Περιβαλλον

Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής: Πόσο κοστίζει στον πλανήτη αυτό που τρώμε;

Η Σοφία Αξωνίδη του WWF Ελλάς εξηγεί γιατί η βιώσιμη διατροφή ξεκινά από το καθημερινό μας τραπέζι

Λουκάς Βελιδάκης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πρωτεΐνη, κόκκινο κρέας, σπατάλη τροφίμων και οι αλλαγές που μπορούμε να κάνουμε χωρίς στερήσεις

Ξέρουμε πόσο κοστίζει το φαγητό μας, δεν ξέρουμε όμως πόσο κοστίζει στον πλανήτη. Κάθε 16 Οκτωβρίου, στην επέτειο της ίδρυσης του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) το 1945, η Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής υπενθυμίζει ότι δεν αφορά μόνο την υγεία ή την πείνα - είναι και υπόθεση κλίματος.

Τα αγροδιατροφικά συστήματα ευθύνονται για περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Μιλάμε για αυτοκίνητα, για αεροπλάνα, για εργοστάσια, αλλά σχεδόν ποτέ για το τι τρώμε, τι πετάμε κι από πού έρχεται.

Στην Ελλάδα, πατρίδα της μεσογειακής διατροφής, έχουμε απομακρυνθεί από το τραπέζι των γονιών και των παππούδων μας.

Η Σοφία Αξωνίδη, που εργάζεται στις δράσεις κινητοποίησης του WWF Ελλάς και έχει ασχοληθεί με προγράμματα της οργάνωσης για τη διατροφή, εξηγεί στην ATHENS VOICE πού βρίσκεται το πρόβλημα και τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας.

Η Σοφία Αξωνίδη, από τις δράσεις κινητοποίησης του WWF Ελλάς, μιλά στην ATHENS VOICE για το περιβαλλοντικό κόστος της διατροφής μας και τις αλλαγές που μπορούμε να κάνουμε στην καθημερινότητά μας

Από τη μεσογειακή ισορροπία στο γρήγορο φαγητό

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη βιώσιμη διατροφή βρίσκεται στις δικές μας διατροφικές προσδοκίες. «Έχουμε στραφεί σε ένα μοντέλο με ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις, εγκαταλείποντας σταδιακά την ισορροπία που χαρακτήριζε την παραδοσιακή ελληνική διατροφή. Μια διατροφή στην οποία τρώγαμε από όλα, αλλά σε λογικές ποσότητες και με συγκεκριμένη συχνότητα, δίνοντας σημαντική θέση στα όσπρια και στα λαχανικά».

Πώς φτάσαμε να τρώμε διαφορετικά από τους παππούδες μας; Η απάντηση, λέει, βρίσκεται στις επιρροές που δεχόμαστε. «Έχουμε μεγαλύτερη πρόσβαση σε διαφορετικά τρόφιμα και στο γρήγορο φαγητό, ενώ οι ρυθμοί της καθημερινότητας δεν επιτρέπουν πάντοτε το μαγείρεμα στο σπίτι. Έτσι, καταφεύγουμε συχνότερα σε έτοιμες λύσεις και περισσότερο επεξεργασμένα τρόφιμα».

Υπάρχει και μια κοινωνική διάσταση: η μεγαλύτερη κατανάλωση κρέατος εξακολουθεί πολλές φορές να θεωρείται ένδειξη ευημερίας, σε αντίθεση με τα όσπρια και τα λαχανικά.

Και μετά είναι οι μόδες της εποχής, όπως η πρωτεΐνη. Ο οργανισμός τη χρειάζεται, αλλά η ίδια θεωρεί ότι η τάση έχει ξεπεράσει τα όρια. Μιλά ενδεικτικά για περίπου 50 γραμμάρια ημερησίως, την ώρα που η πρωτεΐνη προβάλλεται πλέον ως βασικό χαρακτηριστικό κάθε λογής προϊόντων. «Είναι καλό. Απλά έχει περάσει λίγο το όριο», απαντά όταν τη ρωτώ αν αυτή η τάση είναι τελικά θετική.

Η πρωτεΐνη, όμως, δεν χρειάζεται να προέρχεται μόνο από το κρέας. Η ίδια προτείνει συνδυασμούς φυτικών τροφών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις φακές με το ρύζι.

Γιατί δεν βλέπουμε το πιάτο μας

Αν η διατροφή επιβαρύνει τόσο το κλίμα, γιατί δεν τη συζητάμε όσο τις μεταφορές; Η Αξωνίδη εξηγεί ότι δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της τροφής, επειδή αυτό δεν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο τομέα. 

