόριτσο, που λίγο αργότερα σε ένα ξενοδοχείο του έφαγε τα φράγκα. Μια ανάσα από δω είναι το “Hotel Atlas”, το σκηνικό είναι ολόιδιο, απλώς στο “Elvis” τα παιδιά δεν χορεύουν με big bands αλλά με Lindstrom & Thomas.

« Έτσι και το κάνεις, όλοι αρχίζουν να σου λείπουν»

Μετά Σάββατο και σούπερ-μάρκετ “Carrefour” στο εμπορικό κέντρο «Μακεδονία». Τεράστιο, φωτισμένο όπως οι σάλες των καζίνων του Λας Βέγκας, αντί για ρουλέτες και μπίλιες ράφια και προσφορές, πλήθος που σαν υπνωτισμένο ξεψαχνίζει τιμές και προϊόντα, δοκιμάζει πουπουλένια γυαλιστερά μπουφάν ή γραβιέρες από τις πιατέλες-δείγμα. Ταμίες που περνούν από το σκάνερ τσάντες για λάπτοπ και απορρυπαντικά, το μπιπ-μπιπ του σαρωτή το ακούω σαν ήχο από το “Gattaca”, τεράστιο πάρκινγκ, στόλοι οικογενειακών αυτοκινήτων, αποσπάσματα από τη ζωή στη suburbia, εφόσον το εμπορικό κέντρο «Μακεδονία» για τις εκατοντάδες χιλιάδων που κατοικούν σε Φοίνικα, Πυλαία, Καλαμαριά, Μίκρα και Τούμπα είναι κάτι σαν το post-modern μπακάλικο της γειτονιάς τους.

Θα μπορούσε ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου να παράξει ήχο στο πιάνο του από μεταλλικά κουτάκια τοματοπολτού Κύκνος, ακουμπισμένα στις χορδές του; Θα έβρισκε καπέλο με βέλο ο Χόλντεν Κόλφιλντ; Κι αν την playlist του Carrefour την επιμελούνταν ο PiCi του “Elvis”, με τι ήχους θα τη φόρτωνε; Και τα παιδιά; Τα fit παιδιά που προσέχουν τη διατροφή τους και φορτώνουν το καρότσι τους με φέτες τοστ σικάλεως, θα διακτινιστούν μετά στο χώρο του βιβλιοπωλείου-Carrefour για να αναζητήσουν ένα αντίτυπο του Σάλιντζερ; «Έφυγες» κι αυτή η ανταπόκριση ήταν όλη για πάρτη σου, Τζέι Ντι.

Elvis Bar, Βαλαωρίτου 31, Θεσσαλονίκη

stefanostsitsopoulos@yahoo.gr