Περιβαλλον

Ποιος πληρώνει το τίμημα της χημικής βιομηχανίας;

Η ΕΕ καλείται να στηρίξει τη χημική βιομηχανία χωρίς να αποδυναμώσει την προστασία για περιβάλλον, υγεία και κλίμα.

Βασιλική Γραμματικογιάννη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία: οι κίνδυνοι από τη χαλάρωση των κανόνων για επικίνδυνες ουσίες

Στην εποχή της κλιματικής κρίσης προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τα περιβαλλοντικά προβλήματα και τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία, χωρίς όμως να αγγίζουμε την πηγή του προβλήματος. Στην περίπτωση των χημικών που χρησιμοποιεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία, η ενεργειακή κρίση αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την αντίφαση: αναζητούμε τρόπους να περιορίσουμε τη ζημιά, αλλά αποφεύγουμε να αμφισβητήσουμε το παραγωγικό μοντέλο και τις πρακτικές που την προκαλούν. Σαν να προσπαθούμε να σβήσουμε τον καπνό χωρίς να αγγίξουμε τη φωτιά.

«Οι υψηλές τιμές ενέργειας, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός, οι ανεπαρκείς επενδύσεις, το χάσμα καινοτομίας και οι παρωχημένες υποδομές ασκούν πιέσεις στην ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ό,τι υποδηλώνει η ρητορική περί κλάδου που διέρχεται διαρθρωτική κρίση: οι ευρωπαϊκές χημικές εταιρείες παρέμειναν σε γενικές γραμμές κερδοφόρες κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, με περιθώρια κέρδους άνω του 10%, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι διανομές κερδών προς τους μετόχους και μειώθηκαν οι επανεπενδύσεις στην παραγωγή. Ο κλάδος διατήρησε επίσης τον χαρακτήρα του καθαρού εξαγωγέα, καθώς περίπου το 75% των χημικών ουσιών που καταναλώνονται στην ΕΕ παράγεται εντός αυτής. Ορισμένες ευρωπαϊκές μονάδες παραγωγής έχουν ιστορία που εκτείνεται σε έναν ή και δύο αιώνες. Το μέλλον τους δεν μπορεί να βασίζεται στη διατήρηση του παραγωγικού μοντέλου του παρελθόντος: η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει στον μετασχηματισμό τους σε ανταγωνιστικές, κλιματικά ουδέτερες και ασφαλέστερες βιομηχανικές υποδομές για το αύριο» αναφέρει το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (EEB).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να προστατεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία δημιούργησε τη Συμμαχία για τις Κρίσιμες Χημικές Ουσίες (Critical Chemicals Alliance) με στόχο τον εντοπισμό των χημικών ουσιών που χρησιμοποιεί ώστε να στηριχθούν οι επενδύσεις και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αφορούν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Ωστόσο όπως προειδοποιεί το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (EEB) «η διαδικασία ενέχει τον κίνδυνο να δώσει απάντηση σε λάθος ερώτημα: αντί να εξετάζει τι χρειάζεται η Ευρώπη για βασικές κοινωνικές λειτουργίες και πως να καλύψει αυτές τις ανάγκες με ασφαλή και βιώσιμο τρόπο, ξεκινά από τις υφιστάμενες βιομηχανικές εξαρτήσεις με κίνδυνο να τις μετατρέψει σε επιχείρημα υπέρ της συνέχισης τους». Υπάρχει ο κίνδυνος δηλαδή χαλάρωσης του νομοθετικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα χημικά.

Από τις «κρίσιμες» χημικές ουσίες στη χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου

«Από τη δημοσιοποιηθείσα λίστα των 49 χημικών ουσιών που προσδιορίστηκαν ως κρίσιμες από την CCA για την βιομηχανία της Ευρώπης, περισσότερες από τις μισές είναι πετροχημικά προϊόντα ή οργανικά ενδιάμεσα προϊόντα. Πάνω από τα τρία τέταρτα ταξινομούνται ως επικίνδυνες ουσίες βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα. Η συντριπτική πλειονότητα (σχεδόν το 90%) αφορά βιομηχανικές χημικές ουσίες που υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες της ΕΕ για το περιβάλλον, την υγεία και το κλίμα, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ (EU ETS). Ωστόσο, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ίδιας της CCA, όσο πιο εντατική σε ενέργεια ή άνθρακα είναι μια παραγωγική διαδικασία —ή όσο περισσότερο υπόκειται σε ρυθμίσεις— τόσο πιο ευάλωτη και, κατά συνέπεια, πιο «κρίσιμη» μπορεί να καταστεί.

Ως εκ τούτου, η λίστα περιλαμβάνει μια σειρά επικίνδυνων πετροχημικών ουσιών, όπως το βενζόλιο, το 1,3-βουταδιένιο, το τολουόλιο, το ξυλόλιο, η φαινόλη και το στυρένιο. Η λίστα περιλαμβάνει επίσης άλλες ιδιαίτερα προβληματικές χημικές ουσίες και υλικά που αποτελούν αντικείμενο συνεχιζόμενων προσπαθειών της ΕΕ για τον περιορισμό των κινδύνων και των χρήσεών τους, όπως το πλαστικό PVC (το οποίο περιλαμβάνεται στον Οδικό Χάρτη Περιορισμών της ΕΕ) τα PFAS, το PTFE (το φθοριοπολυμερές που κυκλοφορεί στο εμπόριο ως Teflon και χρησιμοποιείται στην κατασκευή τηγανιών), το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου περιορισμού των PFAS σε επίπεδο ΕΕ.

