- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κάπνισμα στην Ελλάδα: Μια αποτυχία που μετριέται σε ανθρώπινες ζωές
Η Ελλάδα παραμένει στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στο κάπνισμα, με βαρύ κόστος για τη δημόσια υγεία και την οικονομία
Ο Δημήτρης Τζανιδάκης* εξηγεί γιατί η χώρα χρειάζεται μια νέα, πιο αποτελεσματική αντικαπνιστική στρατηγική
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Το 36% των Ελλήνων καπνίζει. Δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αμέσως μετά τη Βουλγαρία, και σχεδόν οκτώ φορές πάνω από τον στόχο που έχει θέσει η ΕΕ για το 2040.
Το ποσοστό αυτό συνδυαστικά με τους διαχρονικά υψηλούς δείκτες καπνιστών αλλά και τις δυσοίωνες εκτιμήσεις για το μέλλον, καθιστούν το ζήτημα ιδιαίτερα κρίσιμο. Με τις μέχρι σήμερα δημόσιες πρωτοβουλίες και πολιτικές να έχουν αποτύχει, δεν έχουμε την πολυτέλεια να συνεχίσουμε να αγνοούμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Χρειάζεται να εντοπίσουμε που χωλαίνουμε, να εξετάσουμε καλές πρακτικές άλλων χωρών και να λάβουμε άμεσα και δραστικά μέτρα.
Το κάπνισμα συνιστά ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας με δυσανάλογο κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό. Νοσήματα που συνδέονται άμεσα με το κάπνισμα όπως καρκίνος του πνεύμονα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), καρδιαγγειακά νοσήματα, αποτελούν μερικές από τις κυριότερες αιτίες νοσηλείας στα ελληνικά νοσοκομεία. Σε ένα ΕΣΥ που λειτουργεί χρόνια υποστελεχωμένο και υποχρηματοδοτούμενο, κάθε αποτρέψιμη νοσηλεία συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία του συστήματος.
Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σκληρή: οι καπνιστές πληρώνουν συχνά έως και διπλάσια ασφάλιστρα υγείας, ενώ η θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα επιφέρει σημαντικές άμεσες δαπάνες, αυξάνοντας την ευρύτερη οικονομική επιβάρυνση. Αν αυτό το κόστος μεταφερθεί σε εθνικό επίπεδο, με περισσότερους από 3,5 εκατομμύρια καπνιστές στη χώρα, το μέγεθος της αιμορραγίας γίνεται προφανές. Υπάρχει, ωστόσο και η δημογραφική διάσταση, που συχνά υποτιμάται. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ήδη έντονη γήρανση πληθυσμού. Κάθε πρόωρος θάνατος που συνδέεται με το κάπνισμα σημαίνει λιγότερο εργατικό δυναμικό, υψηλότερο δείκτη εξάρτησης και πρόσθετη πίεση σε ένα ασφαλιστικό σύστημα που ήδη κλυδωνίζεται.
Στην αντίπερα όχθη, παρατηρούμε πως χώρες όπως οι Σκανδιναβικές αλλά και η Νέα Ζηλανδία, έχουν ποσοστά καπνιστών υποδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η Σουηδία παρέχει το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Με ποσοστό μόλις 8%, αξίζει να εξετάσουμε πως πέτυχε αυτό το εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Η στρατηγική ήταν η ακόλουθη: αντί να εστιάσουν αποκλειστικά στη μείωση της χρήσης νικοτίνης, οι Σουηδοί έδωσαν προτεραιότητα στη μείωση της βλάβης, ενθαρρύνοντας τους καπνιστές να στραφούν σε ασφαλέστερες εναλλακτικές όπως το snus, τα pouches νικοτίνης και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Τα δημόσια οφέλη ήταν εντυπωσιακά: η Σουηδία εμφανίζει 41% λιγότερα κρούσματα καρκίνου από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και 44% χαμηλότερη θνησιμότητα που σχετίζεται με τον καπνό.
Αντίστοιχα, η Νέα Ζηλανδία σχεδόν υποτριπλασίασε τα ποσοστά καπνιστών σε έξι χρόνια, αναγνωρίζοντας ότι ενώ η νικοτίνη είναι εθιστική, η καύση είναι αυτή που παράγει σχεδόν όλη τη βλάβη και άρα τα μέτρα πολιτικής πρέπει να διακρίνουν μεταξύ των προϊόντων ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου τους.
Βεβαίως, η επιστημονική κοινότητα παραμένει προσεκτική ως προς τα προϊόντα ατμίσματος, καθώς η μακροχρόνια έρευνα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Αυτό όμως δεν αναιρεί το βασικό συμπέρασμα: η μετάβαση από την καύση στο άτμισμα αντιστοιχεί σε δραματική μείωση της βλάβης και τα αποτελέσματα των παραπάνω χωρών το αποδεικνύουν με αριθμούς.
Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να προσαρμόσουμε ως Ελλάδα την εθνική μας στρατηγική. Πρώτον, μεταρρύθμιση της φορολογικής πολιτικής με βάση τη βλάβη: η φορολόγηση των καπνικών προϊόντων αποτελεί μία από τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους περιορισμού της κατανάλωσης, ιδιαίτερα μεταξύ νέων. Η Ελλάδα μπορεί να ακολουθήσει το σουηδικό πρότυπο της διαφοροποιημένης φορολόγησης· υψηλότεροι φόροι στα προϊόντα καπνού, χαμηλότεροι στα λιγότερο επικίνδυνα υποκατάστατα.
Δεύτερον, εθνική εκστρατεία ενημέρωσης και πρόληψης, με έμφαση στους εφήβους. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε προγράμματα αγωγής υγείας στα σχολεία, τη στιγμή που η συνήθεια διαμορφώνεται συνήθως πριν τα 18.
Τρίτον, δημόσια χρηματοδότηση ιατρείων διακοπής καπνίσματος σε όλη την επικράτεια, με ρεαλιστική πρόσβαση και για τους κατοίκους της περιφέρειας, όχι μόνο των αστικών κέντρων.
Τέταρτον και κυριότερον, αυστηρή εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας. Η απαγόρευση καπνίσματος σε κλειστούς χώρους παραμένει στην Ελλάδα μια διάταξη επί χάρτου, που παραβιάζεται ανοιχτά σε εστιατόρια, καφέ και δημόσιες υπηρεσίες, χωρίς ουσιαστικές συνέπειες για τους παραβάτες.
Συνοψίζοντας, η θέση της Ελλάδας στον χάρτη του καπνίσματος αποτελεί καμπανάκι για το αρμόδιο Υπουργείο Υγείας, την κυβέρνηση και την ελληνική κοινωνία συνολικά.
Είναι αναστρέψιμη η εικόνα; Φυσικά. Καλές και αποτελεσματικές πρακτικές υπάρχουν και μπορούν να εφαρμοστούν. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να προχωρήσουμε άμεσα σε αυτές, πριν μετρήσουμε ακόμα περισσότερες ζωές στο κόστος της αδράνειας.
*Ο Δημήτρης Τζανιδάκης είναι Διεθνολόγος και Οικονομολόγος, μέλος του ΔΣ του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη