Health & Fitness

O υπερπαραθυρεοειδισμός, τα συμπτώματα, η διάγνωση και η θεραπεία

Ο Γεώργιος Σακοράφας, M.D., Ph.D., Χειρουργός Θυρεοειδούς και Παραθυρεοειδών, μας εξηγεί τη συνηθέστερη μορφή της νόσου

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 896
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Υπερπαραθυρεοειδισμός: Τα συμπτώματα, η διάγνωση και η θεραπεία

Ο υπερπαραθυρεοειδισμός είναι η παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αυξημένη λειτουργική δραστηριότητα ενός ή περισσοτέρων παραθυρεοειδών αδένων. Οι παραθυρεοειδείς είναι 4 μικροί αδένες, μεγέθους φακής, που βρίσκονται ανά δύο πίσω από τον κάθε λοβό του θυρεοειδούς αδένα. Παράγουν και εκκρίνουν στο αίμα την παραθορμόνη, μία ορμόνη που έχει βασικό ρόλο στη ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα.

Χαρακτηριστική στον υπερπαραθυρεοειδισμό είναι η υπερπαραθορμοναιμία (αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης στο αίμα του ασθενούς). Η αυξημένη αυτή παραθορμόνη διεγείρει την κινητοποίηση του ασβεστίου από τα οστά. Σαν αποτέλεσμα, το ασβέστιο αποδεσμεύεται από τα οστά και εισέρχεται στο αίμα, οπότε εμφανίζεται υπερασβεστιαιμία (αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα). Ο συνδυασμός αυτός (αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης με παράλληλη αύξηση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα) είναι χαρακτηριστικός στον υπερπαραθυρεοειδισμό.

Το ασβέστιο στη συνέχεια –που κυκλοφορεί σε αυξημένη συγκέντρωση στο αίμα (υπερασβεστιαιμία)– αποβάλλεται από τον οργανισμό με τα ούρα, όπου συναντάται σε αυξημένη συγκέντρωση (υπερασβεστιουρία).

Ο υπερπαραθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται ως πρωτοπαθής όταν οφείλεται σε πάθηση αυτών καθ’ αυτών των παραθυρεοειδών αδένων. Μπορεί εντούτοις να είναι και δευτεροπαθής ή και τριτοπαθής (σαν απάντηση σε άλλες παθολογικές καταστάσεις, όπως π.χ. στη νεφρική ανεπάρκεια). Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, που είναι και η συνηθέστερη μορφή της νόσου.

Συμπτώματα

Τα δύο βασικά όργανα που προσβάλλονται από τον υπερπαραθυρεοειδισμό είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα οστά και οι νεφροί.

Από τα οστά παρατηρείται οστεοπενία (ελάττωση του περιεχομένου των οστών σε ασβέστιο) ή οστεοπόρωση (πιο σοβαρού βαθμού απώλεια ασβεστίου). Σε βαριές περιπτώσεις, μπορεί η απώλεια του ασβεστίου να προκαλέσει σημαντικού βαθμού εξασθένιση των οστών και παθολογικά κατάγματα (κατάγματα με ελάχιστη καταπόνηση των οστών).

Η αυξημένη αποβολή ασβεστίου στα ούρα (υπερασβεστιουρία) έχει σαν αποτέλεσμα την καθίζηση των αλάτων ασβεστίου στο αποχετευτικό σύστημα των νεφρών (νεφροί, ουρητήρες, ουροδόχος κύστη), με συνέπεια τη δημιουργία λίθων. Οι λίθοι αυτοί μπορεί να είναι είτε ασυμπτωματικοί είτε να συνοδεύονται από κλινικές εκδηλώσεις (κωλικός, ουρολοίμωξη κ.λπ.). Σπανιότερα, το ασβέστιο μπορεί να εναποτεθεί στο παρέγχυμα του νεφρού με αποτέλεσμα την εμφάνιση της λεγόμενης νεφρασβέστωσης.

Εκτός από τις παραπάνω κλινικές εκδηλώσεις, μπορεί να εμφανιστούν και διάφορα άλλα συμπτώματα, όπως: Μυαλγίες /

Αρθραλγίες / Αδυναμία συγκέντρωσης / Κατάθλιψη / Διαταραχές της μνήμης / Διαταραχές του ύπνου / Αίσθημα κόπωσης κ.λπ.

Τα συμπτώματα αυτά εντούτοις μπορεί να παρατηρηθούν και σε πολλές άλλες παθολογικές καταστάσεις. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζονται ως «μη ειδικά», δεν χαρακτηρίζουν δηλαδή τον υπερπαραθυρεοειδισμό. Η εξαφάνιση των συμπτωμάτων αυτών μετά τη χειρουργική αντιμετώπιση του υπερπαραθυρεοειδισμού αποδεικνύει ότι για τα συμπτώματα αυτά ευθύνονταν ο υπερπαραθυρεοειδισμός.

Σημειώνεται τέλος ότι εναπόθεση ασβεστίου (λόγω της υπερασβεστιαιμίας) μπορεί να παρατηρηθεί και σε διάφορα άλλα όργανα, όπως π.χ. στα αγγεία (και της καρδιάς), με αποτέλεσμα την εμφάνιση αντίστοιχων συμπτωμάτων. Οι βλάβες αυτές είναι μη αναστρέψιμες, πράγμα που υπογραμμίζει την ανάγκη έγκαιρης θεραπευτικής αντιμετώπισης του υπερπαραθυρεοειδισμού, πριν την εμφάνιση των ως άνω βλαβών.

Διάγνωση

Η διάγνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού είναι «βιοχημική» (συνδυασμός υπερπαραθορμοναιμίας και υπερασβεστιαιμίας, βλ. παραπάνω). Αφού τεθεί η διάγνωση, ακολουθεί η διερεύνηση για τη διακρίβωση της αιτιολογίας του υπερπαραθυρεοειδισμού.

Ο υπερπαραθυρεοειδισμός μπορεί να οφείλεται σε μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς (πάσχει μόνον ένας παραθυρεοειδής, η συχνότερη περίπτωση 85 %), σε διάχυτη υπερπλασία των παραθυρεοειδών (πάσχουν πρακτικά όλοι οι παραθυρεοειδείς, 11-12%), σε διπλό αδένωμα παραθυρεοειδούς (2-3%) και εξαιρετικά σπάνια σε καρκίνο παραθυρεοειδούς.

Η διαγνωστική διερεύνηση στη συνέχεια έχει σαν στόχο τον εντοπισμό του υπερλειτουργούντος παραθυρεοειδικού ιστού («εντοπιστικός έλεγχος»). Ο εντοπιστικός έλεγχος γίνεται σήμερα με δύο βασικές εξετάσεις, το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα παραθυρεοειδών. Σπανιότερα μπορεί να χρειαστούν και κάποιες άλλες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως αξονική/μαγνητική τομογραφία, τετραδιάσταση αξονική τομογραφία κλπ.

Θεραπεία

Η θεραπεία του υπερπαραθυρεοειδισμού είναι χειρουργική και συνίσταται στην αφαίρεση του υπερλειτουργούντος παραθυρεοειδικού ιστού. Στην περίπτωση του μονήρους αδενώματος, γίνεται εκτομή του πάσχοντος παραθυρεοειδούς αδένα, διατηρώντας τους υπόλοιπους τρεις που είναι φυσιολογικοί. Αντίθετα στη διάχυτη υπερπλασία των παραθυρεοειδών γίνεται υφολική παραθυρεοειδεκτομή, όπου αφαιρούνται τρεις και ο μισός από τον τέταρτο (τον πιο φυσιολογικό μακροσκοπικά) παραθυρεοειδή.

Σήμερα, η παραθυρεοειδεκτομή γίνεται με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο και επιτυγχάνει άμεση και οριστική λύση του προβλήματος του ασθενούς. Η διάρκεια νοσηλείας είναι λίγες ώρες. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι ελάχιστος. Ο ασθενής επανέρχεται άμεσα στις καθημερινές του δραστηριότητες, με άριστο αισθητικό αποτέλεσμα. Η παραθυρεοειδεκτομή θα πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση από εξειδικευμένο χειρουργό θυρεοειδούς-παραθυρεοειδών προκειμένου τα θεραπευτικά αποτελέσματα να είναι τα καλύτερα δυνατά.

Info
Γεώργιος Σακοράφας, M.D., Ph.D. Χειρουργός Θυρεοειδούς και Παραθυρεοειδών, Επ. Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Τ. Συντονιστής Δ/ντής Χειρουργικής Κλινικής Αγίου Σάββα. Νοσοκομεία: Ευγενίδειο - Ιατρικό Ψυχικού - Μητέρα
2107487192, 6977068223
www.gsakorafas.gr
email: georgesakorafas @yahoo.com