Health & Fitness

Αναστροφή τύπου στη γενική αίματος: Πότε είναι αθώα και πότε μπορεί να κρύβει λευχαιμία

Ορισμένα ευρήματά των εξετάσεων αρκούν για να προκαλέσουν ανησυχία

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναστροφή τύπου στη γενική αίματος: Πότε είναι αθώα και πότε μπορεί να κρύβει λευχαιμία               

Η γενική εξέταση αίματος είναι μία από τις πιο συνηθισμένες προληπτικές εξετάσεις, ωστόσο ορισμένα ευρήματά της αρκούν για να προκαλέσουν ανησυχία. Ένα από αυτά είναι η λεγόμενη «αναστροφή τύπου», η κατάσταση δηλαδή κατά την οποία τα λεμφοκύτταρα εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από τα ουδετερόφιλα (πολυμορφοπύρηνα), ενώ στους περισσότερους υγιείς ενηλίκους συμβαίνει το αντίθετο.

Πότε αυτή η μεταβολή οφείλεται σε μια απλή ίωση και πότε μπορεί να υποκρύπτει κάποιο σοβαρότερο πρόβλημα, ακόμα και αιματολογική κακοήθεια; Γιατί η προσοχή μας πρέπει να στρέφεται στους απόλυτους αριθμούς των κυττάρων και όχι μόνο στα ποσοστά τους; Τις απαντήσεις δίνει σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου, «104,9 Μυστικά Υγείας», ο καθηγητής Θεραπευτικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του ΕΚΠΑ, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και τέως πρύτανης του ΕΚΠΑ, Μελέτιος Αθανάσιος Δημόπουλος.

Τι είναι η αναστροφή τύπου και πού μπορεί να οφείλεται

Αναστροφή τύπου, εξηγεί ο τέως πρύτανης, σημαίνει ότι ο απόλυτος αριθμός των λεμφοκυττάρων είναι μεγαλύτερος από τον απόλυτο αριθμό των ουδετερόφιλων ή πολυμορφοπυρήνων.

«Πρόκειται για ένα εύρημα, δεν είναι πάθηση. Η συχνότητα και η επιδημιολογία με βάση το φύλο δεν είναι καταγεγραμμένα, καθώς μπορεί να οφείλεται σε πολλά αίτια, πχ φάρμακα, λοιμώξεις, αιματολογικά νοσήματα, κάπνισμα, ή και ακόμα φυσιολογική παραλλαγή σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχει μία "αυστηρή" φυσιολογική αναλογία μεταξύ των δύο τύπων κυττάρων. Αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι οι απόλυτες τιμές να βρίσκονται εντός φυσιολογικών ορίων. Στα δε παιδιά ηλικίας μέχρι έξι ετών, η υπεροχή των λεμφοκυττάρων είναι συνήθως φυσιολογική. Μεγαλώνοντας, η εικόνα μεταβάλλεται και επικρατούν τα ουδετερόφιλα».

Μετά την ίωση πόσο περιμένουμε να υποχωρήσει

Στην περίπτωση που η αύξηση των λεμφοκυττάρων εμφανιστεί στο πλαίσιο μιας ιογενούς λοίμωξης, για πόσο διάστημα είναι εύλογο να παραμείνει εξαιτίας της και μόνο, ερωτάται ο καθηγητής. «Η διάρκειά της είναι κατά κανόνα μικρότερη από δύο μήνες. Εάν επιμένει πέρα από αυτό το διάστημα, χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση.

Ενδείξεις για την προέλευσή της μπορεί να δώσει και η μικροσκοπική εξέταση του αίματος, το γνωστό «πλακάκι. Σε μια ιογενή λοίμωξη, τα λεμφοκύτταρα μπορεί να εμφανίζουν χαρακτηριστικά διέγερσης, καθώς έχουν ενεργοποιηθεί από τον ιό». Δεν προκαλούν, πάντως, όλοι οι ιοί την ίδια εικόνα, καθώς όπως διευκρινίζει ο κ. Δημόπουλος, στην COVID-19 παρατηρείται συχνότερα μείωση των λεμφοκυττάρων.

Πότε χτυπά «καμπανάκι» για λευχαιμία - Οι τιμές που χρειάζονται διερεύνηση

Πότε η αναστροφή τύπου πρέπει να μας ανησυχήσει; Υπάρχουν συγκεκριμένες τιμές, συνοδά ευρήματα, ή συμπτώματα που αποτελούν προειδοποιητικά σημάδια, ερωτάται στη συνέχεια ο διεθνώς διακεκριμένος αιματολόγος. «Η αναστροφή τύπου πάντα εξετάζεται σε συνδυασμό με τον συνολικό αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων. Δηλαδή, αν έχουμε 5.000 λευκά αιμοσφαίρια, που είναι φυσιολογικός αριθμός, με 60% λεμφοκύτταρα και 30% πολυμορφοπύρηνα, αυτό δεν μας προκαλεί κάποια ανησυχία. Όταν όμως, παράλληλα υπάρχει χαμηλός αιματοκρίτης, χαμηλά αιμοπετάλια ή χαμηλά ουδετερόφιλα, ή αυξάνεται ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων, τότε χρειάζεται μια διερεύνηση.

Σημασία έχει, επίσης, η εξέλιξη των τιμών: εάν τα λευκά αυξάνονται σταδιακά, η εικόνα απαιτεί αξιολόγηση. Για παράδειγμα, θεωρούμε ότι όταν έχουμε έναν απόλυτο αριθμό λεμφοκυττάρων που είναι πάνω από 5.000, πρέπει να γίνει μια διερεύνηση και προς την κατεύθυνση της χρόνιας λεμφογενούς λευχαιμίας. Η τιμή αυτή, ωστόσο, αποτελεί αφορμή ελέγχου, όχι αυτοτελή διάγνωση. Δεν είναι κάτι για να τρομάξει κανείς, απλά χρειάζεται μια περαιτέρω διερεύνηση».

Στο ερώτημα αν η αναστροφή τύπου μπορεί να αποτελεί πρώιμη ένδειξη αιματολογικής κακοήθειας, ο κ. Δημόπουλος απαντά καταφατικά, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό αφορά κυρίως περιπτώσεις στις οποίες συνυπάρχει αυξημένος ή σταδιακά αυξανόμενος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων. «Στην πράξη, από 10 ανθρώπους που παρουσιάζουν αναστροφή τύπου, λιγότερος από ένας αποδεικνύεται ότι διατρέχει υψηλό κίνδυνο για αιματολογική κακοήθεια».

Επανέλεγχος σε δύο μήνες: Πότε αρκεί η ετήσια παρακολούθηση

Όταν διαπιστώνεται αναστροφή τύπου, ο καθηγητής περιγράφει ως πρώτο βήμα την επανάληψη της γενικής αίματος σε περίπου δύο μήνες, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για παροδική μεταβολή. Εφόσον η εικόνα παραμένει σταθερή, χωρίς αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων, ή των λεμφοκυττάρων, μείωση των ουδετερόφιλων, ή παρουσία άλλων συμπτωμάτων και παθολογικών ευρημάτων, η παρακολούθηση μπορεί, όπως εξηγεί, να περιοριστεί στον ετήσιο έλεγχο .«Καθοριστική σημασία έχει επομένως η διαχρονική εξέλιξη των εξετάσεων, καθώς διαφορετικά αξιολογείται ένα μεμονωμένο εύρημα που παραμένει αμετάβλητο και διαφορετικά μια εικόνα που παρουσιάζει μεταβολές».

Εξετάσεις μυελού μόνο όταν υπάρχουν ενδείξεις

Ο κ. Δημόπουλος επισημαίνει ότι στην καθημερινή κλινική πράξη συναντά αρκετά άτομα με αναστροφή τύπου, τα οποία δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται αυτομάτως ασθενείς. Παράλληλα, προειδοποιεί για τον κίνδυνο περιττών εξετάσεων, ακόμη και επεμβατικών, όπως η παρακέντηση μυελού των οστών, όταν δεν υπάρχουν ευρήματα που να τις δικαιολογούν. «Η απόφαση για περαιτέρω εξετάσεις πρέπει να λαμβάνεται μόνο όταν υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις».