Life in Athens

Πάσχα στην παλιά Αθήνα: Τα έθιμα που σόκαραν τους περιηγητές

Πίστη, χαρά, αλλά και σκληρές εικόνες μέσα από τις μαρτυρίες ξένων περιηγητών - Αγορές που βούιζαν, αμνοερίφια προς σφαγή, σνομπ Ανάκτορα, βροχή από τουφεκιές
Δήμητρα Μιχαηλίδη
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Πώς γιορταζόταν Πάσχα στην Αθήνα τον 19ο αιώνα: Μια πόλη των αντιθέσεων ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή

Η νέα Αθήνα, μια δημοκρατία στην Ανατολή

Το 1910, ο Γάλλος συγγραφέας Αμεντέ Μπριτς (1878-1960) φτάνει στο λιμάνι του Πειραιά, με την ελπίδα να βρει την Αθήνα-σύμβολο που ενέπνευσε την Αναγέννηση με τα φώτα του πολιτισμού της. Πολύ σύντομα, όμως, ανακαλύπτει ένα τοπίο διαφορετικό από εκείνο που είχε φανταστεί. Στην Πλάκα, περπατά σε δρόμους ακόμα χωμάτινους· στο Μοναστηράκι πίνει τον καφέ του δίπλα σε ναργιλέδες που αχνίζουν· στην Πειραιώς περνά μέσα από κοπάδια προβάτων, ενώ, περιπλανώμενος στα στενά της Αιόλου, νιώθει τη φωνή του να πνίγεται στην οχλοβοή της αγοράς. Είναι Μεγάλη Εβδομάδα και στην πρωτεύουσα κυριαρχεί ένας ενθουσιασμός που ηλεκτρίζει τα πλήθη όσο πλησιάζει η Ανάσταση.

Στα μάτια του Μπριτς, οι αντιφάσεις της πόλης αναδεικνύουν το νεαρό βασίλειο των Ελλήνων ως ένα ευρωπαϊκό πείραμα, ή μάλλον ως ένα πείραμα των Ευρωπαίων, μέσα σε οθωμανικό σκηνικό. Στις σημειώσεις του κάνει λόγο για μια «δημοκρατία στην Ανατολή». Αυτός θα γίνει και ο τίτλος του έργου που εκδίδει επιστρέφοντας στο Παρίσι («Η νέα Αθήνα, μια Δημοκρατία στην Ανατολή» - «La jeune Athènes, une démocratie en Orient») το οποίο τον καθιερώνει στους γαλλικούς λογοτεχνικούς κύκλους.

Οι σελίδες του συνθέτουν το πορτρέτο μιας νεαρής πρωτεύουσας που πασχίζει να εκσυγχρονιστεί και μας παραδίδουν μερικές από τις πιο ζωντανές σκηνές της πασχαλινής Αθήνας, μέσα από περιγραφές που αποτυπώνουν την έκπληξη του συγγραφέα μπροστά σε όσα αντικρύζει.

Στη Βαρβάκειο αγορά, στοιβαγμένα αρνιά επί σφαγή

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η εμπορική ζωή της πόλης συγκεντρώνεται γύρω από τις οδούς Ερμού, Αιόλου και Μητροπόλεως. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, οι δρόμοι αυτοί συνέθεταν μια άκρως εορταστική εικόνα: κτίρια και καταστήματα στολισμένα με σημαίες και μυρτιές κατακλύζονται από πλήθος κόσμου, ντόπιους και ξένους επισκέπτες. Λαμπάδες και παιχνίδια κρέμονται από τα ράφια, ενώ κόκκινα αυγά και γλυκίσματα γεμίζουν τις βιτρίνες και τους τροχήλατους πάγκους. Στην Πασχαλιάτικη Αγορά της πλατείας Ψυρρή συρρέουν καραβιές τυριών και αλλαντικών από τη Νάξο, ενώ βοσκοί από την Πάρνηθα, την Κηφισιά και τον Σκαραμαγκά φέρνουν τα αμνοερίφιά τους για πώληση στην κεντρική αγορά.

