Life in Athens

Άλσος Παγκρατίου, ένας κήπος στην καρδιά της ζούγκλας

Από τις αρχές του 20ού αιώνα τούτη η έκταση των τριάντα στρεμμάτων αποτελεί ένα είδος παραδείσου εντός της πόλης

Στέφανος Δάνδολος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το Άλσος Παγκρατίου, η ιστορία του και οι άνθρωποι που βρίσκουν καταφύγιο στο πράσινο και στη μαγεία της ανάγνωσης μέσα στην Αθήνα.

Είμαι καθισμένος στο Ciao επί της Σπύρου Μερκούρη και μιλάω για το καινούργιο μου μυθιστόρημα, που θα βγει την άνοιξη, όταν με την άκρη του ματιού μου πιάνω κάτι που πλέον παραπέμπει σε μυθοπλασία, ένα είδος υπό εξαφάνιση: άνδρας γύρω στα 40 περπατάει στον δρόμο κρατώντας ένα βιβλίο. Το θέαμα με ξενίζει. Στο Λονδίνο βλέπεις ένα σωρό ανθρώπους να διαβάζουν σε πάρκα και πλατείες. Όπως και στη Νέα Υόρκη. Και στο Παρίσι. Εδώ δεν συμβαίνει συχνά. Τον ακολουθώ με το βλέμμα. Έχει κατέβει από την πλευρά που βρίσκεται η οδός Φρύνης και κατευθύνεται προς τον πιο μαγικό πνεύμονα πρασίνου που εξακολουθεί να κοσμεί το αστικό τοπίο της Αθήνας: το Άλσος Παγκρατίου. «Ω, πολλοί διαβάζουν μέσα στο Άλσος», με πληροφορεί ο συνομιλητής μου, που την ξέρει καλά τη γειτονιά. «Αλήθεια;» κάνω. «Ναι, ναι. Έρχονται με το βιβλίο τους, κάθονται και διαβάζουν ώρες».

Κοιτάζω τον αναγνώστη που αφήνει πίσω του τον πολύβουο δρόμο και τρυπώνει κάτω απ’ τα πανύψηλα δέντρα του Άλσους ψάχνοντας για μια ήσυχη, σκιερή γωνιά. Η μέρα, παρότι φθινοπωρινή, ενδείκνυται για διάβασμα έξω. Ήλιος, άπνοια, καλή θερμοκρασία. Για κάποιον λόγο νιώθω αναθαρρημένος. Με χαροποιεί η σκέψη ότι υπάρχουν ακόμα Αθηναίοι που δίνουν αξία στη στιγμή, που αρνούνται τη θορυβώδη ζούγκλα των λεωφόρων και βρίσκουν καταφύγιο σε μια καταπράσινη, πυκνόφυτη αλέα προκειμένου να χαθούν στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Πενήντα λεπτά κυλούν κι έχω δει άλλους δύο. Μια γυναίκα γύρω στα 60. Έναν νεαρό. Η εικόνα πανομοιότυπη. Κρατούν βιβλία, ερχόμενοι από την Αρχελάου ή την Ξενοκλέους, και εισβάλλουν σ’ ένα άλλο σύμπαν, γεμάτο πεύκα, κυπαρίσσια και πλατάνια, διάσπαρτο από θάμνους και στενά μονοπάτια. Θυμάμαι που η γιαγιά μου η Δέσποινα με έφερνε στο Άλσος μικρό. Θυμάμαι που χαζεύαμε τη βλάστηση κι εκείνη αναμόχλευε ιστορίες για την παλιά Αθήνα, για τους Γερμανούς, για τον Εμφύλιο. «Αυτά εδώ τα δέντρα έχουν δει πολλά», μου έλεγε.