Πρώτα είναι η παραγωγή και η αποψίλωση των δασών, που μετατρέπονται σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή βοσκοτόπια. Ένα μέρος των καλλιεργειών προορίζεται για ζωοτροφές. Ακολουθούν οι μεταφορές και τα ενδιάμεσα στάδια παραγωγής και επεξεργασίας. Για να εξηγήσει τη διαφορά, χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός μήλου, που κόβεται από το δέντρο και μεταφέρεται, σε αντίθεση με τα ζωικά προϊόντα, για τα οποία απαιτούνται επιπλέον στάδια. Και στο τέλος βρίσκεται η σπατάλη τροφίμων, ένα πρόβλημα του οποίου «δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το πραγματικό βάρος για τον πλανήτη».

Η σύσταση για περιορισμό του κόκκινου κρέατος σε μία ή δύο φορές την εβδομάδα δεν είναι λεπτομέρεια. Η διαφορά μπορεί να είναι μεγάλη, εξηγεί, επειδή τα ζώα χρειάζονται σημαντικές ποσότητες τροφής, άρα περισσότερες καλλιέργειες και φυσικούς πόρους. Για να τραφούν τα ζώα χρειάζονται καλλιέργειες. Και για τις καλλιέργειες χάνονται δάση. «Η μεγάλη ζήτηση για κόκκινο κρέας επηρεάζει και τις συνθήκες διαβίωσής τους».

Ποιος ευθύνεται περισσότερο, οι προσωπικές μας επιλογές ή η βιομηχανία τροφίμων; Όπως λέει, πρόκειται για μια αλληλένδετη σχέση. Όσο αγοράζουμε επεξεργασμένα τρόφιμα, τόσο περισσότερα βγάζει η βιομηχανία στην αγορά.

© WWF

Η ντομάτα του καλοκαιριού

Είναι το ελληνικό προϊόν πιο φιλικό προς το περιβάλλον από το εισαγόμενο; Επισημαίνει ότι τα προϊόντα που παράγονται σε μια χώρα μπορούν να φτάσουν ευκολότερα και πιο φρέσκα στους καταναλωτές της.

«Η απόσταση και ο τρόπος μεταφοράς επηρεάζουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, με τις αεροπορικές μεταφορές να είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές». Χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ντομάτας που καλλιεργείται σε χώρες όπου το κλίμα δεν ευνοεί την παραγωγή της. 

Σε αυτές τις περιπτώσεις αλλάζει ολόκληρη η διαδικασία καλλιέργειας και, μαζί της, οι απαιτήσεις σε πόρους. «Το δικό μας μήνυμα είναι ότι προτιμούμε πράγματα που είναι στην εποχή τους και από τη χώρα μας».

Το WWF προτείνει δύο απλά πράγματα: τοπικά προϊόντα και τρόφιμα στην εποχή τους. Αναφέρει τα αγγούρια και τις ντομάτες που καταναλώνουμε το καλοκαίρι, όταν η υψηλή περιεκτικότητά τους σε νερό συνδέεται και με τις ανάγκες ενυδάτωσης του οργανισμού.

Πράσινες υποσχέσεις στη συσκευασία

Πόσο αξιόπιστες είναι οι περιβαλλοντικές υποσχέσεις που βλέπουμε στις συσκευασίες των προϊόντων; Και πώς μπορεί ένας καταναλωτής να ξεχωρίσει την πραγματική βιωσιμότητα από το πράσινο μάρκετινγκ;

Η Αξωνίδη θεωρεί ότι οι καταναλωτές δεν είναι πάντοτε επαρκώς ενημερωμένοι, ενώ στην αγορά εμφανίζονται περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί χωρίς την απαραίτητη πιστοποίηση. Για να φέρει ένα προϊόν ένα συγκεκριμένο σήμα, εξηγεί, πρέπει να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία. «Δεν μπορεί οποιοσδήποτε να χρησιμοποιεί μια πιστοποίηση χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις της».

Τι πρέπει να αλλάξει; «Η εφαρμογή της νομοθεσίας και η εκπαίδευση των καταναλωτών», ώστε να μπορούν να κατανοούν καλύτερα τις πληροφορίες που βρίσκουν στις συσκευασίες. Το WWF διαθέτει πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που απευθύνεται και στις μικρές ηλικίες, για να μάθουν τα παιδιά από μικρά τι τρώνε.

