Health & Fitness

Παχυσαρκία και φάρμακα

Τις τελευταίες δεκαετίες ο επιπολασμός της παχυσαρκίας έχει λάβει διαστάσεις πανδημίας, σημειώνοντας πολύ μεγάλη αύξηση παγκοσμίως

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 1004
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σύγχρονες φαρμακευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας 

Η παχυσαρκία συνιστά μια σύνθετη πρόκληση για τα άτομα που ζουν με τη νόσο, την επιστημονική κοινότητα που ασχολείται με τον ανθρώπινο μεταβολισμό, καθώς και για τα συστήματα δημόσιας υγείας. Η παχυσαρκία δεν συνιστά απλώς ένα αισθητικό ζήτημα εξωτερικής εμφάνισης, αποτελεί μια σύνθετη νοσολογική οντότητα, που συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2), οι μυοσκελετικές παθήσεις, οι διαταραχές ύπνου, τα κακοήθη νεοπλασματικά νοσήματα κ.ά. Οι συννοσηρότητες που συσχετίζονται με την παχυσαρκία μειώνουν το προσδόκιμο επιβίωσης και επηρεάζουν σημαντικά τη σωματική και ψυχική υγεία. Τα άτομα που ζουν με παχυσαρκία πολύ συχνά εσωτερικεύουν κοινωνικές προκαταλήψεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αυτοεκτίμηση, φόβο και κοινωνική απομόνωση, όπως επισημαίνει ο κ. Πέτρος Λ. Θωμάκος, MD, PhD, παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη, Διαβητολογικό Κέντρο & Κλινική ΔΘΚΑ ΥΓΕΙΑ, μέλος του ΔΣ και ταμίας της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο επιπολασμός της παχυσαρκίας έχει λάβει διαστάσεις πανδημίας, σημειώνοντας πολύ μεγάλη αύξηση παγκοσμίως. Παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, όπως η εφαρμογή υποθερμιδικών διαιτών ή διαιτών με χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων, η αύξηση της σωματικής άσκησης και η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, θεωρούνται ο ακρογωνιαίος λίθος της αντιμετώπισή της.

Ωστόσο, δεδομένων των διαστάσεων της συχνότητας της νόσου και, μακροπρόθεσμα, της αναποτελεσματικότητας των πρωτόκολλων υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, κατέστη επιτακτική η ανάγκη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπευτικών φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Φαρμακευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

Οι σύγχρονες φαρμακευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στοχεύουν κυρίως στη ρύθμιση των νευροενδοκρινικών μηχανισμών που ελέγχουν την όρεξη, το αίσθημα κορεσμού και την ενεργειακή ομοιόσταση. Με τη χρήση των νέων αυτών σκευασμάτων έγινε, παράλληλα, δυνατή η αποτελεσματικότερη διαχείριση της επαναπρόσληψης βάρους που παρατηρείται συχνά μετά από οποιαδήποτε επιτυχή προσπάθεια απώλειας. Η επανάκτηση του σωματικού βάρους οφείλεται σε φυσιολογικούς αντιρροπιστικούς μηχανισμούς, που ενεργοποιούνται όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο.  

Τα τελευταία χρόνια, η εφαρμογή στη θεραπευτική της παχυσαρκίας των αναλόγων GLP-1 (Glucagon-Like Peptide-1, στα ελληνικά αποδίδεται ως «Γλυκαγονόμορφο Πεπτίδιο-1») καθώς και του αναλόγου GLP-1 σε συνδυασμό με ανάλογο GIP (Glucose-dependent Insulinotropic Polypeptide, στα ελληνικά «Γλυκοζοεξαρτώμενο Ινσουλινοτροπικό Πολυπεπτίδιο») συνέβαλε αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και των επιπλοκών που σχετίζονται με το υπερβάλλον σωματικό βάρος, όπως ο ΣΔΤ2. Το GLP-1 και το GIP είναι ορμόνες που εκκρίνονται φυσιολογικά από το γαστρεντερικό σύστημα του ανθρώπου μετά τη λήψη τροφής. Τα φαρμακευτικά «ανάλογα» των ορμονών αυτών είναι συνθετικά μόρια σχεδιασμένα ώστε να μιμούνται τη βιολογική τους δράση, παρουσιάζοντας παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας επίδραση στον οργανισμό.

Η κλινική εφαρμογή αφορά άτομα με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) ≥30 kg/m² ή 27-30 kg/m² όταν συνυπάρχει τουλάχιστον μία συννοσηρότητα, όπως ΣΔΤ2, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, αποφρακτική υπνική άπνοια, ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. στεφανιαία νόσος) ή/και λιπώδης νόσος του ήπατος σχετιζόμενη με μεταβολική δυσλειτουργία (MASLD – Metabolic Dysfunction Associated Steatotic Liver Disease). 

Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 ασκούν τη δράση τους μέσω πολλαπλών οργάνων-στόχων: στο πάγκρεας διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης με γλυκοζοεξαρτώμενο τρόπο (δηλαδή μόνο όταν το σάκχαρο βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα) και καταστέλλουν την έκκριση γλυκαγόνης, στο κεντρικό νευρικό σύστημα προάγουν το αίσθημα κορεσμού και μειώνουν την όρεξη, ενώ στο γαστρεντερικό επιβραδύνουν τη γαστρική κένωση, παρατείνοντας το αίσθημα πληρότητας. Αντίστοιχα, οι αγωνιστές του GIP φαίνεται να έχουν σημαντική δράση, μεταξύ άλλων, και στον λιπώδη ιστό, βελτιώνοντας τη μεταβολική του λειτουργία και τη διαχείριση της αποθήκευσης ενέργειας στα λιποκύτταρα. Ο συνδυασμός GLP-1 και GIP, που επιτυγχάνεται με τους διπλούς αγωνιστές, επιδεικνύει συνεργική δράση, οδηγώντας σε μεγαλύτερη απώλεια σωματικού βάρους συγκριτικά με τη μονοθεραπεία.

Για την επίτευξη της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας των GLP-1 και GIP αναλόγων είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται ένα δομημένο σχήμα υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, που περιλαμβάνει ισορροπημένη διατροφή και τακτική σωματική δραστηριότητα που να βοηθά στη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι είναι αναγκαία η ολιστική προσέγγιση της παχυσαρκίας από διεπιστημονική ομάδα που περιλαμβάνει ιατρό, διαιτολόγο και ειδικό ψυχικής υγείας.

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες των αναλόγων GLP-1 (μόνα ή σε συνδυασμό με GIP) είναι η ναυτία, οι έμετοι και η διάρροια, που εμφανίζονται κυρίως στα αρχικά στάδια της θεραπείας, αλλά είναι συνήθως ήπιες και τείνουν να υποχωρούν με τη συνέχισή της. Επιπλέον, για τη διατήρηση της επιτευχθείσας απώλειας σωματικού βάρους απαιτείται μακροχρόνια χορήγηση, καθώς η διακοπή της θεραπείας συχνά συνοδεύεται από σταδιακή επαναπρόσληψη βάρους.

Πέτρος Λ. Θωμάκος, MD, PhD, παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη, Διαβητολογικό Κέντρο & Κλινική ΔΘΚΑ ΥΓΕΙΑ, μέλος του ΔΣ και ταμίας της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας