Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών | Κεντρική πλατεία, μνήματα των Αρχιεπισκόπων Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών | Κεντρική πλατεία, μνήματα των Αρχιεπισκόπων Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Life in Athens

Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών: Ένα ανοιχτό μουσείο γλυπτικής στην καρδιά της πόλης

Μια ξενάγηση στα εμβληματικά γλυπτά, στα μαυσωλεία και στους τάφους των ανθρώπων που σημάδεψαν τη νεότερη ελληνική ιστορία
Γιώργος Δήμος
Γιώργος Δήμος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια περιήγηση στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, το υπαίθριο μουσείο της πόλης

Σε μια πόλη που «αναβλύζει» ιστορία, όπως η Αθήνα, ορισμένοι ιδιαίτερα σημαντικοί χώροι —τόσο αισθητικά, όσο και ιστορικά— όπως το Α’ Κοιμητήριο Δήμου Αθηναίων, του οποίου η κατασκευή ξεκίνησε λίγο μετά την λήξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, που οριστικοποιήθηκε με την υπογραφή της «Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως» (21 Ιουλίου 1832), μερικές φορές δεν χαίρουν της δημοτικότητας που τους αρμόζει.

Αν και χρονολογικά κατά πολύ νεότερα από τα αγάλματα και τα κεραμικά που μπορεί κανείς να βρει στο Αρχαιολογικό Μουσείο ή στο Μουσείο της Ακρόπολης, τα εμβληματικά μνημεία του Πρώτου Νεκροταφείου Αθηνών —μεταξύ αυτών και τα μαρμάρινα γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά ή του Ιωάννη Βιτσάρη— αποτελούν κι αυτά, με τη σειρά τους, μέρος της ελληνικής ιστορίας.

Από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, μέχρι την Μαρίκα Κοτοπούλη και την Σοφία Βέμπο, και από τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Μιχαήλ Τοσίτσα, μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη, το κατάφυτο με πεύκα και κυπαρίσσια Κοιμητήριο, που εκτείνεται σε 170 στρέμματα στους πρόποδες του λόφου του Αρδηττού, νότια του Παναθηναϊκού Σταδίου, «φιλοξενεί» χιλιάδες επώνυμους άνδρες και γυναίκες, είτε προσωρινά (τάφοι τριετίας), είτε μόνιμα (ιστορικοί οικογενειακοί τάφοι).

Αν και η Αθήνα είναι η πόλη όπου γεννήθηκα, και έχω ζήσει εδώ περισσότερο απ’ ό,τι έχω ζήσει σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, το περασμένο Σάββατο επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, στο Μετς, για μία ξενάγηση στα έργα τέχνης του Κοιμητηρίου από τον αρχαιολόγο και διπλωματούχο ξεναγό Μιχάλη Γιοχάλα.

Η πλακόστρωτη είσοδος του Νεκροταφείου, στο τέρμα της οδού Αναπαύσεως, με τις χαρακτηριστικές κολώνες και τους δύο Αρχαγγέλους στην δεξιά και την αριστερή πλευρά της κεντρικής πύλης, είναι οπτικά σχεδόν τόσο γνωστή, όσο και η πρόσοψη του Μεγάρου Μαξίμου, από την συχνή προβολή της στην τηλεόραση και τον Τύπο. Όταν κατέβηκα από το ταξί και στάθηκα για λίγο ακίνητος μπροστά στην πύλη, μέσα στην απογευματινή ζέστη, ξαφνιάστηκα από το πόσο ήσυχα ήταν. Το Νεκροταφείο Αθηνών, που δημιουργήθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα «Περί των νεκροταφείων και του ενταφιασμού των νεκρών» το 1837, αποτέλεσε τον πρώτο χώρο ταφής της νεοσύστατης πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους, ενώ χτίστηκε κοντά στο τότε παλάτι, πράγμα που μαρτυρά την στενή του σχέση με την εξουσία, από την ίδρυσή του ακόμα.

Οι πρώτοι τάφοι που βλέπει κανείς, στην «ανοιχτή» πλακόστρωτη πλατεία με τα ελάχιστα πεύκα, κοντά στην κεντρική είσοδο, είναι εκείνοι των Αρχιεπισκόπων Αθηνών Χριστόδουλου, Σεραφείμ και Ιερώνυμου Α', του Ανδρέα Παπανδρέου και δίπλα του, εκείνον του Κώστα Σημίτη, τον τάφο με το άγαλμα του Γεωργίου Αβέρωφ, το μαυσωλείο του τραπεζικού και βουλευτή Ιωάννη Πεσμαζόγλου και άλλα επιβλητικά μνήματα. Αν και όχι τα παλαιότερα, πρόκειται σίγουρα για μερικά από τα σημαντικότερα μνήματα του κοιμητηρίου από την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, πράγμα που μας δείχνει ότι η παρουσίαση των τάφων ακολουθεί μια κάποια «επιμέλεια», σαν μια έκθεση σύγχρονης τέχνης.

Δεν μπορώ να φανταστώ τι εργασίες απαιτούνται για να μετακινηθούν ολόκληρα μαυσωλεία από την μια άκρη του νεκροταφείου στην άλλη, εάν, για παράδειγμα, η οικογένεια ενός επιφανούς θανούντος δεν κατέχει πλέον τόσο σημαντική θέση στην κοινωνία και —κατά συνέπεια— δεν μπορεί να διαθέσει τα υπέρογκα ποσά που χρειάζονται για να διατηρηθεί ένα μεγάλο ταφικό μνημείο σε ζώνη πολυτελείας του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών.

Το πραγματικό ενδιαφέρον ξεκινάει από το σημείο που βρίσκεται ο τάφος της Σοφίας Αφεντάκη (δηλαδή, της «Κοιμωμένης» του Χαλεπά) και ύστερα. Το γλυπτό του Τήνιου καλλιτέχνη από λευκό μάρμαρο απεικονίζει την νεαρή αριστοκράτισσα από την Κίμωλο, ξαπλωμένη επάνω σε ανάκλιντρο και τυλιγμένη σε τσαλακωμένα σεντόνια, καθώς εκείνη πεθαίνει από φυματίωση. Ο πλούσιος θείος της Σοφίας, Γεώργιος Οικονόμου Αφεντάκης, παρήγγειλε το γλυπτό από τον Γιαννούλη Χαλεπά, μετά τον πρόωρο θάνατο της ανιψιάς του, και εκείνος το ολοκλήρωσε το 1877. Το διάσημο γλυπτό υπήρξε το πρώτο, από την συλλογή του Κοιμητηρίου, που κρίθηκε διατηρητέο, το 1951, ύστερα από μια δικαστική διαμάχη, κατά την οποία το γλυπτό κόντεψε να πουληθεί σε μια οικογένεια Αμερικανών.

Ορισμένα σημαντικά έργα τέχνης, που κάποτε κοσμούσαν χώρους του Κοιμητηρίου, πλέον έχουν καταστραφεί. Για παράδειγμα, ένα ολόκληρο μαυσωλείο με αγιογραφίες του Φώτη Κόντογλου κατεδαφίστηκε το 1946. Σύμφωνα με τον κανονισμό του 1934, κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στους οικογενειακούς τάφους, στη ζώνη πολυτελείας, αν για τρία χρόνια δεν έχει καταβληθεί το απαιτούμενο ποσό για την διατήρησή τους —ή η διακόσμησή τους έχει κοστίσει κάτω του ελαχίστου επιτρεπόμενου ορίου— κάνοντας την άδεια να ανακληθεί.

Μερικά διάσημα γλυπτά που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, έχουν φιλοτεχνηθεί από τους παρακάτω καλλιτέχνες: Ιωάννης Βιτσάρης («Το πενθούν πνεύμα», 1872), Κώστας Βαλσάμης («Η μάνα της Κατοχής», 1952), Ιάκωβος Μαλακατές («Η ανθεμωτή στήλη»), Έρνεστ Τσίλλερ («Μαυσωλείο Ερρίκου Σλήμαν», 1892), Γεώργιος Βιτάλης και Δημήτρης Φιλιππότης (μαυσωλείο Γεωργίου Αβέρωφ), Πέτρος Ρούμπος («Καθιστός Άγγελος», 1910) κ.ά.

Υπάρχουν, επίσης, γλυπτά ιστορικών προσώπων, όπως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ή του Μάρκου Μπότσαρη, που έχουν φιλοτεχνηθεί σχετικά πρόσφατα, παρ’ ότι οι τάφοι τους είναι πολύ παλιοί. Στην κεντρική πλατεία του Νεκροταφείου, είναι θαμμένη δωρεάν «τιμής ένεκεν» η ταριχευμένη σορός του Δημάρχου Κωνσταντίνου Κοτζιά, που πέθανε αιφνιδίως το 1951. Από την άλλη, ορισμένοι τάφοι σημαινόντων προσώπων, όπως για παράδειγμα εκείνοι του Χαρίλαου Τρικούπη και της οικογένειάς του, είναι εξαιρετικά απλοί, με τρεις ξύλινους σταυρούς, που φέρουν απλώς τα ονόματά τους, να ξεχωρίζουν πού είναι θαμμένος ο καθένας.

Στον αντίποδα, υπάρχουν επιβλητικές επιτύμβιες στήλες ή περίτεχνα αγάλματα με τεκτονικά σύμβολα, που σημειώνουν τάφους πλουσίων οικογενειών, οι οποίες σήμερα έχουν σχεδόν ξεχαστεί. Το μνήμα του Γεώργιου Αθηνογένη, για παράδειγμα, κοσμεί μία επιτύμβια στήλη με τον Εωσφόρο («ἕως» + «φέρω» = κυριολεκτικά: «αυτός που φέρνει την αυγή»), η οποία είναι δυσανάλογα μεγάλη για το πόσο λίγοι γνωρίζουν σήμερα το όνομά του.

Το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών συμπεριλάμβανε τάφους Προτεσταντών ήδη από το 1914, κατόπιν εντολής του Δημάρχου Εμμανουήλ Μπενάκη. Το 1928, επί δημαρχίας Σπύρου Πάτση, η πλούσια οικογένεια Φιξ έκτισε τον ναό του Αγίου Καρόλου, στην μνήμη του πατριάρχη της οικογενείας, Καρόλου Φιξ, χωρίς ωστόσο να συστηθεί ποτέ ξεχωριστό τμήμα Καθολικών στον χώρο του Κοιμητηρίου. Η ταφή των Εβραίων φαίνεται πως επιτρεπόταν ήδη από το 1844, ενώ υπήρχε και ειδικό εβραϊκό τμήμα.

Αντίστοιχα, τουλάχιστον από το 1914, υπάρχει και ένα τμήμα αφιερωμένο στους Διαμαρτυρόμενους, οι οποίοι επί Τουρκοκρατίας θάβονταν στο Θησείο. Ο πρώτος ναός που βλέπει κανείς μπαίνοντας στον χώρο του Νεκροταφείου, είναι εκείνος του Αγίου Λαζάρου, που ανεγέρθηκε το 1840 και ανακατασκευάστηκε το 1859.

Το Α’ Νεκροταφείο αναγνωρίστηκε, ήδη από ιδρύσεώς του, ως ένα από τα σημαντικότερα τοπόσημα του νέου ελληνικού κράτους. Με 768 γλυπτά —κάποια από αυτά απαράμιλλου κάλλους— να στολίζουν τις γεμάτες πεύκα, κυπαρίσσια και υπόγεια νερά πλαγιές του λόφου του Αρδηττού, το πρώτο κοιμητήριο της πρωτεύουσας εναρμονίστηκε αφενός με την αρχαία παράδοση της πόλης και αφετέρου με τον νέο ευρωπαϊκό χαρακτήρα που ο νεοαπελευθερωμένος ελληνικός λαός αποζητούσε να ενσωματώσει στον τρόπο ζωής του.

Θρυλικές προσωπικότητες από πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους χώρους αναπαύονται στο ιερό αυτό άλσος, ενώ κάθε τόσο, άνθρωποι που αποφασίζουν να εγκαταλείψουν αυτόν τον μάταιο κόσμο, προστίθενται και αυτοί στο Πάνθεο των Εθνικών μας Ηρώων.

Δειτε περισσοτερα

Ορφέας και Ευρυδίκη στην Αρχαία Μεσσήνη
Η στιγμή που ο Ορφέας ξαναβρέθηκε με την Ευρυδίκη του στην Αρχαία Μεσσήνη

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών επέστρεψε για μια ακόμη χρονιά στον αγαπημένο αρχαιολογικό χώρο, όπου η Καμεράτα ερμήνευσε την όπερα «Ορφέας και Ευριδίκη» του Γκλουκ, υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου