Health & Fitness

Στον δικό μου δρόμο

Τα τελευταία χρόνια δεν βρίσκω εύκολα τη χαρά στους αγώνες

Αγγελική Κοσμοπούλου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Την περασμένη εβδομάδα, βγαίνοντας στο δρόμο για την κυριακάτικη διαδρομή μου συνάντησα την Γκέρτη, την κυρία του επάνω πατώματος. Με καλημέρισε ευγενικά και με ρώτησε: «Δεν θα τρέξεις στον αγώνα;». «Ποιον αγώνα;», ρώτησα με ειλικρινή απορία. «Έναν που έχει κάπου κοντά, το άκουσα στις ειδήσεις. Στον Υμηττό, νομίζω». Με δεδομένη την ηλικία και την περί τα δρομικά αδιαφορία της συνομιλήτριάς μου η προβολή του αγώνα θα πρέπει να ήταν αρκετά καλή, σκέφτηκα, με την επαγγελματική μου ιδιότητα. Απάντησα συνοπτικά πως δεν κατεβαίνω πια συχνά σε αγώνες, χαιρέτησα κι έφυγα στον ανοιχτό δρόμο.

Λίγο πιο κάτω, ο φίλος αστυνομικός που φρουρεί τον VIP γείτονα φώναξε κι αυτός την καλημέρα, ακολουθούμενη από το «δεν θα τρέξεις στον αγώνα σήμερα; Νόμισα πως θα ήσουν στις Σπέτσες». Απάντησα πως δε πηγαίνω στις Σπέτσες, έγνεψα γεια χαρά και συνέχισα.

Τα ίδια και σήμερα. Βγήκα νωρίς, για να αποφύγω την αυξημένη δρομική κίνηση της μέρας. Ξανά δεν απέφυγα την ερώτηση του έτερου φρουρού του γείτονα: «Δεν θα πας στο Γύρο της Αθήνας;». Χαμογέλασα, έγνεψα όχι και συνέχισα τη μοναχική πορεία ως το Λυκαβηττό και την ελευθερία των μονοπατιών του.

Όλοι, λοιπόν, τρέχουν. Το timeline μου γεμίζει από προσκλήσεις για αγώνες και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο συνωστίζονται δελτία τύπου για κάτι που έγινε ή κάτι που θα γίνει. Οι σελίδες των φίλων γεμίζουν φωτογραφίες από νούμερα και μετάλλια, πορτραίτα με την κούραση της προσπάθειας και τη χαρά της επιτυχίας, δρομικές παρέες και αναφορές σε χρόνους. Όλο και περισσότεροι τρέχουν –λίγα χιλιόμετρα ή πολλά, με διάρκεια ή για μια φορά. Όλο και περισσότεροι με ρωτούν αν θα κατέβω στον μαραθώνιο, θέλοντας να μου μεταφέρουν τον ενθουσιασμό για τη δική τους συμμετοχή –ερώτηση που γίνεται ευκαιρία για να πουν παρά να ακούσουν.

Χαίρομαι τη χαρά τους, μα δεν μετακινούμαι. Δεν ξέρω αν φταίνε τα τόσα χρόνια στους δρόμους και οι πάμπολλες φορές που στάθηκα στην αφετηρία. Δεν ξέρω αν ευθύνεται η ηλικία μου που αλλάζει προς τα κάτω ορισμένους απ’τους ρυθμούς των ημερών. Δεν ξέρω αν είναι η σταθερή και φιλοσοφημένη πλέον απομάκρυνση από την εμμονική αναζήτηση της ταχύτητας που αντικαταστάθηκε από το δικό μου μέτρο, της χαράς. Μάλλον λίγο από όλα τα παραπάνω.

Ό,τι κι αν ευθύνεται, το βέβαιο είναι πως ο δρομικός μου τρόπος εσχάτως δεν πολυαγαπάει τους αγώνες –και σίγουρα δεν αντέχει τόσο πολλούς. Παλιότερα οι αγώνες ήταν κυριολεκτικά «γιορτές». Τους περίμενες για να βρεθείς με φίλους, να αναμετρηθείς με τις δυνάμεις σου και με το χρόνο. Τους περίμενες για να ανοιχτείς στον κόσμο και να ταξιδέψεις, να μεθύσεις από τη χαρά τους. Ήταν κάτι αρκετά σπάνιο, άξιο να το προσμένεις και να προσανατολίζεις τη ζωή σου προς αυτό. Είχαν τη χαρά της μοναδικότητας και της συμμετοχής, χωρίς τον συνωστισμό και την κοσμικότητα του «ήμουν κι εγώ εκεί».

Τα τελευταία χρόνια δεν βρίσκω εύκολα τη χαρά στους αγώνες. Δεν έχουν το καινούργιο που αναζητώ, δεν έχουν το ξεχωριστό. Είναι συχνοί, πολλοί και καταιγιστικοί –τόσο που δεν χωνεύεται η χαρά τους. Λίγοι κατόρθωσαν να γίνουν σημεία αναφοράς –και τους σέβομαι για αυτό. Τους βλέπω να αυξάνονται και να ανθίζουν, μα δεν πείθομαι να συμμετάσχω, δεν παροτρύνομαι παρά σπάνια. Προτιμώ την ησυχία που τόσο αποζητώ και την ελευθερία του ανοιχτού δρόμου, ονειρεύομαι την ώρα που θα βγω μόνη στο δρόμο. Κάποτε βλέπω τα νεύματα των φίλων δρομέων που οργανώνονται για κοινές προπονήσεις και πίσω από τα συνωμοτικά τους λόγια –τα «αύριο στις 7» ή τα «όποιος θέλει ένα 25άρι ας έρθει»- νιώθω τη χαρά της παρέας και τη χαίρομαι από απόσταση σαν κάτι δικό μου κι ας μην είμαι εκεί. Μένω πάντα ανοιχτή στους αγώνες που θα με συναρπάσουν και στις παρέες που ίσως με ξαναβγάλουν στο δρόμο με τον τρόπο άλλων ημερών. Μα για την ώρα προτιμώ να τρέχω χωρίς ρολόι και πρόγραμμα, χωρίς συνωστισμούς. Με πυξίδα τη διάθεση και την αντοχή, μα και μακριά από το πλήθος. Στον δικό μου δρόμο.