© Στέφανος Δάνδολος

Όταν τελειώνει η συνάντησή μου, μπαίνω κι εγώ στο Άλσος για να ξανανιώσω την αύρα εκείνων των δέντρων. Από την είσοδο της οδού Ευτυχίδου, δέκα βήματα είναι αρκετά για να φτάσω σ’ ένα άγαλμα με το οποίο με συνδέει κάτι βαθύ. Η Κυβέλη Αδριανού. Μάρμαρο λείο, αστραφτερό. Κορμοστασιά λυγερή. Ένα ζευγάρι πλάι μου στέκεται και το παρατηρεί. «Ηθοποιός ήταν», λέει η κοπέλα. Ατενίζω το άγαλμα σαν να απεικονίζει έναν άνθρωπο δικό μου. Λογικό. Κάποτε έγραψα το «Φλόγα και άνεμος» για την εν λόγω ηθοποιό που ενέπνευσε τον γλύπτη – επί τρία χρόνια ήμουν βυθισμένος στη ζωή της. Περιεργάζομαι το πρόσωπο, την επιγραφή. Όμορφο γλυπτό. Με συγκινεί το ότι δεν έχει βανδαλιστεί με μπογιές ή γκράφιτι. Έπειτα αρχίζω να περιδιαβαίνω τα μονοπάτια.

Αναλογίζομαι τι έχουν δει αυτά τα δέντρα. Από τις αρχές του 20ού αιώνα τούτη η έκταση των τριάντα στρεμμάτων αποτελεί ένα είδος παραδείσου εντός της πόλης. Η φύτευση ξεκίνησε το 1908 από την πριγκίπισσα Σοφία. Δώδεκα χρόνια αργότερα ήταν ήδη βασικό κομμάτι της περιοχής. Βρίσκω στο κινητό ένα παλιό δημοσίευμα από εκείνη την εποχή: «Εάν έχει γνώση η Φιλοδασική Εταιρεία ότι το παραχωρηθέν προς εκμετάλλευσιν άλσος του Παγκρατίου χρησιμοποιείται για τη διατροφή των γειτονικών κατσικιών και εάν δεν υποχρεωθούν να φράξουν τις ανοιχτές βόρειες εξόδους, δεν θα υπάρχει πλεόν το άλσος». Επιβίωσε. Με την ανάπλαση που έγινε από τον δήμο τη διετία 1937-1939, η άγρια βλάστηση μεταμορφώθηκε σε ένα κομμάτι πρασίνου με παρτέρια και λουλούδια, πάπιες, περιστέρια, πέρδικες και παγόνια. Τον ίδιο καιρό άνοιξε και ο Ζωολογικός Κήπος. «Μέχρι και αρκούδες υπήρχαν», μου έλεγε η γιαγιά μου. «Αρκούδες, τίγρεις και λιοντάρια». Για φαντάσου: ερχόταν τότε ο κόσμος στο Παγκράτι κι έβλεπε αρκούδες και λιοντάρια. Ο Ζωολογικός Κήπος καταστράφηκε από τους Γερμανούς. Κατά την κατοχική περίοδο παραλίγο να καταστραφεί και ολόκληρος ο πνεύμονας από τους δοκιμαζόμενους Έλληνες, που δεν είχαν άλλη επιλογή από το να σπεύδουν εκεί και να κόβουν ξύλα για τη θέρμανσή τους.

© Στέφανος Δάνδολος

Κατηφορίζω το κεντρικό δρομάκι σαν να περιφέρομαι σε μουσείο. Οι φυλές του Άλσους εν έτει 2026. Κάποιος κάνει τζόγκινγκ. Άλλοι πεζοπορούν. Μαμάδες με καροτσάκια. Νέοι που αθλούνται στα υπαίθρια όργανα γυμναστικής. Ένας μπαμπάς που παίζει με τον γιο του στο μικρό γήπεδο μπάσκετ. Κι εκείνο το είδος υπό εξαφάνιση: άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία. Άνδρες και γυναίκες που κάθονται στα παγκάκια, με το βλέμμα χαμένο σε σελίδες.

Προσπαθώ, διακριτικά, να ανιχνεύσω τίτλους. Ο 40χρονος έχει απορροφηθεί από τα «Δύο μαύρα πουκάμισα» του Μένιου Σακελλαρόπουλου. Κρήτη, έρωτας, εκδίκηση. Πιθανώς το βλέπει και στο Mega τα βράδια, αλλά τα μυθιστορήματα είναι πάντοτε καλύτερα από τις τηλεοπτικές σειρές. Η κυρία λίγο πιο κάτω τελειώνει ένα αστυνομικό του Τζο Νέσμπο. Ο νεαρός στις παρυφές του πάρκου έχει εναποθέσει το δικό του ταξίδι στον Χρήστο Χωμενίδη. Γυρνάει τις σελίδες τού «Δεκατρία» σοβαρός, ανέγγιχτος από οτιδήποτε μπορεί να συμβαίνει έξω απ’ τα σύνορα αυτού του πάρκου και του βιβλίου που έχει επιλέξει. Είναι μια ωραία επιλογή. Τι ελπιδοφόρο να βλέπεις έναν πιτσιρικά γύρω στα 20 βυθισμένο με τέτοια προσήλωση σ’ ένα έργο αυτοβιογραφικό, που διατρέχει με τόσο γλαφυρό τρόπο ζωές από χρόνια περασμένα. Τα ίδια εκείνα χρόνια λειτουργούσε θερινό σινεμά εντός του Άλσους. Όπως και θέατρο. Τα παιδιά γελούσαν με Καραγκιόζη, οι μεγάλοι με επιθεωρήσεις. Ηθοποιοί και κορυφαίοι και άσημοι διακοσμούσαν τις νύχτες του άστεως με διεξόδους ονείρων. Και το ’50 έγινε ’60, ήρθε η χούντα, περάσαμε στη Μεταπολίτευση, οι εποχές άλλαξαν, εντούτοις τα ψηλά δέντρα εξακολουθούν να στέκουν αγέρωχα μες στον αχό του κόσμου.

Επιστρέφοντας σπίτι, νιώθω την ανάγκη να παραμείνω βυθισμένος σ’ εκείνο το μικρό κομμάτι της Αθήνας και σπεύδω στη βιβλιοθήκη μου για να βρω το «Οδός Ευτυχίδου» της Χρύσας Φάντη, ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Όλη η αστυγραφία του κεντρικού Παγκρατίου είναι αποτυπωμένη σ’ αυτές τις σελίδες, τα παλιά διαμερίσματα, το χώμα που στρώθηκε με άσφαλτο, η μεταπολεμική περίοδος που άνθισε υποσχέσεις μα και τραύματα ανεπούλωτα. Διαβάζω τις λέξεις της Φάντη, όπως ακριβώς το είδος προς εξαφάνιση διάβαζε το πρωί τον Σακελλαρόπουλο, τον Νέσμπο και τον Χωμενίδη. Είναι τρομερό το πώς άγνωστοι άνθρωποι μπορούν να σε εμπνεύσουν στη διάρκεια μιας συνηθισμένης μέρας. Ξάφνου, πέφτω σε μια φράση, στα μισά της σελίδας 105: «... οι ματαιωμένες επιθυμίες της αναπνέουν αθόρυβα όπως τα φύλλα», γράφει η Φάντη. Πόση ευαισθησία συμπυκνώνουν οκτώ λέξεις. Κλείνω το βιβλίο και σκέφτομαι τα φύλλα πλάι στη δική μου οδό Ευτυχίδου, εκείνα τα φύλλα που συνάντησα πριν από μερικές ώρες. Ναι, αναπνέουν αθόρυβα. Όπως και οι διαβάτες που με ένα βιβλίο στο χέρι ξορκίζουν το χάος της πόλης γυρεύοντας ένα άλσος για να ταξιδέψουν.