Life in Athens

1852: Ο πρώτος τουριστικός οδηγός της Αθήνας του Όθωνα

Η Αττική γη πριν τα ξενοδοχεία και τους τουρίστες - σκόνη, ληστές και Παρθενώνας
Δήμητρα Μιχαηλίδη
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς ήταν η Αθήνα το 1852: Ο διασημότερος αρχιτέκτονας του Παρισιού του 19ου αιώνα, Σαρλ Γκαρνιέ γράφει τον πρώτο ταξιδιωτικό οδηγό

Το 1852, ο Σαρλ Γκαρνιέ, ο αρχιτέκτονας του θρυλικού μεγάρου της Όπερας του Παρισιού, επισκέπτεται την Ελλάδα. Το μικρό βαλκανικό κράτος, μισό σε έκταση από το σημερινό, με το βλέμμα του στραμμένο στη Δύση και τα πόδια ριζωμένα στην Ανατολή, προκαλεί μεγάλη εντύπωση στον νεαρό τότε φοιτητή. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, αποφασίζει να συγγράψει πρακτικές οδηγίες για τους μελλοντικούς ταξιδιώτες του «ημιάγριου» Νότου. Το πόνημα που θα προκύψει δεν θα είναι ένα ακόμα βιβλίο περιγραφών και εντυπώσεων: θα γίνει ο πρώτος γαλλόφωνος ταξιδιωτικός οδηγός της Αθήνας του Όθωνα, και θα φέρει την υπογραφή του διασημότερου αρχιτέκτονα του μοντέρνου Παρισιού.

Στις σελίδες του, ο ταξιδιώτης της εποχής μπορούσε να βρει χρήσιμες συμβουλές για το τι ρούχα να πάρει, ποια μέρη να επισκεφθεί, τι έξοδα να υπολογίζει, ποιες παγίδες να προσέξει. Ακόμα και σήμερα, οι σημειώσεις του εντυπωσιάζουν με τη διεισδυτική τους ματιά και τον πλούτο της πληροφορίας. Ανοίγουν ένα παράθυρο σε μια πόλη που δύσκολα πλέον μπορούμε να φανταστούμε. Μια Αθήνα γεμάτη σκόνη, πλανόδιους με φουστανέλες και ληστές ζωσμένους καριοφίλια. Αλλά και ένα λίκνο μνημείων ανυπέρβλητης αισθητικής να δεσπόζει λαμπρό στον ανοιχτό αττικό ορίζοντα.

Το Γκραν Τουρ

Ο επισκέπτης της Ελλάδας του 19ου αιώνα ήταν ένας περιηγητής του αρχαίου κόσμου. Μελετούσε ιστορία, διάβαζε Όμηρο και θαύμαζε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό για τα επιτεύγματα που κληροδότησε στη Δύση: το δημοκρατικό πολίτευμα, τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη ρητορική. Στην Ευρώπη είχε ήδη καθιερωθεί ο θεσμός του Γκραν Τουρ: αριστοκρατικές οικογένειες του Βορρά έστελναν τους εκλεκτούς τους γόνους σε πολύμηνα ταξίδια στη Βενετία, τη Ρώμη, την Πομπηία και άλλες ιστορικές πόλεις του Νότου, με στόχο να μελετήσουν σπουδαία έργα τέχνης και να εμβαθύνουν την κλασική τους παιδεία. Το προνόμιο αυτής της μοναδικής περιήγησης είχαν νέοι που αργότερα θα διέπρεπαν στη διανόηση — Σατωμπριάν, Γκαίτε, Λόρδος Μπάιρον —, στην πολιτική — Μπίσμαρκ, Τσώρτσιλ — και στις τέχνες — Τέρνερ, Πουσσέν, Γκαίνσμπορο. 

Μια πόλη για τολμηρούς

Ωστόσο, το ταξίδι στο μικρό Βασίλειο του Όθωνα απείχε πολύ από την ειδυλλιακή εμπειρία που, έναν αιώνα αργότερα, θα υπόσχονταν οι μπροσούρες του ΕΟΤ και της Air France. Με τα πεδία των μαχών ακόμα ανοιχτά σε Ήπειρο και Θεσσαλία και το ταξίδι με πλοίο γεμάτο εκπλήξεις, η επίσκεψη στην «εξωτική» Ελλάδα αποτελούσε ένα παρακινδυνευμένο εγχείρημα το οποίο ελάχιστοι ταξιδιώτες, κυρίως άνδρες, νέοι και εκ φύσεως περιπετειώδεις, ήταν διατεθειμένοι να τολμήσουν.

Ένας τέτοιος θαρραλέος νεαρός ήταν και ο Σαρλ Γκαρνιέ. Γεννημένος στο Παρίσι, μεγαλωμένος σε ταπεινή αστική οικογένεια, με πατέρα τεχνίτη, έρχεται από νωρίς σε επαφή με τον κόσμο της κατασκευής. Λαμπρό πνεύμα, σπουδάζει αρχιτεκτονική στη θρυλική École des Beaux-Arts, όπου γρήγορα ξεχωρίζει για τη σχεδιαστική του δεινότητα. Στα 23 του χρόνια κερδίζει το ανώτατο βραβείο για νέους καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες, το Prix de Rome, διάκριση που του προσφέρει την ευκαιρία μιας πενταετούς διαμονής στη Ρώμη. Εκεί, το ενδιαφέρον που αναπτύσσει για την αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική θα τον ωθήσει να ταξιδέψει νοτιότερα, στην Αθήνα, προκειμένου να μελετήσει τα αρχαία μνημεία από κοντά.

Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, κουβαλώντας στις αποσκευές του την Οδύσσεια και την Ελλάδος Περιήγησιν του Παυσανία, ο Γκαρνιέ αφήνει τη Ρώμη και ξεκινά έναν περίπλου που θα τον οδηγήσει από τους Δελφούς και την Κόρινθο στην Αίγινα, και από εκεί στο λίκνο της θεάς Αθηνάς.

Αναδυόμενη Ακρόπολη

Διαβάζοντας κανείς ταξιδιωτικές σημειώσεις προηγούμενων αιώνων, οφείλει να έχει διαρκώς κατά νου την απόσταση που χωρίζει το χθες από το σήμερα. Μια απόσταση που αποτυπώνεται, πριν από όλα, στη γεωγραφία κάθε τόπου. Οι περιγραφές του Γκαρνιέ μάς θυμίζουν ότι, έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, η σχεδόν ανύπαρκτη αστική δόμηση των Αθηνών επέτρεπε στα πλοία να διακρίνουν την Ακρόπολη πολύ πριν δέσουν στις ακτές του Φαλήρου ή του Πειραιά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι σελίδες των περιηγητικών βιβλίων της εποχής πλημμύριζαν από ονειρικές εικόνες της αττικής γης, όπως την πρωτοαντίκριζαν οι επιβάτες στα καταστρώματα, κάτω από το ροδαλό φως του δειλινού.

«Σας προτρέπω θερμά να προσεγγίσετε την Ελλάδα μέσω της Αδριατικής Θάλασσας: τα Επτάνησα και ο υπέροχος Πατραϊκός κόλπος θα σας καλωσορίσουν αξιοπρεπώς στη χώρα,» συμβουλεύει ο Γκαρνιέ και συνεχίζει: «καθώς το πλοίο θα περνά ανάμεσα από την Αίγινα και τη Σαλαμίνα, η Ακρόπολη θα αναδυθεί σε όλο της το μεγαλείο, λουσμένη από τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου. [...] Αφήστε την Ιταλία για το ταξίδι της επιστροφής, ώστε να μπορείτε να συγκρίνετε τις ομορφιές των μνημείων της με την ελληνική τέχνη από την οποία, εξάλλου, κατάγονται.»

Οι τζέντλεμεν-υπηρέτες

Όπως και σήμερα οι ξεναγοί μάς είναι απαραίτητοι, ιδίως σε μακρινούς προορισμούς, έτσι και στην Αθήνα του Όθωνα ο επισκέπτης ήταν εξαρτημένος από την καθοδήγηση των ντόπιων. Οι επίδοξοι ξεναγοί, γνήσια εμπορικά δαιμόνια, αντιλήφθηκαν αμέσως την αξία μιας πειστικής εξωτερικής εμφάνισης για την προσέλκυση πελατών. Δανείζονταν, λοιπόν, πολυτελή ρούχα και έσπευδαν στο λιμάνι, καλοντυμένοι και ατσαλάκωτοι, έτοιμοι να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στους εκλεκτούς ταξιδιώτες.

Ο Γκαρνιέ προειδοποιεί: «Σε κάθε πλοίο θα διακρίνετε καμιά δεκαριά Έλληνες, υπέροχα ντυμένους. Θα σας πλησιάσουν με μεγάλη ευγένεια. Φοράνε πλούσιες ενδυμασίες · όμως προσέξτε να μην τους περάσετε για πρίγκιπες. Δείτε τους ως απλούς υπηρέτες, που θα σας ζαλίσουν με φωνές και χειρονομίες αν δεν πάρετε γρήγορα μια απόφαση. Σας προτρέπω να επιλέξετε γρήγορα εκείνον που σας φαίνεται ο πιο έντιμος ή ο πιο έξυπνος. Τότε θα γίνετε, κατά κάποιο τρόπο, ιδιοκτησία του και οι υπόλοιποι θα σας αφήσουν επιτέλους ήσυχους. Αν γνωρίζετε καλά τη γλώσσα και έχετε ήδη επιλέξει κάποιο ξενοδοχείο, θα μπορέσετε να κάνετε χωρίς τις υπηρεσίες του. Αν όμως δεν είστε εξοικειωμένοι με τα έθιμα της χώρας, η καλύτερη επιλογή είναι να θέσετε τον εαυτό σας υπό την κηδεμονία ενός από αυτούς τους προστάτες-υπηρέτες.»

Ο Γκαρνιέ δείχνει να αντιλαμβάνεται πλήρως το υπερκέρδος που προκύπτει από τις υπηρεσίες αυτές, το οποίο όμως δικαιολογεί απόλυτα, συγκρίνοντάς το με τα απρόβλεπτα κόστη μιας επίσκεψης χωρίς ξεναγό: «Για να φτάσετε στην Αθήνα χωρίς προβλήματα ή ταλαιπωρία, θα σας κοστίσει περίπου δέκα φράγκα: ο υπηρέτης θα αναλάβει τις αποσκευές σας, θα τις μεταφέρει από το πλοίο στο λιμάνι, μετά στην άμαξα για στην Αθήνα · τέλος, θα τις περάσει από το τελωνείο χωρίς έλεγχο, έναντι, βεβαίως, μιας μικρής αμοιβής. Θα πληρώσει επίσης τον αμαξά και θα φροντίζει για όλα τα φιλοδωρήματα. Από τα δέκα φράγκα που του δώσατε, ίσως τελικά να ξοδέψει τα πέντε. Αν όμως ήσασταν μόνος, θα ξοδεύατε δεκαπέντε — και αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, θα σήμαινε ότι θα αντιμετωπίζατε και κάποια σοβαρή δυσκολία.»

Κύματα, πέτρες και κουνούπια

Το σύνηθες δρομολόγιο των επισκεπτών της εποχής περιλάμβανε ιστορικά τοπόσημα της Πελοποννήσου — Μυκήνες, Επίδαυρος, Αρχαία Ολυμπία — αλλά και εμβληματικά νησιά της αρχαιότητας, όπως η Δήλος και η Σαντορίνη. Οι περιηγητές περνούσαν μερόνυχτα πάνω σε ανεμοδαρμένα καράβια, και, μετά την αποβίβαση, έπρεπε να διανύσουν χιλιόμετρα σε κακοτράχαλα μονοπάτια που μόνο αργότερα, προς το τέλος του 19ου αιώνα, θα καλύπτονταν σταδιακά με άσφαλτο.

Μπροστά σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ο Γκαρνιέ προτείνει πρακτικές λύσεις ένδυσης: «Εξοπλιστείτε με ένα χοντρό ναυτικό παλτό. Στο κατάστρωμα του πλοίου θα σας χρησιμεύσει είτε ως στρώμα, για να το απλώσετε κάτω, είτε ακόμη και ως κουβέρτα, για να προφυλαχθείτε από τον άνεμο. [...] Μην ξεχάσετε να πάρετε γερά παπούτσια με χοντρές σόλες [...] για να μπορείτε να σκαρφαλώνετε άφοβα στα βράχια και τις πέτρες. Οι γκέτες θα σας βοηθήσουν να διασχίσετε μέσα από τα μεγάλα γαϊδουράγκαθα που περιβάλλουν τα ελληνικά ερείπια…».

Στο τέλος της ημέρας, οι περιηγητές κατέληγαν στα «χάνια»: πρόχειρα καταλύματα που παρείχαν οι ντόπιοι έναντι μικρής αμοιβής. Στη φιλοξενία περιλαμβάνονταν ένα δωμάτιο — με ή χωρίς παράθυρα — και ένα υποτυπώδες γεύμα. «Προμηθευτείτε ένα τσόχινο καπέλο, γκρι ή μαύρο, που θα σας προστατεύει από τον ήλιο, αλλά και θα χρησιμεύσει για να κλείνετε τις τρύπες στους τοίχους του δωματίου σας,» σημειώνει ο ευρηματικός αρχιτέκτονας, συμπληρώνοντας με χιούμορ: «…όσο για το εντομοκτόνο Βικά, θα χρειαστείτε γενναίες ποσότητες για ένα αποτέλεσμα, μάλλον, πενιχρό.»

Οι φτωχοδιάβολοι των Αθηνών

Οι περιηγητές, έχοντας ως μοναδικό σημείο αναφοράς τους τα αρχαία κείμενα και τις ρομαντικές ελαιογραφίες των μουσείων της Ευρώπης, μάταια αναζητούσαν μια Αθήνα θαμμένη κάτω από τα ερείπια των αιώνων. Το 1852, εμβληματικά μνημεία, όπως η ρωμαϊκή αγορά, δεν είχαν ακόμα ανασκαφεί, ενώ οι εργασίες αναμαρμάρωσης του Παναθηναϊκού Σταδίου θα ξεκινούσαν μόλις προς το τέλος της δεκαετίας. Τα Ανάκτορα, μαζί με ελάχιστα παρακείμενα μέγαρα, υψώνονταν αμήχανα ανάμεσα στα αμπέλια και τα περιβόλια της πλατείας Συντάγματος.

Οι λίγες χιλιάδες κάτοικοι επιδίδονταν σε βιοποριστικά επαγγέλματα, όπως εκείνα του αγωγιάτη, του ζευγά και του γυρολόγου, που μετά βίας τους εξασφάλιζαν τα προς το ζην. Επρόκειτο για έναν κατά βάση αγροτικό πληθυσμό, ελλιπώς μορφωμένο, με τραχείς τρόπους που συχνά ξένιζαν τον επισκέπτη των μεγάλων πόλεων του Βορρά.

Ο Γκαρνιέ εφιστά την προσοχή: «Όσον αφορά τους κατοίκους — δεν αναφέρομαι στην υψηλή κοινωνία — να είστε αυστηρός, ιδίως με όσους χρειαστεί να σας εξυπηρετήσουν. Μόνο έτσι θα κερδίσετε την εκτίμησή τους και, τελικά, μια καλύτερη εξυπηρέτηση. Αν, δε, έρθουν να καθίσουν πάνω από τα πιάτα σας την ώρα που τρώτε, πάρτε τους απαλά από τον ώμο και οδηγήστε τους έξω από την πόρτα. Θα φύγουν με το χαμόγελο στα χείλη, ευχαριστημένοι που ήρθαν πιο κοντά με έναν εφέντη.»

Το φαινόμενο της ληστείας, που μάστιζε την Αθήνα και την επαρχία έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, δεν πέρασε απαρατήρητη από τον νεαρό αρχιτέκτονα: «Μην επιδεικνύετε τα χρήματά σας. Κάθε φορά που πληρώνετε, κάντε να φαίνεται σαν είναι το τελευταίο τάλιρο που έχετε στην τσέπη σας. Καλό είναι να μην βάζετε κανέναν σε πειρασμό. [...] Φροντίστε, ωστόσο, να είστε γενναιόδωροι με αυτούς τους φτωχοδιάβολους. Ζουν μια άθλια ζωή στην όμορφη χώρα τους. Ακόμη και η ελάχιστη ελεημοσύνη μπορεί να τους βοηθήσει να αγοράσουν μια κουβέρτα για τον χειμώνα.»

«Αττική γη, σε θυμάμαι και καρδιοχτυπώ!»

Ο Οδηγός του Γκαρνιέ μάς αποκαλύπτει μια πόλη που, παρά τη σαφή της καθυστέρηση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις — ή ίσως και χάρη σε αυτή — κατορθώνει να εμπνεύσει τους περιηγητές της. Ο αρχιτέκτονας του λαμπερού Παρισιού προτρέπει τους επισκέπτες να παραμερίσουν τα σκόρπια ερείπια, τους ληστές και τη σκόνη των δρόμων και, τελικά, να απολαύσουν την Αθήνα με τα μάτια της ψυχής τους:

«…το επόμενο πρωί, σπεύσατε στην Ακρόπολη, χωρίς βιβλία ή μολύβια. Απλώς πηγαίνετε να δείτε, να νιώσετε, να θαυμάσετε. [...] H θέα αυτών των μνημείων θα ανυψώσει το πνεύμα και τον ενθουσιασμό σας. Θα πιστέψετε ότι από όλες τις τέχνες, η αρχιτεκτονική είναι η πιο όμορφη, η πιο ισχυρή, αυτή που μιλάει πιο βαθιά στην ψυχή και γεννά τις μεγαλύτερες ιδέες. [...] Στους περασμένους αιώνες της ελληνικής ομορφιάς, η αρχιτεκτονική αφομοίωνε τα πάντα, και η ζωγραφική και η γλυπτική, αντί να απομονώνονται, συνέβαλλαν από κοινού στη λαμπρότητα του κτιρίου.

[...] Καθίστε στο κατώφλι του Παρθενώνα ή στους πρόποδες των Προπυλαίων, και θα νιώσετε την ίδια έλξη που αισθάνεται κανείς στην ακροθαλασσιά. Περνά κανείς ώρες κοιτάζοντας τους ίδιους κίονες, θαυμάζοντας την καθαρότητα των γραμμών τους και αφήνοντας το βλέμμα του να χαϊδέψει τις χαριτωμένες καμπύλες των λοβών και των ελίκων. Το επιβλητικό μεγαλείο του Παρθενώνα και των Προπυλαίων, η κομψότητα του Ναού της Φτερωτής Νίκης και του Ερεχθείου θα ξυπνήσουν μέσα σας τα πιο γλυκά και ευγενή αισθήματα.»

Στο τέλος, σε μια έξαρση ενθουσιασμού που φαίνεται να τον κυριεύει, αναφωνεί στο κείμενό του:

«[...] Αττική γη, βράχε της θέας Αθηνάς, Παρθενώνα, σας θυμάμαι και ακόμη καρδιοχτυπώ! Αντικρίζοντάς σας, κατάλαβα τη μαγική δύναμη της τέχνης και το μεγαλείο της αρχαίας αρχιτεκτονικής! [...] Αν εμείς, οι αρχιτέκτονες, μπορούσαμε να έχουμε ένα θέαμα σαν αυτό του Παρθενώνα να ξετυλίγεται μπροστά μας, κάθε μέρα, θα μπορούσαμε να κάνουμε πέρα τις ανούσιες ιδέες για να αποθεώσουμε το μεγαλείο και την απλότητα της αρχαίας δημιουργίας».

Η Αθήνα του 1852

  • Πύλη Μπελέ | Η εμβληματική πύλη στους πρόποδες των Προπυλαίων υπήρξε σημείο αναφοράς στις ταξιδιωτικές σημειώσεις των απανταχού επισκεπτών του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης.
  • Πύλη του Αδριανού | Η ελληνική «Αψίδα του Θριάμβου» ήταν σύμβολο της νέας πόλης στα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ σηματοδότησε την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην Αθήνα, όταν πέρασαν μέσα από αυτήν οι επαναστάτες τον Απρίλιο του 1821.
  • Πανελλήνιον Σκακιστικό Καφενείο | «Το ψεύδος και η υποκρισία στο σκάκι δεν επιζούν» διαβάζουμε στην επιγραφή ενός από τα ιστορικότερα καφενεία της Αθήνας. Καφές, ούζο και μεζέδες σερβίρονται σε μαρμάρινα τραπέζια κάτω από κάδρα θρυλικών σκακιστών που «επιβλέπουν» τα περίφημα τουρνουά του Σαββάτου.
  • Ξενοδοχείο «Εμπορικόν» | Σε ένα υπέροχα ανακαινισμένο Νεοκλασικό κτίριο, γεμάτο από διακοσμητικές πινελιές του 19ου αιώνα, το «Εμπορικόν», στην οδό Αιόλου, με θέα την Ακρόπολη, μας φέρνει στη γειτονιά που φιλοξένησε τα πρώτα ξενοδοχεία της σύγχρονης Αθήνας.
  • Giorgio Hatter | Περιπλανηθείτε με στυλ, σαν γνήσιος φλανέρ, στα χνάρια του Σαρλ Γκαρνιέ, φορώντας ένα καπέλο Φεντόρα, μια τραγιάσκα ή ένα ψάθινο Παναμά στο πιο ενημερωμένο πιλοπωλείο της Αθήνας.
  • Δίπορτον | «Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές, απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα, όλη παρέα πίναμε εψές» έγραφε ο Κώστας Βάρναλης καθισμένος στα τραπεζάκια του Δίπορτου. Στο ιστορικό αυτό μαγέρικο του κυρ Μήτσου, τα ακούραστα τσουκάλια αναδύουν άρωμα παλιάς Αθήνας.

Πηγές

  • Marie-Gabriel-Florent-Auguste de Choiseul-Gouffier, Voyage pittoresque de la Grèce. Paris: J. J. Blaise, 1782–1822.
  • Robert Eisner, Travelers to an Antique Land: the history and literature of travel to Greece, The University of Michigan Press, 1991.
  • Charles Garnier, «Guide du jeune architecte en Grèce», Revue générale de l’architecture, no 17, 1859.
  • Michael Graves, Images of a grand tour, Princeton Architectural Press, New York, 2005.
  • Francis Hervé, A Residence in Greece and Turkey; with Notes of the Journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan. London: Whittaker & Co., 1837.