Life in Athens

Σωτήρης Παπαθεοδώρου: Ο ιδιοκτήτης του Au Revoir, του πιο θρυλικού μπαρ της Αθήνας

Μία βραδινή κουβέντα στο χώρο που, αν είχε μιλιά, θα μαρτυρούσε όλη τη νεότερη αθηναϊκή ιστορία

Άγγελος Κούλης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το ραντεβού μας στο χώρο που βρίσκεται στο νούμερο 136 της Πατησίων είχε καθοριστεί για τις 8:30 το βράδυ. Εντούτοις, μία πορεία στο κέντρο της Αθήνας δεν στάθηκε αρωγός στην προσπάθειά μου να φτάσω στην ώρα μου και τελικά η γνωριμία μας πραγματοποιήθηκε αρκετή ώρα αργότερα.

Φτάνοντας, ενώ στέκομαι έξω από την είσοδο του μπαρ, με κάποιο τρόπο αντιλαμβάνομαι ήδη ότι με το που θα ανοίξω την πόρτα του, δεν θα μπω σε ένα ακόμα συνηθισμένο μέρος. Κάθε εγκωμιαστικό σχόλιο που μπορεί να έχεις ακούσει για το περίφημο “Au Revoir”, βρίσκει αμέσως ανταπόκριση από τη στιγμή κιόλας που μπαίνεις σε αυτό.

Η πρώτη αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως έχει μεταφερθεί σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, πολλές δεκαετίες πίσω. Άλλωστε η αισθητική και η ατμόσφαιρα που αποπνέει το μπαρ, δεν σου αφήνουν άλλα περιθώρια. Συστηνόμαστε και σύντομα αρχίζουμε την κουβέντα μας με τον, 40χρονο σήμερα, Σωτήρη Παπαθεοδώρου. Ο ίδιος ανέλαβε πριν από λίγα χρόνια τα ηνία του μαγαζιού από τον πατέρα και τον θείο του, Λύσανδρο και Θεόδωρο Παπαθεοδώρου αντίστοιχα, που ήταν εκείνοι που έδωσαν σάρκα και οστά στο χώρο το 1957.

Μάλιστα, όπως εμφατικά θα μου διευκρινίσει λίγο αργότερα στην κουβέντα μας ο σημερινός ιδιοκτήτης, ο πατέρας του έχει γίνει μάρτυρας όλης της νεότερης ιστορίας της Αθήνας -από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου μέχρι και τα έντονα επεισόδια στη μνήμη της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου- μέσα από τη χαρακτηριστική τζαμαρία που βρίσκεται στην πρόσοψη του μπαρ.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσω ότι Ηλιόπουλος, Αυλωνίτης, Χατζηχρήστος, Κοντού και Κωνσταντάρας είναι μερικοί μόνο από τους παλαιότερους, επιφανείς πελάτες που βρέθηκαν και ήπιαν το ποτό τους στο στέκι-σημείο αναφοράς της Πατησίων. Άλλωστε, δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς το γεγονός πως το μαγαζί άνοιξε λίγο πριν τη χρυσή δεκαετία της Κυψέλης και της Φωκίωνος Νέγρη, συνεπώς τα περισσότερα «πρώτα» ονόματα της πόλης το επέλεγαν τότε συχνά ως λύση για βραδινή έξοδο.

-Αλήθεια, πώς προέκυψε το “Au Revoir”, τίνος ήταν η ιδέα;

Σωτήρης Παπαθεοδώρου: Ο θείος μου εργαζόταν ως μπάρμαν γύρω στο 1954 σε ένα ξενοδοχείο στους Δελφούς, στο οποίο έτυχε να πάει διακοπές ο Αριστομένης Προβελέγγιος, γνωστός αρχιτέκτονας, ποιητής και γενικότερα μία πολύ σημαντική προσωπικότητα. Γνωρίστηκαν με το θείο μου στο μπαρ, συμπάθησε ο ένας τον άλλο και ο θείος μου του εκμυστηρεύτηκε το όνειρό του να ανοίξει ένα μπαράκι στην Αθήνα. Ο Προβελέγγιος του είπε ότι θα τον βοηθήσει και να μην ανησυχεί καθόλου για τη δουλειά του ίδιου. Δεν πήρε ούτε μία δραχμή γι’ αυτό που έφτιαξε, ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Μάλιστα έφερε και τους φοιτητές του τότε από το Πολυτεχνείο να δουλέψουν εδώ, το είδε σαν ένα διαφορετικό project.

-Θυμάστε κάποιο κουλό σκηνικό που έχει συμβεί εδώ;

Σ.Π: Στο τραπέζι πάνω στο πατάρι που καθόμασταν πριν, ήταν ένα βράδυ ένας κύριος με μία κοπελίτσα. Κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει στο μαγαζί μία έγκυος. Τον βλέπει και του λέει: «Έλα λίγο κάτω που σε θέλω». Ήταν η γυναίκα του. Κατεβαίνει τότε αυτός με την κοπέλα και η γυναίκα του της λέει: «Σας ευχαριστώ που κρατήσατε παρέα στον άντρα μου, γεια σας τώρα». Τι έγινε, τι παίχτηκε σπίτι μετά, δεν ξέρω (γέλια)…

-Υπάρχει κάποια «σπεσιαλιτέ» στο μαγαζί;

Σ.Π: Dry Martini κοκτέιλ και Bloody Mary.

-Ποια είναι η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που σας έχουν γράψει είτε στο TripAdvisor είτε σε κάποια άλλη αντίστοιχη εφαρμογή;

Σ.Π: «Ναός». Νομίζω ότι μ’ «ανέβασε» πολύ αυτό το σχόλιο.

- Παίρνετε ποτέ ρεπό απ’ το μαγαζί;

Σ.Π: Φέτος, για να λέμε την αλήθεια, προσπαθώ έστω να παίρνω μία μέρα ρεπό το μήνα. Αλλά και πάλι δεν τα καταφέρνω πάντα. Πάντως το μαγαζί είναι χειμερινό, οπότε ας θεωρήσουμε ότι παίρνω όλη την άδειά μου μαζεμένη το καλοκαίρι.

-Λύστε μας την απορία: τελικά ένας ιδιοκτήτης μπαρ, εκτός των άλλων, είναι και ψυχαναλυτής;

Σ.Π: Απολύτως, και μάλιστα εκεί ήταν το λάθος μου, ότι σπούδασα οικονομικά και πολιτικές επιστήμες (σ.σ. στην Αγγλία). Στην αρχή βέβαια ακολούθησα αντίστοιχη καριέρα με βάση τα οικονομικά, μετά όμως είδα την κρίση να έρχεται, στο μεταξύ είχε κουραστεί και ο πατέρας μου πλέον και ήθελε να πουλήσει το μαγαζί, οπότε τότε πήρα τελικά την απόφαση να το αναλάβω εγώ. Έτσι έμεινε στην οικογένεια, ευτυχώς. Για να επιστρέψω στην ερώτηση, όχι μόνο είναι ψυχαναλυτής αλλά είναι και πολύ μεγάλο το βάρος. Εγώ δηλαδή έχω πάρα πολύ άγχος γιατί άθελά μου μπορεί να δώσω μία λάθος συμβουλή σε έναν απελπισμένο άνθρωπο. Πάντως, οι περισσότερες από τις εξομολογήσεις είναι ερωτικού περιεχομένου.

-Σχετικά με το μαγαζί, ποια είναι τα σχέδια ή οι βλέψεις σας στο εξής;

Σ.Π: Να φτάσουμε τα 100 χρόνια λειτουργίας. Έχω δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ελπίζω πως κάποιο από τα δύο θα θελήσει να αναλάβει το μαγαζί. Σε δύο χρόνια, θα κάνουμε και restoration στην οροφή που έχει ζωγραφίσει ο Προβελέγγιος, γιατί τόσα χρόνια από την κάπνα κ.τ.λ. έχει χάσει το χρώμα της. Έχω έρθει ήδη σε επαφή με το σχετικό τμήμα του Τ.Ε.Ι.

-Ποιο είναι το αγαπημένο σας μέρος στην Αθήνα;

Σ.Π: Η Κυψέλη, ακόμα και με όλα της τα προβλήματα, κι ας μένω πλέον στο Αιγάλεω. Είναι μια μικρή Νέα Υόρκη, γνωρίζεις ανθρώπους κυριολεκτικά απ’ όλον τον κόσμο…

-Αν η ζωή στην πρωτεύουσα ήταν soundtrack, ποιο θα ήταν αυτό;

Σ.Π: Νομίζω το soundtrack του “Pulp Fiction” γιατί ζούμε πολλές τέτοιες στιγμές εδώ. Ίσως και το “Sugar Man” του Rodriguez ταιριάζει, ειδικά αν κατευθυνθείς προς την πλατεία Αμερικής.

Τι είναι αυτό που απεχθάνεστε στην Αθήνα και θα θέλατε με κάποιο τρόπο να αλλάξει;

Σ.Π: Η αγένεια, η αγένεια των ανθρώπων γενικότερα. Για παράδειγμα, σταματάει το λεωφορείο, ανοίγουν οι πόρτες και πριν κατεβούν αυτοί που θέλουν, σπρώχνουν ήδη οι απ’ έξω για να μπουν. Δηλαδή, αυτές οι μικρές άσχημες συμπεριφορές στην καθημερινότητά μας…

-Αυτήν την περίοδο τι σας λείπει προσωπικά περισσότερο;

Σ.Π: Ο χρόνος. Θα ήθελα λίγο παραπάνω χρόνο για τον Σωτήρη… 24 ώρες τη μέρα δεν φτάνουν.