Ο Μπιρτς περιγράφει: «Το Πάσχα, η μεγάλη εθνική γιορτή, ζητά το δικό του πλούσιο γλέντι. Τα δόντια “ακονίζονται” μέσα στη μακρά εγκράτεια της Σαρακοστής. Την παραμονή, ο λαός της Αττικής ξεχύνεται στην αγορά που ξεχειλίζει από αγαθά. Η πόλη πνίγεται στα βελάσματα των αρνιών: κάθε σπίτι, όσο φτωχικό κι αν είναι, οφείλει την επόμενη μέρα να στήσει το αρνί του στη σούβλα. Ανάμεσα στο πλήθος που σπρώχνεται, κοντοστέκεται, κοιτάζει και παζαρεύει, τα πολύχρωμα κάρα των χωρικών ανοίγουν με κόπο τον δρόμο».

Ωστόσο, μέσα στη γενική ανάταση, υπήρχε ένα έθιμο που ξεσήκωνε αντιδράσεις: η αθρόα σφαγή των αμνών, σε δημόσια θέα, στους κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας. Δεκάδες δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής περιγράφουν με μελανά χρώματα την αγριότητα αυτού του θεάματος, που δίχαζε τους ντόπιους και σόκαρε τους ξένους επισκέπτες.

Οι περιγραφές του Μπριτς αποτυπώνουν με έντονο τρόπο τη σκληρότητα της σκηνής:

«Το κάλεσμα των χασάπηδων μπλέκεται ανάμεσα σε φωνές και σε βρισιές. Αυτοί δεν σταματούν καθόλου: στα ανοιχτά τους μαγαζιά, όπου τα αρνιά συνωστίζονται και τρέμουν, βελάζοντας μπροστά στον επικείμενο θάνατο, οι σφαγές διαδέχονται η μία την άλλη στο φως της ημέρας, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του πλήθους. Στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, κατά δωδεκάδες, με τα κεφάλια στραμμένα προς την ίδια κατεύθυνση, βλέπουν να πλησιάζει η λεπίδα που θα γλιστρήσει πάνω από τους τεντωμένους λαιμούς. [...] Ο χασάπης, βαμμένος με αίμα ως τους ώμους, παζαρεύει βιαστικά, με τα χέρια στη μέση: είναι η τελευταία μέρα και δεν μένει πολύς χρόνος για παζάρια. [...] Τα σκυλιά, με κατεβασμένη την αδύνατη ράχη τους, γλιστρούν ανάμεσα στους περαστικούς και γλείφουν το ματωμένο λιθόστρωτο ή τα παπούτσια του σφαγέα. [...] Αυτή η ωμή αναλγησία τεντώνει τα νεύρα των Δυτικών. Το βλέμμα αποστρέφεται και αναζητά τα αρτοποιεία, όπου ψωμιά πασπαλισμένα με σουσάμι και τσουρέκια πλεγμένα σαν στεφάνια στολίζονται με κόκκινα αυγά, φωλιασμένα μέσα στη ζύμη».

Βραδιά του Επιταφίου: Φτωχοί και πλούσιοι σε απόσταση ασφαλείας

Κάτι που συχνά διαφεύγει από την προσοχή του Τύπου της εποχής, είναι οι ταξικές διακρίσεις που αναδύονται κατά τη συμμετοχή του κόσμου στους πασχαλινούς εορτασμούς. Ο Μπριτς παρατηρεί ότι το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής η ανερχόμενη αστική τάξη βρίσκει μια καλή ευκαιρία να διαχωρίσει τη θέση της από τον λαϊκό κόσμο, αποφεύγοντας να αναμειχθεί με τα πλήθη που ακολουθούν την περιφορά του Επιταφίου στις ενορίες της Αθήνας:

«Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευή, ημέρα του Επιταφίου, οι λιτανείες των ενοριών διασχίζουν με επισημότητα τους δρόμους της Αθήνας. Η πομπή των λαϊκών συνοικιών σέρνει πίσω της ένα μεγάλο και προσηλωμένο πλήθος: οι απλοί άνθρωποι συνοδεύουν τον ιερέα τους, ψάλλοντας, με ένα κερί αναμμένο στο χέρι. Αντίθετα, στις αστικές ενορίες του Λυκαβηττού και των Ανακτόρων δεν συγκεντρώνεται παρά μόνο μια ισχνή συνοδεία, που απλώνεται στην Πλατεία Συντάγματος ή στις γύρω λεωφόρους. Ο κόσμος της αστικής τάξης παρακολουθεί τις εκφράσεις ευλάβειας του λαού σαν ένα θέαμα από απόσταση, αποφεύγοντας να μπλεχτεί στην πομπή, μην τυχόν και τα ρούχα του λερωθούν από τα δάκρυα των κεριών».

Το περιστατικό αυτό οδηγεί τον συγγραφέα σε έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με το πώς οι ταξικοί διαχωρισμοί επηρεάζουν τη σχέση των Αθηναίων με τις εθνικές τους παραδόσεις:

«Αυτή η αποχή τους τα λέει όλα. Στην Αθήνα, λαός και αστική τάξη συνυπάρχουν πλάι πλάι, μα ο καθένας ζει με τον δικό του τρόπο. Βέβαια, αυτό συμβαίνει παντού ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους. Εδώ όμως, στην ακόμη φτωχική πρωτεύουσα αυτού του ταλαίπωρου βασιλείου, η διάκριση αυτή προβάλλει πιο έντονα. Ο λαός τηρεί με ακρίβεια τις θρησκευτικές πρακτικές, ενώ η αστική τάξη τείνει να τις αμελεί. Ο λαός κρατιέται από τα έθιμα του τόπου, την ώρα που η αστική τάξη απομακρύνεται από δημοφιλείς παραδόσεις και εισάγει καινούριες, όπως το κλειστό φέρετρο στην ταφή».

Το Αθηναϊκό Πάσχα ενός πολυτάλαντου περιηγητή: Εντμόν Αμπού

Ξημερώνει Μεγάλο Σάββατο και τη σκυτάλη των περιγραφών αναλαμβάνει ένας μετρ της ταξιδιωτικής γραφής, ο Εντμόν Αμπού (1828–1885). Γάλλος συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός, ο Αμπού ταξιδεύει στην Ελλάδα το 1852 ως υπότροφος της γαλλικής αρχαιολογικής σχολής (École française d'Athènes), της πρώτης που ιδρύθηκε στη χώρα. Ανήκει στους λίγους περιηγητές της γενιάς του που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν στην Ελλάδα για δυο ολόκληρα χρόνια και να ταξιδέψουν εκτεταμένα στην επαρχία.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του, ο Αμπού μελετά τις αδυναμίες και τη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού και δεν διστάζει να σχολιάσει το καθεστώς διαφθοράς και πελατειακών σχέσεων που κυριαρχεί στο πολιτικό σύστημα. Στην Αθήνα, παρατηρεί τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις που συνοδεύουν τη διαμόρφωση της αστικής τάξης, ενώ καταγράφει και τα περιστατικά ληστείας που μαστίζουν τη χώρα, εκφράζοντας την έκπληξή του για την ανοχή του κράτους απέναντι σε ένα φαινόμενο που θεωρεί σχεδόν «θεσμικό».

Η επίσκεψή του θα αποτελέσει τη βάση για το γνωστότερο έργο του, «Η Σύγχρονη Ελλάδα» («La Grèce contemporaine»): ένα ιδιότυπο μείγμα ταξιδιωτικού χρονικού, δημοσιογραφικού ρεπορτάζ και πολιτικής ανάλυσης της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Η νύχτα της Ανάστασης: Ο Όθων και η Αμαλία στον ναό της Αγίας Ειρήνης

Τη βραδιά της Ανάστασης του 1852, ο Εντμόν Αμπού βρίσκεται, μαζί με εκατοντάδες Αθηναίους, στην οδό Αιόλου, στον προαύλιο χώρο της Αγίας Ειρήνης, η οποία λειτουργούσε τότε ως μητροπολιτικός ναός της Αθήνας, πριν τη διαδοχή της από την Ιερά Μητρόπολη Αθηνών το 1862. Σύντομα κάνει την εμφάνισή του το βασιλικό ζεύγος και ο Αμπού καταγράφει την πομπώδη άφιξή του:

«Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, η νηστεία σβήνει και η γιορτή ανάβει. Οι εκκλησίες πλημμυρίζουν από κόσμο. Στη μεγαλύτερη από αυτές τις ταπεινές εκκλησίες υψώνεται ένας θρόνος για τον βασιλιά και τη βασίλισσα. Στην κοντινή πλατεία στήνεται για αυτούς ένα άνθινο βάθρο, όπου στέκονται για λίγο προτού περάσουν στην εκκλησία. Εκεί τους υποδέχεται ο κλήρος για να τους αναγγείλει την Ανάσταση του Ιησού».

Στους δρόμους επικρατεί πλέον το αδιαχώρητο. Χιλιάδες άνθρωποι, με κεριά στο χέρι, αναμένουν με αγωνία την κορυφαία στιγμή της αναγγελίας της Ανάστασης. Ο Αμπού δίνει εύγλωττα το στίγμα της στιγμής:

«Μόλις σημάνουν μεσάνυχτα, τα κανόνια βροντούν, η μουσική ξεσπά, τα βεγγαλικά ανάβουν και όλη η πόλη αγκαλιάζεται μέσα σε ένα φως από αναμμένα κεριά. Τη στιγμή εκείνη, το βασιλικό ζεύγος εισέρχεται στον ναό: ο καθολικός βασιλιάς και η προτεστάντισσα βασίλισσα κρατούν μεγάλες λαμπάδες, οι υπουργοί και οι ανώτεροι αξιωματούχοι ακολουθούν βαστώντας μικρότερες λαμπάδες, ενώ ο απλός λαός αρκείται σε ταπεινά κεράκια».

Και τώρα, σπίτι — στο αρνί!

Σε αυτό το σημείο, ο Αμπού προσθέτει ένα σχόλιο τόσο διαχρονικό που μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν γράφτηκε πριν από εκατόν εβδομήντα χρόνια ή μόλις χθες: «Όταν τελειώσουν οι προσευχές, όλοι σπεύδουν στα σπίτια τους για το αρνί, χωρίς να περιμένουν την επόμενη μέρα». Κάποιοι, μάλιστα, φαίνεται πως δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα: «Μερικοί πεινασμένοι έχουν φέρει μαζί τους στην εκκλησία ένα μικρό κομμάτι κρέας, που το καταβροχθίζουν με το που χτυπήσουν μεσάνυχτα».

Λίγα χρόνια νωρίτερα, στο ημερολόγιό της, η Χριστιάνα Λυτ, Δανή σύζυγος του προσωπικού ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, επιβεβαιώνει αυτή τη μαρτυρία: «Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου πήγε η κοπέλα μας στην εκκλησία και πήρε μαζί της ένα κουλούρι και δυο βαμμένα, σφιχτά αυγά, που τα τσούγκρισε μετά τις δώδεκα, μόλις έγινε η Ανάσταση. Το ίδιο έκαναν όλοι και το δάπεδο της εκκλησίας έτριζε από τον ήχο που έκαναν τα κόκκινα και κίτρινα τσόφλια. Μόλις, δε, ακούσουν τον παπά να ψέλνει το “Χριστός Ανέστη” λένε: “Και τώρα, σπίτι — στο αρνί!”. Κι όλη την υπόλοιπη νύχτα κάθονται και τρώνε μέχρι σκασμού».

Όσο μέσα στον ναό εξελίσσεται η αναστάσιμη λειτουργία, έξω η Αθήνα προφέρει το πιο λαμπρό της θέαμα: το άγιο φως μοιράζεται από χέρι σε χέρι, σχηματίζοντας μια πύρινη αλυσίδα από χιλιάδες μικρές φλόγες που απλώνονται αργά στους δρόμους και τις πλατείες. Βεγγαλικά εκτοξεύονται από τη στέγη του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας, δίνοντας το σήμα για μια από τις πιο διάσημες παραδόσεις του ελληνικού Πάσχα. Μια συνήθεια που για δεκαετίες δίχαζε τους κατοίκους, έφερνε σε δύσκολη θέση τις αρχές, σόκαρε τους επισκέπτες, και, το χειρότερο, προκαλούσε μοιραία ατυχήματα: ήταν η ώρα που στην Αθήνα «έβρεχε» κουμπουριές.

Μπαρούτι και τουφεκιές: Η Αθήνα δεν κλείνει μάτι

Η παράδοση των ομοβροντιών που κατέκλυζαν τον αθηναϊκό ουρανό για σχεδόν έναν αιώνα ανάγεται στους πρώτους πασχαλινούς εορτασμούς των χρόνων της Εθνεγερσίας. Το Πάσχα του 1821, που συνέπεσε με την έναρξη του Αγώνα, βρήκε τους άρρενες πιστούς με τα καριοφίλια στα χέρια. Η σύνδεση υπήρξε αναπόφευκτη: κάθε τουφεκιά σηματοδοτούσε μια διπλή Ανάσταση, θρησκευτική και εθνική, ενισχύοντας το αίσθημα της πατριωτικής υπερηφάνειας. Το έθιμο έγινε γρήγορα δημοφιλές και διατηρήθηκε ακόμη και όταν οι φλόγες των μαχών είχαν πλέον σβήσει.

Για δεκαετίες, οι αρχές προσπαθούσαν μάταια να βάλουν τέλος σε αυτή την επικίνδυνη πρακτική. Το 1847, ο Όθωνας έδωσε αυστηρή εντολή για την κατάπαυση του εορταστικού πυρός, η οποία όμως αγνοήθηκε ακόμη και από τον ίδιο τον στρατό, που παρασύρθηκε και εκείνος στον «χορό» των τουφεκιών. Λίγα χρόνια αργότερα, η Ιουλιανή φον Πλύσκω, Κυρία επί των Τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, σημειώνει στο ημερολόγιό της ότι το Πάσχα γιορτάστηκε με ενθουσιασμό αλλά και με αδιαφορία για τις συνέπειες της χρήσης εκρηκτικών και πυροβολισμών, γεγονός που οδήγησε σε πολυάριθμα θύματα.

Ο Εντμόν Αμπού επιχειρεί να δώσει τη δική του ερμηνεία σε αυτό το αιματηρό φαινόμενο:

«Οι Έλληνες αγαπούν τον θόρυβο και οι πυροβολισμοί μοιάζουν αναπόσπαστο στοιχείο της ευθυμίας τους. Πιστεύουν, όπως και οι Άραβες, πως καμιά γιορτή δεν είναι ωραία χωρίς μπαρούτι. Έτσι, το Πάσχα αντηχεί από έναν αδιάκοπο καταιγισμό πυροβολισμών. Σε αυτή τη χώρα, οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια να σκοτώνονται μεταξύ τους μέσα στην έξαψη της χαράς τους. Και επειδή ο παλικαράς μπορεί να ξεχάσει μια σφαίρα στο όπλο του και, καμιά φορά, από απροσεξία να σκοτώσει τον εχθρό του, η αστυνομία αποφάσισε να απαγορεύσει τους πασχαλινούς πυροβολισμούς, τουλάχιστον στην Αθήνα».

Το βράδυ της Ανάστασης, ο Αμπού ξαγρυπνά μαζί με δεκάδες Αθηναίους και σημειώνει:

«Το 1852, οι αρχές της Αθήνας είχαν λάβει μέτρα για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης. Κι όμως, για δύο ολόκληρες νύχτες, στάθηκε αδύνατο να κλείσουμε μάτι. Μπορεί να μην έπεφταν πλέον πυροβολισμοί στους δρόμους, όμως αντηχούσαν από τα παράθυρα, από τις αυλές των σπιτιών και, στην ανάγκη, ακόμη και μέσα από τις καμινάδες».

Μια πύρινη λάβα που χάνεται στη νύχτα

Την πιο ποιητική ίσως περιγραφή της πασχαλινής Αθήνας, την ώρα που οι μεταμεσονύχτιοι εορτασμοί έφταναν στο τέλος τους, μας την παρέδωσε ο Ζυλ Ριόλ (Jules Riol). Γάλλος συγγραφέας στο γύρισμα του 20ου αιώνα, o Ριόλ έμεινε γνωστός για τα ταξιδιωτικά του κείμενα από την Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή.

Το 1901 κατέγραψε τις εντυπώσεις από την επίσκεψή του στην Αθήνα στο έργο του «Στην Ιερουσαλήμ μέσω Αθήνας και Κωνσταντινούπολης» («À Jérusalem par Athènes et Constantinople»). Οι σημειώσεις του έχουν έντονα βιωματικό χαρακτήρα, καθώς αποτυπώνουν τις πρώτες στιγμές του στην πρωτεύουσα, δίνοντας έμφαση στην ατμόσφαιρα, το τοπίο και το μοναδικό φως της Αττικής γης.

Καθισμένος στο μπαλκόνι ενός δωματίου με θέα την Πλατεία Συντάγματος, μάς μεταφέρει το μαγευτικό θέαμα της κινούμενης «λάβας» που σχηματίζουν οι χιλιάδες μικρές φλόγες καθώς ξεχύνονται ανάμεσα στα σπίτια και χάνονται στα σκοτεινά δρομάκια:

«Η λαμπαδηφορία σφραγίζει την τελετή: ο καθένας παίρνει τον δρόμο της επιστροφής, κρατώντας το κερί του στο χέρι. Ακόμη και όσοι κινούνται με άμαξες δεν σβήνουν το κερί τους. Καθώς η ίδια σκηνή επαναλαμβάνεται σε κάθε εκκλησία, απλώνεται ένα αλλόκοτα γοητευτικό θέαμα: δεκάδες φλογίτσες γλιστρούν και σκορπίζονται μέσα στη σιωπηλή νύχτα. Μισή ώρα αργότερα, βγαίνω στο μπαλκόνι μου, γεμάτος περιέργεια, και τις βλέπω ακόμη να τρεμοσβήνουν, να απομακρύνονται και να χάνονται σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι».

Τρίτη του Πάσχα: Τα «Ρουσάλια» της Λαμπρής

Οι σημειώσεις του Ριόλ φέρνουν στο φως μια ελάχιστα καταγεγραμμένη γιορτή που χάθηκε με το πέρασμα των χρόνων: τα λαμπριάτικα «Ρουσάλια». Πρόκειται για ένα έθιμο λαϊκού χαρακτήρα, το οποίο διατηρούσε στοιχεία παλαιότερων, πιθανώς παγανιστικών τελετουργιών. Κατά τη διάρκειά του, κάτοικοι από κοντινές αγροτικές περιοχές κατέβαιναν στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί τους τα λεγόμενα «ρουσάλια» ή «ρουτζάλια», δηλαδή αυτοσχέδια παιχνίδια και δρώμενα. Αφού επισκέπτονταν φιλικά σπίτια, κατέληγαν στο Θησείο, όπου χόρευαν και τραγουδούσαν μέχρι το δειλινό.

Ο Ριόλ, μη γνωρίζοντας την ακριβή ονομασία, την αποκαλεί «γιορτή των Κολώνων», προφανώς επηρεασμένος από τον χώρο όπου εκτυλίσσονταν το δρώμενο:

«Την Τρίτη του Πάσχα, όλος ο λαός συγκεντρώνεται γύρω από τον ναό του Θησείου. Είναι η δεύτερη γιορτή των Κολώνων, αντίστοιχη με εκείνη που σηματοδοτεί την αρχή της Σαρακοστής. Σε αυτές τις δύο γιορτές μπορεί κανείς να δει συγκεντρωμένα, με μια μόνο ματιά, τους τύπους, τις ενδυμασίες και τα ήθη του ελληνικού λαού. Δεν λείπει τίποτα: ούτε οι ορεσίβιοι από την Πάρνηθα, ούτε ο βασιλιάς, που περιδιαβαίνει έφιππος συνοδευόμενος από την αυλή του».

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εκκλησία αντιμετώπισε το έθιμο με επιφυλακτικότητα, λόγω των προχριστιανικών στοιχείων που διατηρούσε. Σταδιακά, η πρακτική ατόνησε, και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της απορροφήθηκαν από άλλες ανοιξιάτικες λαϊκές γιορτές, όπως οι εορτασμοί της Πρωτομαγιάς.

Πάσχα στην Αθήνα

  • Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης | Μέσα στο πράσινο του Φιλοπάππου, ο βυζαντινός ναός του 16ου αιώνα δημιουργεί ίσως το πιο ατμοσφαιρικό σκηνικό για Επιτάφιο. Η περιφορά στα μονοπάτια του λόφου, μακριά από θορύβους και φώτα, δημιουργεί μια γαλήνη που προσφέρεται για βαθιά βιωματική εμπειρία.
  • Άγιος Φίλιππος Πλάκας | Ένας από τους ιστορικότερους ναούς της Αθήνας, με ρίζες στον 11ο αιώνα, προσφέρει μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Το βράδυ του Επιταφίου, ακολουθήστε την πομπή με τα φαναράκια μέσα στη νυχτερινή Πλάκα, και περπατήστε ανάμεσα σε νεοκλασικά κτίρια και γραφικά λιθόστρωτα μονοπάτια.
  • Άγιος Γεώργιος Λυκαβηττού | Στην κορυφή του Λυκαβηττού, με την Αθήνα να απλώνεται στα πόδια σας, η βραδιά της Ανάστασης θα σας μείνει αξέχαστη. Στον ναό του Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού η πασχαλινή κατάνυξη κορυφώνεται σε ένα φαντασμαγορικό θέαμα, καθώς τα πυροτεχνήματα φωτίζουν μαγευτικά τον αττικό ουρανό.
  • Εθνική Πινακοθήκη | Επισκεφθείτε την Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου και περιηγηθείτε ανάμεσα στα έργα κορυφαίων Ελλήνων ζωγράφων του 19ου αιώνα, όπως οι Θεόδωρος Ράλλης, Νικόλαος Γύζης, Νικηφόρος Λύτρας και Κωνσταντίνος Παρθένης. Οι διάσημες ελαιογραφίες τους αποτυπώνουν πασχαλινά έθιμα και ζωντανεύουν τη συγκίνηση της Μεγάλης Εβδομάδας.
  • Κληματαριά και Δίπορτο | Αν αναζητάτε μια αυθεντική μαγειρίτσα μετά την Ανάσταση, η Κληματαριά προσφέρει τη γεύση ενός αιώνα αθηναϊκής παράδοσης. Επίσης, στο εξίσου ιστορικό Δίπορτο, η μαγειρίτσα σερβίρεται πλούσια και αχνιστή, μέσα σε ατμόσφαιρα παλιάς Αθήνας.
  • Maxim και Rio | Για πασχαλινό τσουρέκι με άρωμα παράδοσης, κατευθυνθείτε στο Maxim, όπου η πολίτικη οικογενειακή συνταγή δίνει ένα αφράτο αποτέλεσμα με άρωμα από βούτυρο και μαχλέπι. Στο Rio, το τσουρέκι εξαφανίζεται πριν καν εμφανιστεί στους πάγκους, ενώ αξίζει και σε φέτες, τηγανισμένες σαν λαμπριάτικες αυγόφετες.

Πηγές

  • Εντμόντ Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνα, μτφρ. Αριστέα Κομνηνέλλη, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2018.
  • Amédée Britsch, La jeune Athènes: une démocratie en Orient, Paris: Plon-Nourrit et Cie, 1910.
  • Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα – Μαρτυρία της εποχής, μτφρ. Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν, Αθήνα: Ερμής, 1981.
  • Jules Riol, À Jérusalem par Athènes et Constantinople, notes de voyage, Paris : impr. de G. Sauleau, 1901.

→ Περισσότερες ιστορίες πόλεων μέσα από τα μάτια σπουδαίων περιηγητών, μπορείτε να βρείτε στον λογοτεχνικό οδηγό πόλης Citimarks.