Life in Athens

Προσοχή, εκτελούνται έργα

Φέτος γίνεται το έλα να δεις από έργα, οι περισσότεροι δήμοι το ’χουν βάλει σκοπό να μας ταλαιπωρήσουν

Στέφανος Δάνδολος
ΤΕΥΧΟΣ 1014
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα έργα και οι ατελείωτες αναπλάσεις ταλαιπωρούν κατοίκους και τουρίστες, μετατρέποντας την πόλη σε ένα απέραντο εργοτάξιο.

Πρέπει να είναι Αμερικανοί. Εκείνη ξανθιά με φακίδες. Εκείνος ψηλός, με λευκή κάλτσα, παντόφλες και καπέλο που γράφει Fleetwood Mac Live 1983. Κοντά στα 50. Προσπαθούν να διασχίσουν μια νησίδα πεζοδρομίου τρία τέσσερα τετράγωνα κάτω απ’ την Ομόνοια. «Are you sure;» του λέει εκείνη, υψώνοντας τη φωνή της για ν’ ακουστεί μέσα στη φασαρία του εκσκαφέα. Yes, he is sure. Την πιάνει απ’ το χέρι, προχωρούν ανάμεσα σε εργάτες που φτυαρίζουν χωμένοι σε τρύπες. Το ζευγάρι μπαινοβγαίνει στα σύννεφα της σκόνης προσέχοντας πού πατάει. Ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου να γνωρίσουν αυτή την ιερή χώρα, για την οποία είχαν ακούσει τόσα και τόσα από τότε που ήταν μικροί, και να τοι τώρα, αντιμέτωποι με λάκκους, μηχανήματα, θόρυβο. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Ήθελα να τους πω «Λάθος εποχή διαλέξατε, φέτος γίνεται το έλα να δεις από έργα, οι περισσότεροι δήμοι το ’χουν βάλει σκοπό να μας ταλαιπωρήσουν».

«Nice work, baby!» την επιβράβευσε αυτός όταν έφτασαν στην απέναντι μεριά. Το καπέλο του ήταν τόσο σκονισμένο, που το Fleetwood Mac δεν φαίνονταν. Εκείνη έβηχε. Αναρωτήθηκα με μια δόση ζήλιας αν όντως είχαν δει τους Fleetwood Mac το ’83: οι έφηβοι Τζον και Μέρι, ή Ρόμπερτ και Έλεν, ή Χάρι και Ελίζαμπεθ, πιασμένοι χέρι χέρι σ’ ένα οντιτόριουμ της Καλιφόρνιας, ή του Όρεγκον, ή του Ντιτρόιτ, να χορεύουν με τα τραγούδια του Λίντσεϊ Μπάκιγχαμ και της Στίβι Νικς, μην μπορώντας να φανταστούν ότι μια μέρα, 43 χρόνια μετά, θα πάλευαν να περάσουν ένα πεζοδρόμιο τρία τέσσερα τετράγωνα κάτω από την πλατεία Ομονοίας, στον ιερό τόπο που ήθελαν να επισκεφτούν όλη τους τη ζωή.

Δεν είναι οι μόνοι τουρίστες που έχω δει αυτό το φθινόπωρο να ταλαιπωρούνται από τα οδοφράγματα στο ευρύτερο πλέγμα της πρωτεύουσας. Δυστυχώς η σκηνογραφία του 2026 δεν είναι και τόσο ελκυστική. Βουναλάκια από χώμα, μπουλντόζες, τρυπάνια, κομπρεσέρ. Παντού. Στη Βούλα. Στο Παγκράτι. Στο κέντρο. Στην Αγία Παρασκευή. Στου Παπάγου. Σε δήμους στα δυτικά, σε δήμους ορεινούς, σε δήμους κατά μήκος της ακτογραμμής. Είναι εντυπωσιακό: κάπου ανάμεσα στον 2ο και τον 3ο χρόνο της θητείας τους, οι δημοτικές αρχές συντονίζονται σε ένα κρεσέντο αχρείαστων (συνήθως) ή απαραίτητων (σπανίως) εργασιών, μετατρέποντας την πόλη σ’ ένα απέραντο εργοτάξιο. Κι έτσι ο Ρόμπερτ και η Έλεν από το Όρεγκον κλήθηκαν να δρασκελίσουν λάκκους, και καμιά δεκαριά οργανωμένοι ταξιδιώτες από την Ασία δεν ήξεραν πώς να προχωρήσουν αριστερά φτάνοντας στη γωνία Ιφικράτους και Υμηττού, κι ένας Σβεν από τη Δανία παραξενεύτηκε βλέποντας από τη γαλαρία ενός πούλμαν τόσους φορτωτές, τόσα περονοφόρα, τόσες τσάπες, τόσους γερανούς, σε μια ακτίνα μονάχα 10-15 χιλιομέτρων.

Κάπου ανάμεσα στον 2ο και τον 3ο χρόνο της θητείας τους, οι δημοτικές αρχές συντονίζονται σε ένα κρεσέντο αχρείαστων (συνήθως) ή απαραίτητων (σπανίως) εργασιών, μετατρέποντας την πόλη σ’ ένα απέραντο εργοτάξιο  

Κι όσο για τους Γάλλους, ω, τους Γάλλους δεν θα τους ξεχάσω σύντομα. Περπατούσαν στον κεντρικό ποδηλατόδρομο της Βούλας με προορισμό την πλατεία, τούτο το πολύπαθο τετράγωνο αστικών βασανιστηρίων. Φρανσουά ή Ολιβιέ αυτός, Σελίν ή Ρενέ εκείνη, χαρωποί, κάπου στα 40, μπλουτζίν, αντιανεμικά, ελβιέλες. Και στο ύψος του Αγίου Ιωάννη το χαμόγελο να χάνεται. Λογική αντίδραση. Δεν είναι και πολύ ωραίο το θέαμα, αν και εμείς το έχουμε συνηθίσει, δυστυχώς. Μια αλουμινένια περίφραξη κυκλώνει την τεράστια αλέα μπροστά στις καφετέριες και τα εστιατόρια. Τα τραπεζάκια είναι στριμωγμένα σ’ έναν στενό διάδρομο πλάτους δύο μέτρων το πολύ, τα αυτοκίνητα στη διασταύρωση σχηματίζουν ουρά, ένα πέπλο σκόνης τυλίγει κτίρια και ανθρώπους. Ο Φρανσουά ή Ολιβιέ διερωτάται πού να πάνε, η Σελίν ή Ρενέ τον κοιτάζει προβληματισμένη. Στέκονται αποσβολωμένοι για μερικά λεπτά, έπειτα επιχειρούν να κατευθυνθούν αριστερά, προς την πάνω πλευρά της πλατείας, ένα φορτηγό τούς εμποδίζει, αποφασίζουν να κινηθούν δεξιά, προς τον στενό διάδρομο κατά μήκος της αγοράς, δύο αμάξια του δήμου έχουν φράξει την είσοδο. Θέλω να τους πω «Λάθος εποχή διαλέξατε, η Βούλα είναι περιχαρακωμένη, έπρεπε να μένατε στη Γαλλία σας».

Αναλογίστηκα εκείνη τη στιγμή πόσο έχει διαρκέσει αυτή η πανδαισία βασανιστηρίων. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι και βάλε χάθηκε για καταστήματα, περίπτερα, ένα σωρό εμπόρους που είδαν την περιοχή να παραλύει εξαιτίας της λεγόμενης «προόδου» που ευαγγελίζονται οι αρχές. Ποια πρόοδος; Γιατί; Μια χαρά ήταν πριν. Ένας παράδεισος για παιδιά, για δημότες, για τουρίστες. Το Family, το Δέντρο, το Μασάτι, το Κεμπαπτζίδικο, οι τράπεζες, τα ιατρεία, το παρκινγκ – το κέντρο του χωριού έμοιαζε καλαίσθητο κι οργανωμένο. Προς τι αυτή η θηλιά που έκανε ακόμα και δύο Γάλλους να χάσουν τον δρόμο τους; Άβυσσος η ψυχή. Και πες ότι κάποιος έκρινε ότι ορθώς πρέπει να υπάρξει ανάπλαση. Γιατί έχει πάρει τόσο πολύ; Τις προάλλες έγινε συναυλία πλάι στην αλουμινένια περίφραξη, με τίτλο «100 Χρόνια Βούλα». Για μια απειροελάχιστη στιγμή μού φάνηκε ότι ο εορτασμός αφορούσε τα 100 χρόνια από το ξεκίνημα των έργων.

Και κάπως έτσι, οι Αμερικανοί κι οι Ασιάτες κι ο Δανός κι οι Γάλλοι έκαναν τις διακοπές τους στη χώρα μας και γύρισαν σπίτια τους. Και σίγουρα πήραν μαζί τους κάτι από το μεγαλείο της Ελλάδας. Εικόνες που θα τις θυμούνται για πάντα. Τον Παρθενώνα. Τη θάλασσα. Τον ουρανό. Την Πλάκα. Τα μουσεία. Μα και τις μπετονιέρες. Τους οδοστρωτήρες. Τα γκρέιντερ. Τα ανυψωτικά. Όλο το σκηνικό της αντίφασης που καθρεφτίζει έναν τόπο ο οποίος φτιάχτηκε κάποτε για να αντέξει αιώνες και σήμερα φτιάχνεται ξανά και ξανά για να αντέξει μέχρι τις επόμενες δημοτικές εκλογές.