Για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία μιλά με προσοχή. «Είναι πολύ σύνθετο ζήτημα», επισημαίνει, εξηγώντας ότι οι συνθήκες παραγωγής είναι δύσκολες και ότι η οργάνωση βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία ανάπτυξης της σχετικής δουλειάς της.

Η στήριξη των παραγωγών και το νομοθετικό πλαίσιο έχουν ιδιαίτερη σημασία. Χρειάζονται κίνητρα, για παράδειγμα για τις βιολογικές καλλιέργειες, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, δεν αποδίδουν την ίδια ποσότητα με τις συμβατικές, αλλά προσφέρουν καλύτερη ποιότητα.

Γιατί η διατροφή απουσιάζει από τη συζήτηση

Παρότι η σχέση της διατροφής με την κλιματική κρίση και τη βιοποικιλότητα έχει τεκμηριωθεί, η βιώσιμη διατροφή δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής. Γιατί; Η Σοφία Αξωνίδη θεωρεί ότι δεν έχουμε συνειδητοποιήσει επαρκώς τη σημασία του ζητήματος. «Είναι ευκολότερο να αναζητούμε την ευθύνη κάπου μακριά μας παρά να εξετάζουμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε στις καθημερινές μας συνήθειες».

Στο εξωτερικό η διατροφή συνδέεται εντονότερα με το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα. Στην Ελλάδα χρειάζεται ακόμη δουλειά. «Είναι όλο το σύστημα μέσα», τονίζει.

Βλέπει πάντως και θετικά βήματα, όπως οι αλλαγές που άρχισαν φέτος να γίνονται πιο αισθητές στο σχολικό περιβάλλον, με περιορισμό των επεξεργασμένων τροφίμων και της πρόσθετης ζάχαρης.

Επιπλέον, η ακρίβεια επηρεάζει και τη σπατάλη τροφίμων. Εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μεγαλύτερη αφθονία, σήμερα αρκετοί καταναλωτές σκέφτονται περισσότερο τις ποσότητες που αγοράζουν κι όσα ενδέχεται να πετάξουν. Η ίδια στέκεται και στη σημασία των καφέ κάδων, ώστε τα οργανικά απόβλητα να συλλέγονται χωριστά και να μετατρέπονται σε κομπόστ.

© WWF

Τρία βήματα

Το φαγητό δεν είναι μόνο θρέψη. Συνδέεται με την απόλαυση, τους φίλους, την οικογένεια και την κοινωνική μας ζωή. «Γι' αυτό και οι αλλαγές στη διατροφή δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν μια απλή λίστα απαγορεύσεων».

Στο πρόγραμμα Eat for Change του WWF, εξηγεί, «η προσέγγιση βασιζόταν σε αλλαγές που μπορούν πραγματικά να εφαρμοστούν. Δεν μπορείς να ζητήσεις από όλους να γίνουν ξαφνικά χορτοφάγοι ή να εγκαταλείψουν από τη μια μέρα στην άλλη όσα έχουν συνηθίσει να τρώνε». Οι αλλαγές πρέπει να γίνονται σταδιακά.

Το πρώτο είναι να αυξήσουμε τις φυτικές τροφές στο πιάτο μας και να προσέχουμε τις ποσότητες. Περισσότερα λαχανικά, φρούτα και όσπρια, χωρίς να θεωρούμε ότι πρέπει απαραίτητα να αποκλείσουμε το κρέας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στα ψάρια, καθώς οι καταναλωτικές μας επιλογές συνδέονται με την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. 

Ρωτώ αν, τελικά, το ζητούμενο είναι να επιστρέψουμε στη μεσογειακή διατροφή, να τρώμε περισσότερα φυτικά τρόφιμα, χωρίς όμως να καταργήσουμε το κρέας. «Ακόμη και στο σουβλάκι υπάρχουν διαφορετικά συστατικά, όπως η ντομάτα και οι πατάτες», εξηγεί. Σημασία έχουν η ποσότητα και η συνολική ισορροπία.

Το δεύτερο βήμα είναι ο περιορισμός της σπατάλης. Να αγοράζουμε με λίστα, ώστε να μη συγκεντρώνουμε τρόφιμα που δεν θα καταναλώσουμε και τελικά θα καταλήξουν στα σκουπίδια. 

Το τρίτο είναι να προτιμούμε τοπικά και εποχικά προϊόντα κι, όπου μπορούμε, να γνωρίζουμε τις συνθήκες παραγωγής τους. Ακόμη και τον ίδιο τον παραγωγό, τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργεί ή εκτρέφει τα ζώα του. «Εδώ στην Αθήνα είναι λίγο πιο δύσκολα», παρατηρεί.