Περιβαλλον

Έρευνα: Πώς η φωτορύπανση μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση ειδών

Οι συνέπειες σε ανθρώπους και περιβάλλον

Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Έρευνα για τη φωτορύπανση - Πώς συνδέεται με την εξαφάνιση ειδών - Τα ευρήματα των μελετητών

Ο αριθμός των ορατών αστεριών συνεχίζει να μειώνεται (κατά 6,5% στην Ευρώπη και 10,4% στη Β. Αμερική) λόγω της αυξανόμενης φωτορύπανσης, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Γερμανικού Ερευνητικού Κέντρου Γεωεπιστημών του Πότσνταμ/ Deutsches Geoforschungszentrum «GFZ»).

Εκτός όμως από αυτό υπάρχουν και αρνητικές επιπτώσεις στον ίδιο τον άνθρωπο, σε άλλους ζώντες οργανισμούς και στη φύση εν γένει.

Η φωτεινότητα του νυχτερινού ουρανού αλλοιώνεται σε μεγάλο βαθμό από κακώς σχεδιασμένες ή αναποτελεσματικές τεχνητές πηγές φωτός και βέβαια από την αλόγιστη χρήση τους. Δύο από τις σημαντικότερες γερμανικές οικολογικές οργανώσεις τις περιγράφουν αναλυτικά -και επί τη βάσει σχετικών ερευνών του φημισμένου Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ- κρούοντας ταυτόχρονα τον κώδωνα των κινδύνων.

«Τα ζώα προσανατολίζονταν μόνο στο φεγγάρι και στα αστέρια για πολλά εκατομμύρια χρόνια. Εδώ και εκατό χρόνια, ωστόσο, η εκβιομηχάνιση και η τεχνολογία έκαναν τη νύχτα πιο φωτεινή. Αυτό έχει εκτεταμένες συνέπειες για την άγρια ζωή», τόνισε ο Ράινερ Μιχάλσκι, εμπειρογνώμονας της «Ομοσπονδίας Προστασίας της Φύσης Γερμανίας» (Naturschutzbund Deutschland/NABU) σε συνέντευξή του στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ARD.

«Η φυσική εναλλαγή ημέρας και νύχτας έχει οδηγήσει κατά τη διάρκεια της εξέλιξης σε ένα ευρύ φάσμα προσαρμογών στο ζωικό και φυτικό βασίλειο. Για παράδειγμα, υπάρχουν ημερόβια ζώα, και νυκτόβια ζώα, ενώ άλλα είναι δραστήρια κατά το λυκόφως. Τα ημερόβια, όπως και οι άνθρωποι, χρησιμοποιούν το σκοτάδι της νύχτας για να ξεκουραστούν και να αναγεννηθούν. Ο αυξανόμενος νυχτερινός φωτισμός διαταράσσει το βιολογικό ρολόι των ανθρώπων και άλλων ζώντων οργανισμών (θηλαστικών ή νυκτόβιων εντόμων), καταστέλλει την παραγωγή της μελατονίνης, της «ορμόνης του ύπνου» και μπορεί να προκαλέσει διαταραχές ύπνου», σύμφωνα με την «Ομοσπονδία Προστασίας του Περιβάλλοντος και της Φύσις Γερμανίας» (Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland / BUND).

Πιο συγκεκριμένα:

  • Οι τεχνητές πηγές φωτός διαταράσσουν τον προσανατολισμό των νυκτόβιων πτηνών. Για παράδειγμα, πολλά προσανατολίζονται προς τα φωτισμένα πολυώροφα κτίρια, πέφτουν πάνω τους τη νύχτα και πεθαίνουν βασανιστικά. Επηρεάζονται όμως και τα αποδημητικά πτηνά, διότι παρεκκλίνουν από τις συνηθισμένες διαδρομές τους, με αποτέλεσμα μερικές φορές να κάνουν μεγάλες παρακάμψεις. Επίσης, τα ωδικά πτηνά αλλάζουν το κελάϊδισμά τους και την αναπαραγωγική τους συμπεριφορά τους. Τα αρσενικά ορισμένων ειδών αρχίζουν να κελαηδούν νωρίτερα το πρωί λόγω του νυχτερινού τεχνητού φωτός (π.χ. φωτισμός δρόμων) και τα θηλυκά, όπως η γαλαζοπαπαδίτσα (το στρουθιόμορφο πτηνό απαντά και στον ελλαδικό χώρο), αρχίζουν να αναπαράγονται νωρίτερα. Η πρόωρη ωοτοκία μπορεί όμως να καταστεί κρίσιμη για τους απογόνους της εάν η φάση της υψηλότερης απαίτησης τροφής δεν συμπίπτει με εκείνη της μέγιστης διαθεσιμότητας τροφής.
  • Τα νυχτόβια έντομα συνήθως προσανατολίζονται από το ασθενές φως των αστεριών. Οι λάμπες του δρόμου ή των πάρκων, οι προβολείς σε ανοικτούς αθλητικούς χώρους, ιδίως όταν δεν γίνονται αγώνες, ο ολονύκτιος φωτισμός σε κτίρια ή οι φωτεινές διαφημίσεις, ασκούν μεγάλη έλξη και τα παρασύρουν έξω από τα φυσικά τους ενδιαιτήματα. Δεν μπορούν ούτε να αναπαραχθούν ούτε να γεννήσουν αυγά ούτε να τραφούν βέβαια από τις λάμπες. Η χαμηλή φωτεινότητα του φεγγαριού -μόλις 0,002 έως 0,4 lux- είναι αρκετή για να αναζητήσουν τροφή και σύντροφο οι νυχτοπεταλούδες. Ειδικά οι πηγές φωτός με υψηλή υπεριώδη ακτινοβολία προσελκύουν -και από μεγάλη απόσταση- πολλές νυχτοπεταλούδες και άλλα νυκτόβια έντομα, τα οποία πετούν κατευθείαν προς τις λάμπες και περιστρέφονται συνεχώς γύρω από αυτές παγιδευμένες. Στην περίπτωση των λαμπτήρων χωρίς περίβλημα, πολλά έντομα καίγονται πάνω τους. Τα εξασθενημένα πέφτουν θύμα διαφόρων εντομοφάγων, όπως οι μυγαλές, οι σκαντζόχοιροι, οι φρύνοι, οι αράχνες ή τα πουλιά. Τα έντομα όμως είναι πραγματικοί “παρόχοι υπηρεσιών για τη φύση" και πολύ σημαντικά για τη χλωρίδα και την πανίδα για την επικονίαση των λουλουδιών ή ως τροφή των πτηνών. Η φωτορύπανση είναι πιθανώς η κύρια αιτία εξαφάνισης των ειδών», τόνισε στο ARD ο Ράινερ Μιχάλσκι στο ARD.
  • Επίσης, οι γέφυρες με έντονο φωτισμό μπορούν να γίνουν ανυπέρβλητα εμπόδια για τα ψάρια τη νύχτα. Τέτοιοι φραγμοί φωτός μπορούν, για παράδειγμα, να εμποδίσουν τη μετανάστευση ωοτοκίας ορισμένων ψαριών όπως τα χέλια.
  • Επιπτώσεις όμως υπάρχουν και στα φυτά: Ο κύκλος ανάπτυξης των φυτών επηρεάζεται από το τεχνητό φως τη νύχτα. Για παράδειγμα, τα φυλλοβόλα δέντρα μπορούν να ρίξουν τα φύλλα τους αργότερα το φθινόπωρο, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα σε ζημιές από τον παγετό.

Μπορεί όμως το σβήσιμο ορισμένων φώτων να έχει πραγματικά επίδραση στην άγρια ζωή γενικότερα; «Ασφαλώς, ο φιλικός προς τη φύση φωτισμός είναι απαραίτητος. Το πρόβλημα των ολοένα και πιο φωτεινών πόλεων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ατία είναι η εκτεταμένη χρήση της οικονομικότερης λάμπας χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης LED, η οποία αυξάνει σημαντικά την φωτεινότητα και προσελκύει πολλά έντομα και εκπέμπει περισσότερο -βλαβερό- μπλε φως. Ο φιλικός προς τη φύση φωτισμός είναι απαραίτητος. Οι ζεστοί λευκοί λαμπτήρες είναι καλύτεροι. Το τεχνητό φως τη νύχτα πρέπει να εκπέμπει χαμηλό μπλε φως. Οι ζεστοί λευκοί λαμπτήρες είναι καλύτεροι. Τα σχέδια εξοικονόμησης ενέργειας είναι μια ευκαιρία να βελτιώσουμε την οικολογική ισορροπία τη νύχτα. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι, πού χρειαζόμαστε πραγματικά φως και πού όχι», όπως είπε στο ARD ο Μιχάλσκι.

Τι μπορούμε να κάνουμε συνοπτικά κατά την BUND

  • Χρήση μόνο φιλικών προς τα έντομα πηγών φωτός ή όσο το δυνατόν με λιγότερο μπλε φως, συχνά φαίνονται μάλλον κιτρινωπές στα μάτια μας.
  • Αποφυγή άσκοπης διάχυσης φωτός χάρη στο σχήμα της λάμπας. Τοποθέτησή της όσο πιο χαμηλά γίνεται για να αποτρέπεται η ευρεία ακτινοβολία στο περιβάλλον
  • Χρήση πλήρως κλειστών περιβλημάτων λαμπτήρων για την αποφυγή προσέγγισης των εντόμων
  • Χρήση περιβλημάτων των οποίων οι επιφάνειες δεν θερμαίνονται περισσότερο από 60°C
  • Τοποθέτηση χρονοδιακόπτη και ανιχνευτή κίνησης ώστε οι λάμπες να ανάβουν μόνο όταν χρειάζεται
  • Περιορισμός χρήσης του εξωτερικού φωτισμού, ειδικά κοντά σε ενδιαιτήματα πλούσια σε έντομα