- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιατρέ, θα χάσω τα μαλλιά μου; 8+1 ερωτήσεις για τους γυναικολογικούς καρκίνους στον Ιωάννη Σύριο
Πράγματα που θέλει να ρωτήσει κάθε γυναίκα που διαγνώστηκε με γυναικολογικό καρκίνο και διστάζει
Ο διευθυντή Ζ’ Ογκολογικής Κλινικής Νοσοκομείου Υγεία, Ιωάννης Σύριος εξηγεί τι πρέπει να γνωρίζει κάθε γυναίκα σήμερα για τον καρκίνο
Για κάθε ασθενή που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη διάγνωση κάποιου γυναικολογικού καρκίνου, ο ογκολόγος είναι ο επιστήμονας εκείνος που κρατάει ανοιχτή την πόρτα της ελπίδας. Σε ποιο στάδιο; Πόσο σοβαρή είναι η κάθε περίπτωση, εξ ορισμού ξεχωριστή και ιδιαίτερη; Πόσοι κύκλοι χημειοθεραπείας; Με ποιες επιμέρους θεραπείες; Θα στοιχίσουν αυτές οι θεραπείες τα μαλλιά της ασθενούς και θα «υπογράψουν» την εικόνα της με ακατάλυτο τρόπο;
Ο Ιωάννης Σύριος, Ογκολόγος, (MD, MSc, PhD), Διευθυντής Ζ’ Ογκολογικής Κλινικής Νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ και Πρόεδρος Ελληνικής Ερευνητικής Ομάδας Γυναικολογικής Ογκολογίας δεν απαντά απλώς αυτές τις ερωτήσεις καθημερινά σε εκατοντάδες ασθενείς. Παρακολουθεί, ρυθμίζει με ακρίβεια και προσυπογράφει αυτό το δύσκολο –για κάθε γυναίκα– ταξίδι, προσπαθώντας για την καλύτερη, κάθε φορά, έκβαση. Με επιστημονική ακρίβεια και συνέπεια, αλλά και με ανθρωπιά, απαντά και στην Athens Voice σε μια σειρά από ερωτήματα που γεννά η διάγνωση και συνήθως προκαταλαμβάνουν τόσο την ασθενή όσο και τον περίγυρό της.
Γυναικολογικοί καρκίνοι: Τι πρέπει να γνωρίζει κάθε γυναίκα σήμερα
— Γυναικολογικοί καρκίνοι και διαφορετικοί τρόποι αντιμετώπισης της ασθένειας: να εξηγήσουμε για ποιους καρκίνους μιλάμε και γιατί κάποτε επιλέγεται η χημειοθεραπεία και κάποτε όχι;
Στην κατηγορία των γυναικολογικών καρκίνων ανήκουν οι κακοήθειες των ωοθηκών, του ενδοµητρίου, του τραχήλου της µήτρας, του αιδοίου και του κόλπου. Καταλαβαίνουµε λοιπόν ότι αποτελεί ειδικό τοµέα της ογκολογίας, ο οποίος απαιτεί συγκεκριµένες γνώσεις και συνεργασία µεταξύ πολλών ειδικοτήτων. Η επιλογή της σωστής θεραπείας απαιτεί τη λεπτοµερή αξιολόγηση της ταυτότητας και του σταδίου της νόσου, αλλά και της κλινικής κατάστασης της ασθενούς.
Σκοπός είναι να χορηγείται η ενδεδειγµένη κατά περίπτωση θεραπεία, που θα αποφέρει το µέγιστο αποτέλεσµα µε τις ελάχιστες παρενέργειες. Αν και στις µέρες µας η τάση είναι να προτιµούνται νέες θεραπείες και η έρευνα να στρέφεται προς εξατοµικευµένες θεραπείες, εντούτοις σε πολλές περιπτώσεις η χηµειοθεραπεία συνεχίζει να έχει κοµβικό ρόλο. Ειδικά στις γυναικολογικές κακοήθειες η χορήγηση χηµειοθεραπείας µετά το χειρουργείο είναι η συνιστώµενη πρακτική, σύµφωνα µε όλες τις διεθνείς κατευθυντήριες συστάσεις, η οποία µειώνει τον κίνδυνο επανεµφάνισης της νόσου και αυξάνει το ποσοστό ίασης.