Για όλες τις χημικές ουσίες που προσδιορίστηκαν ως κρίσιμες και για τις εγκαταστάσεις παραγωγής τους, η CCA συνιστά τη χαλάρωση των απαιτήσεων αδειοδότησης για τις κρίσιμες εγκαταστάσεις, την περαιτέρω μείωση της έκθεσής τους στο κόστος του EU ETS μετά το 2038, καθώς και την εισαγωγή μεγαλύτερης «ευελιξίας» στην εφαρμογή των κανόνων για το περιβάλλον και τα χημικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της Οδηγίας για τις Βιομηχανικές Εκπομπές. Άλλα μέτρα περιλαμβάνουν την εμπορική προστασία και τη μαζική δημόσια χρηματοδότηση» αναφέρει το EEB.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα PFAS, τα αιώνια χημικά όπως είναι γνωστά, περιέχονται σε πολλά προϊόντα καθημερινής χρήσης διασπώνται πολύ δύσκολα στο περιβάλλον και μπορούν να μένουν στον ανθρώπινο οργανισμό για πολύ μεγάλο διάστημα. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη δίνουν μεγάλο αγώνα για την ενημέρωση του κόσμου και για την απαγόρευση τους. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί θα πρέπει οι ευρωπαίοι πολίτες με τους φόρους τους να χρηματοδοτούν τη συνέχιση μιας βιομηχανίας που τους σκοτώνει; «Η CCA προτείνει την έντονη κινητοποίηση δημόσιων πόρων και κονδυλίων της ΕΕ για χημικές ουσίες και εγκαταστάσεις στρατηγικής σημασίας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς ο χαρακτηρισμός μιας ουσίας ή εγκατάστασης ως «στρατηγικής σημασίας» θα μπορούσε να διευκολύνει τη δικαιολόγηση της προνομιακής πρόσβασης σε δημόσιους πόρους» αναφέρει το EEB.

Μια διαδικασία υπό τον έλεγχο της βιομηχανίας

Παρά τις επανειλημμένες ανησυχίες που εξέφρασαν το EEB και άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών προς τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ (DG GROW) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την επιρροή της βιομηχανίας και τις αναγκαίες δικλείδες ασφαλείας για τη διακυβέρνηση και το δημόσιο συμφέρον, αυτή η δομική ανισορροπία δεν αντιμετωπίστηκε. Εξαρχής, η DG GROW συμφώνησε με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Χημικής Βιομηχανίας (Cefic) ότι η κοινωνία των πολιτών δεν θα είχε θέση στο Διοικητικό Συμβούλιο της Συμμαχίας (CCA). Η τελική έκθεση συντάχθηκε από μια περιορισμένη ομάδα 22 μελών, χωρίς τη συμμετοχή οργανώσεων για το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία, ενώ η υφιστάμενη βιομηχανία διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεθοδολογίας και των συστάσεων της Συμμαχίας.

Η Tatiana Santos, Επικεφαλής Πολιτικής για τα Χημικά Προϊόντα στο Ευρωπαϊκό Περιβαλλοντικό Γραφείο (EEB), δήλωσε: «Το αποτέλεσμα δεν προκαλεί έκπληξη όταν επιτρέπεται σε συμφέροντα με ισχυρή επιρροή να διαμορφώνουν τη βιομηχανική πολιτική και τις δημόσιες δαπάνες. Αυτό δεν αντιμετωπίζει τις βασικές προκλήσεις του κλάδου, αλλά τις διαιωνίζει. Η ΕΕ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για να εδραιώνει παραγωγικές δραστηριότητες τις οποίες οι ίδιες οι πολιτικές της επιδιώκουν να καταργήσουν σταδιακά».

Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (EEB), επί οχτώ μήνες, συμμετείχε στη Συμμαχία για τις Κρίσιμες Χημικές Ουσίες (CCA) μέχρι που διαπίστωσε τις θεμελιώδεις ελλείψεις στη διακυβέρνηση και τη μεθοδολογία που ανοίγουν το δρόμο για την αποδυνάμωση σημαντικών αποφάσεων της ΕΕ για το περιβάλλον, την υγεία και το κλίμα. Για αυτό το λόγο αποφάσισε και ανακοίνωσε σήμερα 1η Οκτωβρίου την αποχώρηση του από τη

CCA προειδοποιώντας ότι η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στη διατήρηση της τρέχουσας παραγωγής χημικών –συμπεριλαμβανομένων επικίνδυνων ουσιών- καθώς και εκείνων που είναι εντάσεως άνθρακα ή εξαρτώνται από ορυκτά καύσιμα, αντί να προωθήσει τον μετασχηματισμό που έχει ανάγκη η Ευρώπη.

Η Tatiana Santos δήλωσε: «Συμμετείχαμε στη Συμμαχία υποστηρίζοντας ότι η έννοια της κρισιμότητας πρέπει να αφορά τη διασφάλιση όσων έχει πραγματικά ανάγκη η κοινωνία, και όχι την προστασία σε οτιδήποτε τυχαίνει να παράγει σήμερα η Ευρώπη. Ωστόσο, η διαδικασία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχει κίνδυνος η κρισιμότητα να μετατραπεί σε ασπίδα για την υφιστάμενη παραγωγή και σε “κερκόπορτα” για την αποδυνάμωση των ίδιων των πολιτικών που σχεδιάστηκαν για να προωθήσουν τη μετάβαση. Δεν μπορούμε πλέον να στηρίζουμε μια διαδικασία που έχει συστηματικά παραγκωνίσει τις απόψεις που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον».