Life in Athens

5 γνωστοί Αθηναίοι μιλούν για τα Εξάρχεια

 Η πιο δημόσια γειτονιά της πόλης

Τάκης Σκριβάνος
ΤΕΥΧΟΣ 471
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Σ’ αυτό το νησί κυκλοφορούν πτηνά που έρπουν, ψάρια που ίπτανται» μας ψιθύρισε η ραδιοφωνική παραγωγός Θέκλα Τσελεπή για τη γειτονιά της, που ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης χαρακτήρισε την «πιο δημόσια της πόλης». Και άλλοι μας εξομολογήθηκαν ιστορίες από τα Εξάρχεια.

n

Για τα Εξάρχεια

Του Πέτρου Μπιρμπίλη *

Την πρώτη φορά που έγινα κάτοικος Εξαρχείων ήμουν δεκαεννέα ετών, το 1980. Ήταν το πρώτο μου σπίτι μακριά από την οικογένεια. Το μοιραζόμουν με έναν Αμερικανό ζωγράφο και δύο συμφοιτητές από τη σχολή κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου. Δεν είχα έπιπλα. Κοιμόμουν σε ένα διπλό στρώμα στο πάτωμα, με μοναδικό φωτισμό μια μπλε λάμπα φθορίου και ένα γλόμπο στο τέλος μιας μπαλαντέζας. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ «κουκουρίκου». Γενικά και προσωπικά. Με πολλά γέλια, με πολλά κλάματα και με πολλά νεανικά αδιέξοδα τα οποία όξυναν οι κακές συνήθειες και τα ξενύχτια.

Να μερικές εικόνες που έρχονται αυθόρμητα στο κεφάλι μου στο άκουσμα της λέξης «Εξάρχεια». Ένα βράδυ, χειμώνας ήταν, δεκαετία του ’80 όπως είπα, χιόνιζε, κι εγώ είχα πονόδοντο φοβερό, οπότε, για να μη τον σκέφτομαι, πήρα το sleeping bag και ανέβηκα να περάσω τη νύχτα στην ταράτσα. Δεν κοιμήθηκα, δεν τα κατάφερα, αλλά έμεινα εκεί ξαπλωμένος μέσα στο χιόνι πάνω από μισή ώρα. Ρομαντισμός στα όρια της πνευμονίας. Ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ήταν μια γιαγιά που έπασχε από αλτσχάιμερ. Άλλοτε με θυμόταν, άλλοτε όχι. «Α, γεια σας, τι κάνετε, νεαρέ;» ρωτούσε με αριστοκρατικό αέρα όποτε είχε διαύγεια. Άλλες φορές, που της χτυπούσα για να της δώσω το ενοίκιο, με αντιμετώπιζε σαν κακοποιό: «Ποιος είστε, κύριε; Τι θέλετε;», ρωτούσε με σμιγμένα τα φρύδια. Είχε και μια κόρη, ανύπαντρη, αυτό που λέγανε παλιά γεροντοκόρη, πάνω από πενήντα ετών. Αυτή φορούσε περούκες της εποχής του τσάρλεστον και μακριές ψεύτικες βλεφαρίδες. Έτσι κυκλοφορούσε ακόμη και μέσα στο σπίτι. Είχαν κι ένα κοτέτσι στην ταράτσα. Με κότες. Όταν έκανε κρύο, τις μετέφεραν στο παταράκι του μπάνιου τους. Μέσα στο διαμέρισμα. «Κρίμα, κρίμα τα ζωάκια» έλεγε η κόρη. «Ζωή έχουν κι αυτά». Από την εποχή εκείνη θυμάμαι επίσης το σπίτι ενός ιδιόρυθμου Κρητικού, που έμενε απέναντι, ο οποίος δεν κοιμόταν ποτέ τα βράδια. Μια μέρα το σπίτι του έπιασε φωτιά. Κάηκαν όλα. Κι έναν παλαβό καλλιτέχνη σε ένα ρετιρέ, και μια επίδοξη νεαρή ηθοποιό που πουλούσε γαρδένιες στα σκυλάδικα για να τα βγάζει πέρα. Θυμάμαι και τη Σόνια, μια μοναχική τραβεστί, που αργότερα τη βρήκαν δολοφονημένη στα βράχια της Βουλιαγμένης. Τι να πρωτοθυμηθώ; Και βέβαια τις συμπλοκές μεταξύ μπάτσων και αναρχικών. Συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Εδω και πέντε χρόνια ζω πάλι στα Εξάρχεια, αλλά στη Νεάπολη, προς Λυκαβηττό μεριά, εκεί όπου οι σκληροπυρηνικοί Εξαρχιώτες το αποκαλούν Βόρεια Προάστεια της περιοχής.

Η τοποθεσία θυμίζει παλιά Αθήνα και οι γείτονές μου είναι καλλιτέχνες, μια ιερόδουλη, αρκετοί φοιτητές, δυο γνωστοί blogers, ένας μάγειρας της τηλεόρασης, δυο Ινδοί, δυο Βούλγαροι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αλλά και η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα της Εθνικής Πινακοθήκης, και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας με την αστυνομική προστασία του. Ένα σωρό φανερούς και κρυφούς ασφαλίτες και τρεις λιμουζίνες με φιμέ παράθυρα. Δεν θα μπορούσα να παραλείψω τον εξηνταφεύγα άνδρα που μέχρι πέρσι φιλοξενούσε ίσως το μεγαλύτερο σεξουαλικό όργιο της Αθήνας. Για άνδρες μόνο. Έπος. Είκοσι τέσσερις ώρες κάθε μέρα, εφτά μέρες την εβδομάδα, κόσμος έμπαινε κόσμος έβγαινε. Έφυγε τώρα κι έτσι τελείωσε το μεγάλο πάρτι. Το διαμέρισμα αυτό, κατά παράξενη σύμπτωση, βρισκόταν κοντά στο σπίτι της πιο διάσημης εταίρας που πέρασε από την Αθήνα. Της περίφημης Γκαμπριέλας Ουσάκοβα που είχε κακό τέλος. Τη στραγγάλιξαν σε μεγάλη ηλικία, αρχές του ’90. Πάντως όσοι τη θυμούνται, οι παλιοί, πολύ την αγαπούσαν, γιατί βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη από χρήματα. Αυτά τα λίγα έχω να πω, παρότι είναι πολλές περισσότερες οι αναμνήσεις μου από τα Εξάρχεια.

* Ο Π.Μ. είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο «Η μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη» κυκλοφορεί από τις εκδ. Bibliothèque.


n

Θυμάμαι

Του Γιάννη Ιορδανίδη *

Όταν ήρθα στην Ελλάδα, μετά από 20 χρόνια παραμονής μου στο Παρίσι, και ανακοίνωσα στη μητέρα μου πως θ’ αγόραζα σπίτι στα Εξάρχεια, έγινε χαλασμός. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μ’ εμποδίσει, εγώ όμως είχα πάρει την απόφασή μου.

Πρέπει να πω πως γνώριζα καλά την περιοχή από τη δεκαετία του ’70, όταν κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη για να συνεργαστώ με τον Δημήτρη Χορν στον «Ριχάρδο Γ΄» και συγχρόνως να φοιτήσω στο τελευταίο έτος της Δραματικής Σχολής του Κωστή Μιχαηλίδη που βρισκόταν στη Σπυρίδωνος Τρικούπη –σήμερα ένα εγκαταλελειμμένο και μισογκρεμισμένο κτίριο–, που για δεκαετίες είχε στεγάσει τα όνειρα και τις ελπίδες κάποιων νέων ανθρώπων.

Ο άλλος συνδετικός μου κρίκος με τα Εξάρχεια είναι φυσικά ο Μίνως Βολανάκης, που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην επιλογή μου να πάρω σπίτι εδώ. Ο Μίνως έμενε κι αυτός στη Σπυρίδωνος Τρικούπη και λίγο πιο πάνω στη Σκυλίτση ήταν το σπίτι της μητέρας του, της κυρίας Ιφιγένειας. Στον ίδιο δρόμο είχε και το γραφείο του όπου έπεσε εκείνο το μοιραίο βράδυ, στις 15 Νοέμβρη ’99, για να μην ξανασηκωθεί ποτέ.

Με τον Μίνω βρισκόμασταν συχνά στην πλατεία, στη γνωστή καφετέρια που σύχναζε, ή πηγαίναμε για φαγητό στο άλλο γνωστό στέκι, το μαγεριό της Μπενάκη. Τον θυμάμαι μια φορά την ώρα που τρώγαμε να απαγγέλλει Κάλβο αγνοώντας τους θαμώνες, ενώ τα δάκρυά του έτρεχαν ασταμάτητα πάνω από μια μακαρονάδα που είχε μπροστά του.

Ο Μίνως σε πολύ νεαρή ηλικία ήταν συνεργάτης του Κουν, που είχε πιάσει ένα διαμέρισμα στη Ζωοδόχου Πηγής, σχεδόν γωνία με τη Σόλωνος κι εκεί το ’42 είχε στεγάσει την πρώτη του Δραματική Σχολή, που ήταν το φυτώριο του Θεάτρου Τέχνης. Σήμερα μια παλιά ταμπέλα είναι εκεί, μαυρισμένη από τον καιρό και σχεδόν αόρατη, για να μη θυμίζει σε κανέναν πως σ’ αυτό το νεοκλασικό, που σήμερα είναι σφραγισμένο, γεννήθηκε ένα μεγάλο κεφάλαιο του νεοελληνικού πολιτισμού.

Σ’ αυτόν τον ίδιο δρόμο, Ζωοδόχου Πηγής και Δερβενίων, έμελλε να φιλοξενηθώ κι εγώ στη δεκαετία του ’90, σ’ ένα διαμέρισμα ενός διώροφου του ’30, όπου έμεναν οι γονείς της φίλης σκηνογράφου Λιλής Κεντάκα. Απ’ το ίδιο αυτό διαμέρισμα μόλις είχε μετακομίσει ο Γιώργος Ζιάκας, ενώ στον από κάτω όροφο βρισκόταν η Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη, που πολλές φορές, με τον Γιάννη Φέρτη, τη Νόνικα Γαληνέα και πολλούς πολλούς άλλους ήμασταν καλεσμένοι κι έπρεπε εξάπαντος να δώσουμε το «παρών», αλλιώς ποιος άκουγε τον Γιώργο, στον ετήσιο αποκριάτικο χορό της σχολής.

Ένας άλλος, όχι λιγότερο σημαντικός κρίκος στις μνήμες μου, είναι ο Παύλος Μάτεσις, που όταν δεν βρισκόμασταν στο σπίτι μου ή στο δικό του στην Μπενάκη, βγαίναμε για καφέ και πολλές φορές μου διάβαζε κάποιο απόσπασμα από κάτι που έγραφε και πάντα, με το ιδιόρρυθμο εκείνο χιούμορ που τον χαρακτήριζε, σχολίαζε καυστικά πρόσωπα και γεγονότα.

Τελικά το σπίτι που αγόρασα βρίσκεται στην Καλλιδρομίου, λίγο πιο πέρα από το σπίτι του Ξαρχάκου. Συναντιόμασταν λοιπόν συχνά εκεί για να δουλέψουμε με τον Σταύρο, όταν έγραφε την εξαιρετική μουσική για τη παράσταση της «Τρισεύγενης» του Παλαμά, που σκηνοθετούσα.

Μα κι ο Παλαμάς έμενε στα Εξάρχεια, όπως και άλλοι πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ας θυμηθούμε την Ελένη Παπαδάκη, που είχε γεννηθεί σ’ ένα αρχοντικό, στο 70β της Ιπποκράτους, και που πριν 70 χρόνια έμελλε να γίνει ένα από τα πρώτα θύματα του εμφυλίου, ή τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που μέσα στο σπίτι της Κουντουριώτη, πριν 70 χρόνια κι αυτός, έδινε μ’ ένα πιστόλι τέλος στη ζωή του.

Μνήμες από το παρελθόν, ριγμένες σκόρπια στο χαρτί, απ’ το πιο «ατίθασο» παιδί της πόλης, τα Εξάρχεια, που παρά την «κακή» τους φήμη ασκούν πάνω μου μια γοητεία.

*Ο Γ.Ι. είναι θεατρικός σκηνοθέτης.


n

Σε ποιον ανήκουν τα Εξάρχεια

Του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη*

Υπάρχουν γειτονιές όμορφες, άσχημες, πλούσιες, υποβαθμισμένες, λαϊκές, αριστοκρατικές, ανοιχτές ή περίκλειστες· η Αθήνα διαθέτει κάθε είδους.

Τα Εξάρχεια πάλι είναι απλώς η πιο δημόσια γειτονιά της πόλης. Δεν ανήκει μονάχα στους κατοίκους ή τους επισκέπτες της. Δεν είναι ακριβώς ένα ακόμη δημοτικό διαμέρισμα του κέντρου με λίγες παραπάνω ιδιαιτερότητες, δεν αποτελεί πέρασμα ή προορισμό με τη συνηθισμένη έννοια. Ένα ασταμάτητο χωνευτήρι είναι τα Εξάρχεια, το στομάχι και μαζί το διάφραγμα της πόλης, που άλλοτε γελά, τραγουδά και δημιουργεί κι άλλοτε οργίζεται και ξεσπά ανεξέλεγκτα. Ένα ζωντανό βαρόμετρο των ψυχικών διαθέσεων, του πολιτικού κλίματος, των καλλιτεχνικών τάσεων, της ηρεμίας ή της αναταραχής, όπως αποτυπώνονται στην καθημερινότητα της τσιμεντένιας θάλασσας που τα κυκλώνει από παντού. Τα Εξάρχεια δεν ανήκουν σε κανέναν συγκεκριμένα, αυτό είναι το κυριότερο γνώρισμά τους· ανήκουν σ’ όλη την πόλη. Όσοι μένουν ή εργάζονται εδώ το ξέρουν καλά πως δεν πρόκειται για αναγκαστική μοιρασιά μα για ελεύθερη επιλογή που συχνά αποδίδει ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Φυσικά συμβαίνουν και ατυχήματα. Οι ανοιχτοί χώροι είναι ευεπίφοροι σ’ αυτά και τούτο είναι το τίμημα της εξωστρέφειάς τους και της ανοχής τους στο καινούργιο και το διαφορετικό.

Ζω εδώ είκοσι πέντε χρόνια, έτσι τα βλέπω τα πράγματα.

*Ο Κ.Τ. είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο «Η πόλη και η σιωπή» κυκλοφορεί από τις εκδ. Καστανιώτη.


n

Το Εξάρχειο είναι ένα νησί στη μέση τού ωκεανού

Της Θέκλας Τσελεπή *

Εκεί πέρα κυκλοφορούν πτηνά που έρπουν, ψάρια που ίπτανται και διάφορα άλλα είδη, που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί από την επιστήμη.

Το νησί έχει το δικό του μικροκλίμα, τουτέστιν, λιακάδα μες στην καταχνιά, τροπικές καταιγίδες, κι άλλοτε θανατηφόρα ξηρασία.

Άλλο παράδοξο του Εξάρχειου είναι πως όσο τ’ αναζητάς, τόσο απομακρύνεται.

Αυτό ίσως να συμβαίνει διότι, όπως έλεγαν οι μάγκες που τους πάτησε το τρένο της μεγάλης παραλλαγής, το Εξάρχειο δεν είναι προορισμός, είναι ο δρόμος.

Υ.Γ. Εκεί, εδώ δηλαδή, βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας από την πλευρά της μητέρας μου. Στέκει ακόμη ορθό.

*Η Θ.Τ. είναι ραδιοφωνική παραγωγός.


n

Τα Εξάρχεια των κόμικς

Της Νίκης Τζούδα *

Το σπίτι μου ποτέ δεν ήταν στα Εξάρχεια. Από το 1981 όμως, που ανοίξαμε τη «Βαβέλ», εδώ ζω, εδώ εργάζομαι, εδώ κινούμαι, αυτή είναι η γειτονιά μου. Τα Εξάρχεια ήταν και παραμένουν ένας ζωντανός και ανοιχτός χώρος, όπου ζουν και εργάζονται δημιουργικοί άνθρωποι. Και καθώς η δημιουργία είναι συνυφασμένη με τη ρήξη, η περιοχή είχε ανέκαθεν αυτή την αύρα ελευθερίας και ανεκτικότητας διατηρώντας ταυτόχρονα και την οικειότητα της παλιάς γειτονιάς, παρότι βρίσκεται στο κέντρο.

Τη «Βαβέλ» δεν θα μπορούσαμε να τη φανταστούμε σε άλλη γειτονιά. Ακόμα και σήμερα, που το περιοδικό έχει κλείσει, το γραφείο των εκδόσεών μας βρίσκεται στη Θεμιστοκλέους. Και είναι πάντα κάτι περισσότερο από ένα γραφείο... είναι κυρίως ένας χώρος συνάντησης φίλων και συνεργατών.

*H N.T. είναι εκδότρια.


Φωτό: Παναγιώτης Βασιλόπουλος, Στάθης Καλλιγέρης