∆εν είναι όµως πάντα επιβεβληµένη. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως, για παράδειγµα, σε πρώιµο χαµηλού κινδύνου καρκίνο του ενδοµητρίου, αρκεί και µόνο η λαπαροσκοπική αφαίρεση της νόσου. Σε άλλες, πιο προχωρηµένες ή επιθετικές περιπτώσεις, όµως, µπορεί να απαιτηθεί µετεγχειρητικά όχι µόνο χηµειοθεραπεία αλλά και ακτινοθεραπεία ή και ανοσοθεραπεία. Αντίστοιχα, µόνο η χειρουργική επέµβαση στον καρκίνο τραχήλου µήτρας αρχικού σταδίου είναι ικανή να προσφέρει ίαση σε µεγάλο ποσοστό. Αντιθέτως, στον τοπικά προχωρηµένο καρκίνο τραχήλου µήτρας συνήθως αποφεύγεται η χειρουργική επέµβαση και χορηγείται χηµειο-ακτινοθεραπεία µαζί µε ανοσοθεραπεία. Ειδικά όµως στον καρκίνο της ωοθήκης, στις περισσότερες περιπτώσεις ακολουθεί χορήγηση χηµειοθεραπείας µετά την επέµβαση.
Στα µεταστατικά στάδια κύριος στόχος µας είναι ο έλεγχος του φορτίου της νόσου και των συµπτωµάτων, µε την κατά το δυνατό περισσότερη και ποιοτικότερη επιβίωση. Και σε αυτές τις περιπτώσεις έχει θέση η χηµειοθεραπεία, όµως ακριβώς αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο επιλέγονται ολοένα και συχνότερα εξατοµικευµένες και φιλικότερες για τις ασθενείς θεραπείες.
Προφανώς, το σχήµα που επιλέγεται έχει να κάνει όχι µόνο µε το είδος της νόσου και των συµπτωµάτων που προκαλεί, αλλά και µε παραµέτρους που αφορούν ξεχωριστά την κάθε ασθενή, όπως, για παράδειγµα, την ηλικία, τη συννοσηρότητα, την πιθανή λήψη και άλλων φαρµάκων, τις επιθυµίες και προσδοκίες που µας εκφράζει. Η αξιολόγηση όλων αυτών των παραµέτρων γίνεται ή οφείλει να γίνεται στο πλαίσιο διεπιστηµονικής συνεργασίας µεταξύ επιστηµόνων εξειδικευµένων στο αντικείµενο και σε νοσοκοµεία µε αντίστοιχη εµπειρία.
— Ας μιλήσουμε λίγο για τη χημειοθεραπεία. Όλοι έχουμε συνδέσει τη λέξη και τη διαδικασία με τον «μπαμπούλα» του καρκίνου, αλλά και με μία εξαιρετικά οδυνηρή περίοδο για τον ασθενή. Τι είναι, λοιπόν, η χημειοθεραπεία και πώς αποφασίζονται τα σχήματα, οι κύκλοι που πρέπει να ακολουθήσoυν οι ασθενείς;
Η χηµειοθεραπεία, λοιπόν, είναι µια κατηγορία φαρµάκων που στοχεύει κύτταρα τα οποία πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Τέτοια για παράδειγµα είναι τα καρκινικά. Ανάλογα µε την ανατοµική περιοχή όπου ξεκίνησε η νόσος, δηλαδή το όργανο που προσέβαλε, την έκτασή της, δηλαδή το στάδιο, την ακριβή ταυτότητά της σε µοριακό επίπεδο αλλά και την κλινική κατάσταση της ασθενούς, επιλέγονται τα καταλληλότερα φάρµακα. Αυτά τα φάρµακα έχουν δοκιµαστεί παγκοσµίως σε αντίστοιχα περιστατικά και έχουν αποδειχθεί ασφαλή και αποτελεσµατικά. Συνεπώς, υπάρχουν συγκεκριµένα πρωτόκολλα χηµειοθεραπείας ανά είδος νόσου. Αυτά τα πρωτόκολλα καθορίζουν το λεγόµενο χηµειοθεραπευτικό σχήµα, δηλαδή τόσο το είδος των φαρµάκων, όσο και τη συχνότητα µε την οποία πρέπει να χορηγούνται και τον απαιτούµενο αριθµό χορηγήσεων, τους κύκλους θεραπείας που θα πρέπει να λάβουν οι ασθενείς µας.
Καταλαβαίνουµε ασφαλώς ότι η λέξη χηµειοθεραπεία είναι βαρύτατα φορτισµένη και ότι προκαλεί σοβαρό στρες σε όλες τις ασθενείς. Όµως θα πρέπει να καθησυχάσουµε τον κόσµο ότι πλέον τα χηµειοθεραπευτικά φάρµακα έχουν γίνει πιο φιλικά και αντίστοιχα έχουν εξελιχθεί και τα συνοδά φάρµακα, τα οποία είτε προλαµβάνουν είτε αντιµετωπίζουν αποτελεσµατικά τις πιθανές παρενέργειες, όπως για παράδειγµα την έντονη ναυτία.
Εξίσου σηµαντική µε το θεραπευτικό πρωτόκολλο είναι και η σχέση που αναπτύσσεται µεταξύ γιατρού και ασθενούς, µια σχέση εµπιστοσύνης που βοηθά σε σηµαντικό βαθµό στην κατά το δυνατό καλύτερη ανοχή και συµµόρφωση στη θεραπεία µέσω της συνεχούς βοήθειας, υποστήριξης και αποτελεσµατικής επικοινωνίας.
— Έχω ακούσει αρκετές γυναίκες, οι οποίες διαγνώστηκαν με καρκίνο, να λένε ότι αν είχαν την επιλογή, θα την απέφευγαν, μόνο και μόνο για να μη χάσουν τα μαλλιά τους. Να διευκρινίσουμε μερικά πράγματα για την απώλεια των μαλλιών και για το τι ακριβώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά, ώστε να διαλύσουμε μερικούς μύθους;
Είναι αλήθεια ότι συγκεκριµένες κατηγορίες χηµειοθεραπευτικών φαρµάκων προκαλούν πλήρη απώλεια των µαλλιών, άλλες όµως όχι. Ο προβληµατισµός που εκφράζεται από πολύ κόσµο ότι η χηµειοθεραπεία µαζί µε τα καρκινικά κύτταρα καταστρέφει και τα φυσιολογικά είναι εύλογος. Όντως τα χηµειοθεραπευτικά φάρµακα στοχεύουν σε κύτταρα που διαιρούνται γρήγορα, είτε αυτά είναι καρκινικά είτε φυσιολογικά. Η διαφορά όµως είναι ότι τα φυσιολογικά επιδιορθώνονται γρήγορα µετά την ολοκλήρωση της χηµειοθεραπείας. Αυτό ακριβώς συµβαίνει και στην περίπτωση των µαλλιών, τα οποία επανέρχονται στο σύνολο των περιπτώσεων µετά το πέρας της χηµειοθεραπείας.
Πολλές φορές µάλιστα επιλέγεται η εφαρµογή της τεχνικής COOLING SCALP, δηλαδή η εφαρµογή ψυχρής κάσκας στο τριχωτό της κεφαλής κατά τη διάρκεια χορήγησης της χηµειοθεραπείας, η οποία ψύχει τα τροφοφόρα αγγεία στη ρίζα της τρίχας. Ανάλογα µε το χηµειοθεραπευτικό σχήµα που χορηγείται εξαρτάται και το αισθητικό αποτέλεσµα από την εφαρµογή αυτής της τεχνικής.
— Υπάρχει τα τελευταία χρόνια μία όλο και αυξανόμενη κουβέντα για το αναγκαίο κακό της χημειοθεραπείας και για το πώς η ογκολογία έχει φτάσει σε ένα τέλμα αναφορικά με την παροχή λιγότερο «κακοποιητικών» μορφών ίασης ή και συνεχούς πολεμικής εναντίον των καρκινικών όγκων. Υπάρχει κάποιο νεότερο εδώ από επιστημονικής σκοπιάς, τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία των γυναικολογικών κακοηθειών;
Οι καταιγιστικές εξελίξεις στη Γυναικολογική Ογκολογία έχουν ήδη συμβάλει τόσο στην πρόληψη και στην έγκαιρη διάγνωση, όσο και στη θεραπεία. Η ενημέρωση του πληθυσμού σχετικά με τον εμβολιασμό έναντι του ιού HPV και η ευρεία αποδοχή του ήδη σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο έχει μειώσει σημαντικά την επίπτωση του καρκίνου τραχήλου της μήτρας. Αντίστοιχα, ο ιολογικός έλεγχος και το τεστ ΠΑΠ ανιχνεύουν ανωμαλίες στον τράχηλο, προλαμβάνοντας την εξέλιξη πρόδρομων βλαβών σε καρκίνο. Αντίστοιχα, ο τακτικός γυναικολογικός έλεγχος είναι δυνατό να εντοπίσει έγκαιρα βλάβες που αναπτύσσονται στο ενδομήτριο ή και στις ωοθήκες.
Από θεραπευτικής άποψης οι χειρουργικές τεχνικές έχουν εξελιχθεί, επιτρέποντας σε πολλές περιπτώσεις, όπως στον καρκίνο του ενδομητρίου, τη λαπαροσκοπική προσέγγιση με τις λιγότερες δυνατές επιπλοκές και τη μικρότερη διάρκεια νοσηλείας. Μάλιστα, σε νέες γυναίκες δίδεται υπό προϋποθέσεις και η δυνατότητα διαφύλαξης της αναπαραγωγής με ειδικά χειρουργικά ή/και φαρμακευτικά πρωτόκολλα.
Η ακτινοθεραπεία αντίστοιχα έχει βελτιστοποιηθεί και στοχεύει με απόλυτη ακρίβεια στον όγκο, προφυλάσσοντας τα γειτονικά όργανα από ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πώς μαθαίνει όμως ο ογκολόγος την πραγματική μοριακή ταυτότητα του όγκου; Η διαδικασία προβλέπει λήψη δείγματος από τον όγκο, είτε μέσω βιοψίας είτε μέσω χειρουργικής επέμβασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί η χρησιμοποίηση του ιστού που έχει αφαιρεθεί με την αρχική επέμβαση, ο οποίος σημειωτέον φυλάσσεται για χρόνια στο εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας. Σε αυτό τον ιστό διενεργούνται εξειδικευμένες μοριακές εξετάσεις που αναδεικνύουν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του καρκίνου, όπως για παράδειγμα μεταλλάξεις γονιδίων, έκφραση πρωτεϊνών, φορτίο μεταλλάξεων. Από αυτή την ταυτοποίηση μπορεί να προκύψουν οι εξατομικευμένες θεραπευτικές ευκαιρίες που στοχεύουν αυτά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα.
Ανάλογα λοιπόν με το αποτύπωμα της νόσου επιλέγεται η καταλληλότερη θεραπεία, για παράδειγμα χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, στοχεύουσες θεραπείες, μονοκλωνικά αντισώματα, φάρμακα συνδεδεμένα με αντισώματα (ADCs), ορμονική θεραπεία ή και συνδυασμοί των παραπάνω.
Παράλληλα, μοριακές εξετάσεις πραγματοποιούνται και στο αίμα που είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες στην αναγνώριση κληρονομικών συνδρόμων. Συνεπώς, το να μιλάμε για εξατομικευμένη θεραπεία είναι ιατρικά μια ρεαλιστική προσέγγιση, όμως το υψηλό κόστος αυτών των εξετάσεων προϋποθέτει ότι τα συστήματα υγείας μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτή τη σύγχρονη ανάγκη.
— Γιατί η κουβέντα για τους γυναικολογικούς καρκίνους είναι περιορισμένη; Τι θέλω να πω: όταν νόσησα εγώ, επέλεξα να μιλάω πολύ ανοιχτά για όλο αυτό, για δύο λόγους: πρώτον, γιατί όταν βρέθηκα εγώ σε αυτό το σημείο και αναζήτησα υλικό για να ενημερωθώ και να «κρατηθώ» από εμπειρίες άλλων γυναικών, δεν βρήκα, παρά μόνο πολύ φιλτραρισμένες αφηγήσεις που δεν με αντιπροσώπευαν. Δεύτερον, γιατί κάποτε πρέπει να αποφασίσουμε τι είναι πραγματικά για το καλό της ασθενούς και για να πάψει να ακούει εκείνο το «κρίμα το κορίτσι» και «μη λέτε τι έχει»... Γιατί δεν μιλάμε, λοιπόν; Υπάρχει κάποιο ιατρικό πρωτόκολλο ή κάποιος περιορισμός; Έχει να κάνει με την εξατομικευμένη θεραπεία; Τι απ’ όλα αυτά;
Είναι οξύµωρο στον καιρό του καταιγισµού της πληροφορίας να αντιλαµβανόµαστε την ένδεια ορθής ενηµέρωσης. Είναι σηµαντικό οι ασθενείς να έχουν πρόσβαση σε έγκυρες πηγές ενηµέρωσης από θεσµοθετηµένους από την πολιτεία φορείς, καθώς η άντληση πληροφοριών από ανώνυµες πηγές µόνο σύγχυση και φόβο µπορεί να προκαλέσει. Στον καιρό της εξατοµικευµένης προσέγγισης και των µοριακών θεραπειών έχει περιορισµένη αξία η γνώµη της οικογενειακής φίλης, της γειτόνισσας ή του doctor Google. Είναι χρέος του θεράποντος η διαρκής ενηµέρωση της ασθενούς καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Βεβαίως, στη χώρα µας είναι γνωστή η υπερπροστασία του οικογενειακού περιβάλλοντος που πολλές φορές επιθυµεί την απόκρυψη της αλήθειας ή µέρους της από την ασθενή, µε τον φόβο ότι δεν θα αντέξει ψυχολογικά. Καταλαβαίνουµε ωστόσο πως η ενηµέρωση είναι αναφαίρετο δικαίωµα της κάθε ασθενούς, µε τρόπο που να προσαρµόζεται στην αντιληπτική ικανότητα και την ψυχολογική κατάσταση εξατοµικευµένα.
Πέρα όµως από την ενηµέρωση της ασθενούς από τον θεράποντα, µε χαρά βλέπουµε το τελευταίο διάστηµα την εξαιρετική δουλειά που γίνεται από την Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος µε την ανάπτυξη καµπάνιας ενηµέρωσης στα µέσα µαζικής ενηµέρωσης και στα αντίστοιχα ηλεκτρονικής δικτύωσης, αλλά και µε τη διοργάνωση δραστηριοτήτων µε στόχο την ενηµέρωση και την κοινωνική ευαισθητοποίηση. Εξαιρετικό έργο κάνουν και οι Σύλλογοι Ασθενών που µοιράζονται εµπειρίες, αναπτύσσουν δίκτυα ενηµέρωσης, συµµετέχουν δυναµικά σε εγχώρια και διεθνή συνέδρια, αλλά επίσης βιωµατικά καταγράφουν τις αδυναµίες του συστήµατος και σε συνεργασία µε την ιατρική κοινότητα τις επικοινωνούν στους αρµόδιους φορείς και εργάζονται συστηµατικά για την βελτίωσή τους.
Προσωπικά, θεωρώ ότι µέσω αυτού του ανοίγµατος στην κοινωνία και της ορθής ενηµέρωσης έχει περιοριστεί η στρεβλή θεώρηση του καρκίνου ως επάρατης νόσου και κατ’ επέκταση το στίγµα των ογκολογικών ασθενών ιδίως στις κλειστές κοινωνίες.
— Υπάρχει μία «σχολή» που επιμένει ότι η ασθενής, παράλληλα με τις χημειοθεραπείες, πρέπει να υποβάλλεται και σε ψυχοθεραπεία, να λαμβάνει κάποιου είδους ψυχολογική υποστήριξη. Είστε σύμφωνος με αυτή τη «σχολή» ή είναι ψιλά γράμματα την ώρα που δίνεται προτεραιότητα στη διάσωση της ασθενούς;
Προφανώς η ψυχική υγεία είναι εξίσου σημαντική με τη σωματική και η φροντίδα της αποτελεί μέρος της ολιστικής προσέγγισης. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ύπαρξης σχολής ή όχι. Η ψυχολογική υποστήριξη της ασθενούς είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της θεραπείας και αυτή η υποστήριξη μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες της ασθενούς, να κλιμακώνεται από την τακτική επίσκεψη και συζήτηση με ψυχολόγο, στη συμβουλευτική από ψυχίατρο ή και στη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Χαίρομαι πραγματικά που μου θέσατε αυτό το ερώτημα, διότι εδώ ακριβώς καταλαβαίνουμε την αξία της θεραπευτικής ομάδας, καθώς στην πορεία της νόσου προκύπτουν ποικίλες ανάγκες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, παρά μόνο στο πλαίσιο συνεργασίας πολλών ειδικοτήτων, ιατρικών και μη.
— Μέχρι πού «νομιμοποιείται» να μιλήσει στην ασθενή ο γιατρός; Ας πούμε, στη δική μου περίπτωση, μετά από κάθε θεραπεία, είχα να αντιμετωπίσω, πέρα από τις διαφορετικές εκφάνσεις των συμπτωμάτων (που κορυφώνονταν ή διαφοροποιούνταν) –και τα συζητάγαμε και μαζί γιατί ήσασταν απείρως άμεσος και υποστηρικτικός–, και το ότι δεν ήξερα «πού» πάω μετά, τι θα αντιμετωπίσω. Και φυσικά, πάντα σκεφτόμουν, ότι δεν είμαι η μόνη που ενδεχομένως έχετε να φροντίσετε μέσα στην ημέρα, αλλά και το ηθικό όριο το οποίο σας επιτρέπει ή δεν σας επιτρέπει να μιλήσετε. Τι ισχύει, τελικά; Πού αρχίζει και πού σταματάει το authority του γιατρού να μιλήσει για κάποια πράγματα στην ασθενή;
H σχέση του ιατρού με την ασθενή είναι ιερή και βασίζεται στην ειλικρίνεια. Βεβαίως υπάρχουν στιγμές στην πορεία της νόσου –κάποτε ιδιαιτέρως δύσκολες– κατά τις οποίες η ασθενής μπορεί να κλονιστεί ψυχικά και σωματικά. Μια σκληρή τεχνοκρατική παράθεση δεδομένων και συμβουλών από τον θεράποντα πιθανότατα θα αποθαρρύνει την ασθενή και αυτό θα έχει δυσμενή αντίκτυπο στη συνέχιση της θεραπείας. Σαφέστατα, η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη και δυναμική. Διαμορφώνεται κατά την πορεία της νόσου και στην ουσία το βάθος και η ποιότητα της επικοινωνίας εξαρτώνται και από τις δύο πλευρές.
Προσωπικά, αποφεύγω σε κάθε περίπτωση να παραθέτω στατιστικά δεδομένα με όρους επιβίωσης, τα οποία εξάλλου στον καιρό της εξατομικευμένης θεραπείας πιθανότατα χρήζουν αναθεώρησης. Από την άλλη όμως, είναι απολύτως απαραίτητο η ασθενής να είναι πλήρως ενημερωμένη, όχι μόνο για τους στόχους της θεραπείας, αλλά και για τις πιθανές παρενέργειες από αυτήν, και να έχει σαφείς οδηγίες αντιμετώπισής τους. Από την προσωπική μου εμπειρία έχω διαπιστώσει ότι οι ασθενείς που είναι κατάλληλα προετοιμασμένες για το τι θα συναντήσουν, συνεργάζονται πολύ καλύτερα, βιώνουν την περίοδο της θεραπείας με λιγότερο φόβο και συνήθως ολοκληρώνουν με επιτυχία το θεραπευτικό πλάνο.
— Τι περιμένει μία ασθενής μετά την περιπέτεια και κυρίως μετά τη θεραπεία; Τι αλλάζει στη ζωή της και τι πρέπει να προσέχει;
Με τη βελτιστοποίηση των χειρουργικών μεθόδων και την εφαρμογή εξατομικευμένων θεραπειών τα ποσοστά ίασης έχουν αυξηθεί. Παγκοσμίως η κοινότητα των γυναικών που επιβίωσαν από τον καρκίνο πληθαίνει, συνεπώς πρέπει να εξασφαλίσουμε την εφαρμογή συντονισμένων μεθόδων ανακούφισης ή αποκατάστασης προβλημάτων που έχουν προκληθεί από τη θεραπεία. Κάποιες από τις παρενέργειες δυστυχώς μπορεί να είναι μόνιμες, όπως η αδυναμία τεκνοποίησης ή η παρουσία παρά φύσιν έδρας μετά από ένα μεγάλο χειρουργείο, έντονα μουδιάσματα στα άκρα απότοκα χημειοθεραπείας, ενδοκρινολογικά προβλήματα, προβλήματα στην ούρηση και στη σεξουαλική επαφή απότοκα ακτινοθεραπείας.
Όμως σε γενικές γραμμές, η σωματική αποκατάσταση είναι ταχεία μετά την ολοκλήρωση των θεραπειών και οι ιαθείσες συνηθέστατα διάγουν φυσιολογική ζωή με ποιοτική καθημερινότητα. Κατανοούμε ότι το ψυχικό αποτύπωμα από αυτή την περιπέτεια ίσως χαράσσεται βαθύτερα και οπωσδήποτε εκκλύεται το αρνητικό συναίσθημα, το άγχος, ίσως και ο φόβος κάθε φορά που διενεργείται τακτικός έλεγχος παρακολούθησης. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα και ανθρώπινα. Όμως η σύσταση του θεράποντος είναι πάντα η ομαλή επιστροφή στην κανονικότητα, με αποφυγή επιβλαβών συνηθειών, υιοθέτηση τακτικής σωματικής άσκησης και ισορροπημένης δίαιτας, και η συνέπεια στους προγραμματισμένους ιατρικούς ελέγχους.
— Μια στιγμή μέσα στα χρόνια της επιστημονικής διαδρομής σας που σας σφράγισε;
Οπωσδήποτε η καθηµερινότητα της µάχης µε τον καρκίνο έχει γλυκόπικρη γεύση. Μέσα στην ίδια ηµέρα µπορεί να γευθείς τη χαρά από µια σπουδαία θεραπευτική επιτυχία που ξέρεις ή ελπίζεις ότι ισοδυναµεί µε ίαση και την επόµενη στιγµή να βιώσεις την απώλεια ασθενούς σου που σε συνθλίβει. Η ηθική ικανοποίηση ότι, ακόµη και αν δεν µπορείς να προσφέρεις την ίαση, τουλάχιστον προσφέρεις την ανακούφιση είναι η κινητήριος δύναµη για να συνεχίζεις. Το συναίσθηµα της αναγνώρισης της προσπάθειας από τον ασθενή και την οικογένειά του και της τιµής που σου κάνουν να µοιράζονται µαζί σου τις δυσκολότερες στιγµές της ζωής τους είναι συγκλονιστικό.
Μια από τις πιο δυνατές συναισθηµατικά στιγµές ήταν σε µια εφηµερία µου ως ειδικευόµενου στο νοσοκοµείο ΜΕΤΑΞΑ. Μια νέα κοπέλα, η Ειρήνη, που νοσηλευόταν µε πολύ προχωρηµένο καρκίνο του µαστού έχοντας χάσει τον έλεγχο των άκρων της και την όρασή της, λίγο πριν το τέλος µου ζήτησε να της δώσω άδεια να βγει για λίγη ώρα από το νοσοκοµείο συνοδευόµενη από συγγενή της, για λίγα λεπτά ελευθερίας. Σε µια από τις πιο ανθρώπινες στιγµές µαζί µε το νοσηλευτικό προσωπικό αποφασίσαµε να προχωρήσουµε σε αυτή την παράτυπη άδεια. Η Ειρήνη µας επέστρεψε µετά από λίγη ώρα και είπε: «Γιατρέ µου, σε ευχαριστώ. Μου χάρισες την πιο ευτυχισµένη στιγµή της ζωής µου. Μπόρεσα και µύρισα τη θάλασσα…». Η Ειρήνη την επόµενη ηµέρα δεν ήταν µαζί µας. Όµως µου έµαθε ότι και η τελευταία στιγµή της ζωής έχει νόηµα και αξίζει να αγωνίζεσαι για αυτήν.