Health & Fitness

Όταν περνάς 12 ώρες σε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου

Το δημόσιο νοσοκομείο της εφημερίας, εκεί όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται μαζί με τις αντοχές του συστήματος

Μανίνα Ζουμπουλάκη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν περνάς 12 ώρες σε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου: Μια Κυριακή στα επείγοντα, δίπλα σε μια ηλικιωμένη μητέρα με τραύμα στο κεφάλι

Τέλεια περάσαμε (περιμένοντας) στην εφημερία δημόσιου νοσοκομείου της Αθήνας. Το οποίο δεν φταίει, ίσως φταίει το ότι ΚΑΝΕΝΑΣ πολιτικός ποτέ δεν έχει περάσει κάτι αντίστοιχο.

Την Κυριακή η μαμά μας έπεσε, χτύπησε άσχημα το κεφάλι της, καλέσαμε (ιδιωτικό) ασθενοφόρο και την πήγαμε σε ένα από τα τρία εφημερεύοντα δημόσια νοσοκομεία. Όταν καλείς ΕΚΑΒ για τη μαμά σου που χτύπησε, περιμένεις πολλές ώρες να έρθει το έρμο το ΕΚΑΒ και, όταν έρθει μετά από εφτά τέρμινα, την πηγαίνει σε όποιο δημόσιο νοσοκομείο θέλει, ενώ το ιδιωτικό ασθενοφόρο την πηγαίνει εκεί που θέλεις εσύ — με 50 ως 80 ευρώ, κατάμαυρα, εννοείται, ανάλογα με τη διαδρομή και ανάλογα με το ασθενοφόρο. Τα δίνεις αναστενάζοντας τα μαυρούλια ευρουλάκια, πλην όμως εύκολα, επειδή ξέρεις από βέσπα, ξέρεις ότι αν μείνει η μαμά σου με ανοιχτό τραύμα στο κεφάλι εκατό ώρες εκτός νοσοκομείου, οι προοπτικές δεν είναι καλές.

Φτάσαμε στον Ερυθρό προς το μεσημέρι, σε 24ωρη εφημερία, στην οποία γίνεται ο κακός χαμός σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία. Οι τραυματιοφορείς του ιδιωτικού ασθενοφόρου παρκάρισαν τη μαμά μας σε ένα φορείο στον διάδρομο, έφυγαν ευγενέστατοι με το κολλαριστό πενηντάρικο κι εγώ στάθηκα όρθια δίπλα στη μαμά μας να περιμένω. Και να περιμένω. Και να κοντραπεριμένω. Όρθια, γιατί δεν υπήρχε ελεύθερο κάθισμα. Οι σεκιουριτάδες φώναζαν κάθε τόσο «περάστε στο σαλόνι!» στους χίλιους νοματαίους που περιμέναμε στον διάδρομο, επειδή είναι στενός ο διάδρομος και δεν χωράνε να περάσουν τα φορεία με τους ασθενείς. Το «σαλόνι» είναι ένα τετράγωνο μέρος, μη το πω και δωμάτιο, ένα τετράγωνο μέρος που έχει πόρτα για τους τραυματιοφορείς στο πλάι κι ένα μεγάλο γκισέ με τρεις πολύ ταλαιπωρημένες κυρίες, οι οποίες κάνουν Εισαγωγές και Ταμείο, ίσως και Εξαγωγές. Είναι μια κατηγορία δημόσιων υπαλλήλων, οι νοσοκομειακοί, εντελώς ξεχωριστή από την κλασική «έφτασε η ώρα/που τρώω τα φοφίκο» («Δημόσιο φορέβα», Ημισκούμπρια, 1998, αξεπέραστα κλασικό φορέβα). Αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, αγωνίζονται να μη βάλουν τις φωνές μπροστά σε κόσμο που βάζει τις φωνές, όχι επειδή είναι κακός κόσμος, παρά επειδή βρίσκεται εκεί ΩΡΕΣ με τον άνθρωπό του σε κακή κατάσταση, πεινάει, διψάει, κατουριέται, πονάει η μέση του από την ορθοστασία, δεν αντέχει άλλο και βγάζει τον πόνο του πάνω στον/στην υπάλληλο.

Δεν υπάρχει δράση σε αυτό το άρθρο: περίμενα με τη μαμά σε διάφορους πανομοιότυπους διαδρόμους για ΩΡΕΣ. Έξω από το αρχικό εξεταστήριο στην αρχή, για μια πρώτη εκτίμηση της κατάστασης, έπειτα έξω από το Ακτινολογικό, έπειτα έξω από τους Υπέρηχους, τέλος ξανά στο βασικό/αρχικό, για τα ράμματα… ενώ η μέρα περνούσε πίσω από τη θολή τζαμαρία, μια Κυριακή την οποία σκόπευα να περάσω χαλαρά, με γραψίματα και πλυντήρια, με μια εύκολη συνταγή μηλόπιτας, γενικά όχι σε νοσοκομείο, αλλά αυτά έχει η ζωή, είναι να μη βιαστείς να βγάλεις τη σφολιάτα από την κατάψυξη. Αργά το μεσημέρι ήρθαν στο νοσοκομείο η ανιψιά και ο ανιψιός μου και, λίγο πιο αργά, ο μεγάλος γιος μου, οπότε πήγα μια τουαλέτα, χιλιοκατουρημένη και σιχαμένη όπως όλες οι τουαλέτες κοινού στα δημόσια νοσοκομεία, με χαρτί όμως, έστω και χωρίς σαπούνι — μη τα θέλουμε κι όλα δικά μας. Γιατί όταν είσαι «συνοδός» δεν μπορείς να αφήσεις μόνο του τον άνθρωπό σου, ειδικά αν ο άνθρωπος έχει άνοια και είναι τραυματίας (σε κάποια φάση, προς το τέλος της διαδικασίας, κάποιος γιατρός που περνούσε από εκεί ρώτησε τη μαμά μας αν θέλει ράμματα και απάντησε ότι δεν ήθελε, ήταν μια χαρά, ήθελε απλώς να φύγει. Ο κάποιος έκανε μεταβολή και χάθηκε στο χάος, κι αν δεν ήταν μια άλλη τραυματισμένη κυρία δίπλα να μας μεταφέρει την πληροφορία, δεν θα μαθαίναμε ποτέ ότι η μαμά μας είχε απαρνηθεί τα ράμματα — στα 2 λεπτά, κυριολεκτικά, που έτυχε να μη στέκεται κανένας από εμάς δίπλα της…).

© CDC / Unsplash

Πώς θα την παίρναμε χωρίς ράμματα, με ανοιχτό τραύμα στο κεφάλι; Και πώς θα βρίσκαμε χειρουργό, τη στιγμή που όλοι οι γιατροί έραβαν άλλους ασθενείς, πιο νέους, πιο χρήσιμους για την κοινωνία απ’ ό,τι η μαμά μας; Επιστρατεύσαμε φίλη γιατρό, η οποία ζήτησε εκεί, στην ανοιχτή αίθουσα, βελόνα και κλωστή κι έραψε το τραύμα λάιβ, ενώ η ανιψιά κρατούσε τη μαμά μας να μην κουνιέται — στην ανοιχτή αίθουσα με τα τρακόσια φορεία, με ασθενείς και τραυματίες να κλαίνε, να φωνάζουν ή να κινδυνεύουν. Οι γιατροί είναι σπάνιοι, επειδή είναι λίγοι: αν ακούνε/διαβάζουν στο Υπουργείο Υγείας, μήπως υποψιαστούν επιτέλους την πραγματικότητα, ότι οι γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία είναι ελάχιστοι, επειδή πληρώνονται τόσο χάλια που φεύγουν από το Δημόσιο με την πρώτη ευκαιρία και τρέχουν στον ιδιωτικό τομέα. Μόλις πριν από έναν μήνα, γιατρός σε άλλο δημόσιο νοσοκομείο μού εξομολογήθηκε ότι όλες τις εξετάσεις του τις κάνει «έξω», σε ιδιωτικά κέντρα, επειδή «εδώ είναι χάος, δεν έχω εμπιστοσύνη και δεν υπάρχει ένας γιατρός της προκοπής, μόνον ειδικευόμενοι!».

Κάποια στιγμή, πριν η φίλη της αναλάβει με το έτσι θέλω τα ράμματα, η ανιψιά μου, αποκαρδιωμένη, πρότεινε να μαζέψουμε τη μαμά, να πάρουμε άλλο (ιδιωτικό) ασθενοφόρο και να την πάμε σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο — η μαμά μας ήταν νηστική από το πρωί, είχε φτάσει εφτά το απόγευμα και δεν βλέπαμε φως, ούτε γιατρό ούτε έλεος. Αλλά είχα τσεκάρει, η εισαγωγή μόνο ήτανε ένα χιλιάρικο τσακ-μπαμ στο ιδιωτικό νοσοκομείο, συν ότι θα την κρατάγανε μέσα σίγουρα 2-3 βράδια, άρα πολλά χιλιάρικα ακόμα, τα οποία δεν είχαμε. Και η λογική «τον φάγαμε τον γάιδαρο, έμεινε η ουρά» επικράτησε, έστω κι αν η ουρά άργησε άλλες πέντε ώρες.

Είναι τρελή ταλαιπωρία το δημόσιο νοσοκομείο σε εφημερία — αλλά κάποτε βλέπουν/εξετάζουν τον άνθρωπό σου, και τουλάχιστον ξέρεις ότι δεν έχουν καμιά όρεξη να τον κρατήσουν στο νοσοκομείο επειδή δεν υπάρχουν κρεβάτια διαθέσιμα, τους βγαίνουν οι ασθενείς από τα ρουθούνια, κρέμονται από τα παράθυρα. Το ιδανικό είναι να τον τακτοποιήσουν, να τον φασκιώσουν, να του γράψουν τίποτε φαρμακάκια και να τον στείλουν από κει που ήρθε. Η εμπειρία, όπως είπε μια κυρία που περίμενε με τον άρρωστο άντρα της στο φορείο, «Είναι σαν τη γέννα, παιδεύεσαι μια μέρα ολόκληρη κι έπειτα το ξεχνάς την επόμενη σαν να μη συνέβη ποτέ».

Είναι σαν να βρίσκεσαι σε ταινία σπλάτερ, στην οποία παίζεις κομπαρσαρία, όρθια και χωρίς λεφτά: άνθρωποι με ανοιγμένα κεφάλια, με ματωμένα πουλόβερ, με πρησμένα μάτια, χτυπημένοι, με εμφράγματα, ανακοπές και κρίσεις πανικού, με αλλεργικά σοκ, με υποτροπιάσεις, με ό,τι μπορεί και δεν θέλει να φανταστεί κανείς. Ένας πιτσιρικάς σε σοκ άρχισε να μου λέει στα καλά καθούμενα ότι πήγαιναν να παίξουν μπάλα όλη η παρέα του, τράκαραν άσχημα κι αντί να παίξουν μπάλα σε ένα σεμνό γηπεδάκι, όπως έκαναν κάθε Κυριακή, βρέθηκαν στο νοσοκομείο, οι μισοί τέζα, οι άλλοι μισοί σοκαρισμένοι. Πέτυχα τον Νεκτάριο, γνωστό από τα ’90s, με τη μαμά του σε φορείο, και μιλήσαμε λίγο. Μιλάς με όλους στην εφημερία ή σου μιλάνε όλοι, ειδικά μετά το πρώτο τριωράκι αναμονής, που έχει σπάσει ο πάγος.

Πολύ βοηθητικοί είναι οι εθελοντές από τον Ερυθρό Σταυρό, την οργάνωση, όχι το νοσοκομείο, που απαντάνε ευγενικά σε εκατομμύρια ερωτήσεις και βοηθάνε τον κόσμο με πρακτικά θέματα. Όσο περνάει η ώρα, αλαλιάζουν όλοι, συνοδοί, ασθενείς, νοσηλευτές, νοσοκόμοι, ίσως και γιατροί που δεν φαίνονται γιατί είναι με τα κεφάλια μέσα. Μόνον οι εθελοντές (που είναι «με πρόγραμμα», όπως μου είπε μια χαμογελαστή κοπέλα με κόκκινο γιλέκο Ερυθρού Σταυρού), μόνον οι εθελοντές κρατάνε την ψυχραιμία τους.

Παρακαλώ τον κύριο υπουργό Υγείας να περάσει ένα 12άωρο σε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου της Αθήνας για να δει πραγματικά τις ελλείψεις — σε προσωπικό, σε γιατρούς, σε φορεία, σε χειρουργούς, στα πάντα όλα. Για να δει έστω μια μικρή φετούλα κανονικής ζωής, όπως είναι πραγματικά κι όχι όπως παρουσιάζεται σε εκθέσεις, εκδηλώσεις, αναφορές και επίσημα στοιχεία. Οι ασθενείς και οι συνοδοί, οι νοσηλευτές, οι γιατροί, οι τραυματιοφορείς, είμαστε όλοι ανεπίσημοι, τραβάμε κουπί εκεί στο πεδίο βολής, σε μέρη στα οποία δεν έχει περάσει ούτε απ’ έξω ποτέ κανένας πολιτικός… εκτός από κάποια επίσημη επίσκεψη, που δεν μετράει. Γιατί δεν έπεσε σε εφημερία.

Ένας ιδρωμένος, μεσήλικας τραυματιοφορέας, που τον έβλεπα να σπρώχνει φορεία από το πρωί, φώναξε αργά το απόγευμα ότι «πάει έξω για τσιγάρο γιατί κοντεύει να σκάσει», και τον καταλάβαμε όλοι, κουνήσαμε συμπαθητικά το κεφάλι. Κυρίως επειδή ήταν τόσο χρήσιμος, τόσο απαραίτητος, που δεν θέλαμε καθόλου να σκάσει — με έναν λιγότερο, μπορεί και να βούλιαζε ντιπ για ντιπ ολόκληρο το μαγαζί…