Θεματα Γευσης

Φρουί- ζελέ: Η μεγάλη επιστροφή

Θα το βρεις ίσως όχι στα μενού διάσημων σεφ, αλλά σίγουρα στις συνταγές του τικ-τοκ και στα ψυγεία των σπιτιών μας

Μανίνα Ζουμπουλάκη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το φρουί-ζελέ, στάνταρ επιδόρπιο στα 70ς και πιο πριν, επιστρέφει πανηγυρικά

Κατά ένα τρόπο, μεγάλωσα με φρουί-ζελέ: ήταν το κλασικό ελαφρύ γλυκάκι στο σπίτι μας, και σε πολλά άλλα σπίτια τις δεκαετίες του ΄60, ’70, μέχρι και ’80. Με κομμένα ροδάκινα κονσέρβας στον πάτο του, μερικές φορές με σταφίδες και κουκουνάρια, με φράουλες ή κεράσια, έμενε στο ψυγείο για μέρες μέσα σε γυάλινα τετραγωνο-ειδή ή στρόγγυλα μπολάκια και περίμενε τη χρυσή στιγμή του – μετά από ένα γεύμα με ψάρι, ανάμεσα σε δύο γεύματα με οτιδήποτε, σαν απογευματινό ή ακόμα και αργοπορημένο (καπάκι στο) βραδινό. Οι Αμερικάνοι το έφτιαχναν σε μεγάλες φόρμες του κέικ με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς να αιωρείται παγωμένο στο εσωτερικό του, μέχρι και με ζαμπόν (στην αλμυρή και ίου εκδοχή του). Στην Ευρώπη, το σερβίραμε σε μπολάκια, κουπάκια, πάντα διάφανα για να φαίνεται το λαμπερό του χρώμα, μερικές φορές σε ποτήρια του μαρτίνι, οι πιο προχώ. Κυκλοφορούσε σε διάφορες γεύσεις αλλά πάντα προτιμούσαμε τα κόκκινα, κεράσι και φράουλα, που έδειχναν, και ήταν, πιο νόστιμα από τα κίτρινα, είτε είχανε φρούτα μέσα είτε όχι.

Τα κίτρινα ήταν ανανάς, μπανάνα ή ροδάκινο. Μία φίλη, η Μαργαρίτα, έφτιαχνε ένα καταπληκτικό ζελέ πορτοκάλι (που το πουλούσε αποκλειστικά ο Θανόπουλος της Κηφισιάς μέχρι πριν μερικά χρόνια), με κομμάτια φλούδας πορτοκαλιού, ασπρισμένα αμύγδαλα και κεράσια μαρασκίνο. Δυστυχώς το ζελέ πορτοκάλι ήταν και είναι δυσεύρετο, το παρασκεύαζε μόνο μια αμερικάνικη εταιρεία, και δεν πήρε ποτέ τα πάνω του στην Ελλάδα.

Στα 90ς έφτιαχνα ζελέ συχνά, επειδή άρεσε στον πρώτο γιό μου, παρόλο που είχε βγει πια από τη μόδα. Τέτοια εποχή συνήθως, άνοιξη, έψαχνα στο ντουλάπι της κουζίνας για ένα πακέτο ζελέ που να μην είχε λήξει από την περασμένη άνοιξη. Έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής τα άτιμα, αντέχουν 4-5 χρόνια – και αφού λήξουν και ύστερα, πάλι τρώγονται, απλώς σβολιάζουν περισσότερο και κολλάνε πάνω στο κουτάλι όταν ανακατεύεις το μίγμα. Το οποίο μίγμα, τόσο εμείς τα τρία αδέρφια όσο και τα τρία παιδιά μου, το τρώγαμε λάου-λάου πριν παγώσει, νερουλό ακόμα, χωρίς να έχει καλο-διαλυθεί η σκόνη, χλιαρό στο κατσαρόλι του. Η μυρωδιά κερασιού/φράουλας/γλυκού ήτανε τόσο έντονη που δεν μπορούσες να αντισταθείς, όταν ήσουν παιδί, λέμε. Ως ενήλικας, αντιστέκεσαι σε πολύ πιο ορεκτικά πράγματα, ή τέλος πάντων το παλεύεις…

Το τελευταίο γλυκό που συνέχισε να ετοιμάζει η μαμά μας, ακόμα κι όταν γλιστρούσε στην κατηφόρα της άνοιας, ήταν το φρουί-ζελέ: πάντα κόκκινο, συνήθως γεύση φράουλα, με σταφίδες, καρύδια και κουκουνάρια στον πάτο του. Προς το τέλος, έχανε τις αναλογίες μερικές φορές, το έκανε πολύ σκληρό ή πολύ νερουλό, αλλά εξακολουθούσαμε να το τρώμε και να της λέμε μπράβο. Μας θύμιζε καλοκαίρι, ή μάλλον ανοίξεις και καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας… και τώρα δηλαδή, το ίδιο συμβαίνει.

Είχα χρόνια να φτιάξω φρουί-ζελέ, μέχρι που δεν βρήκα κανένα  πακετάκι στο ντουλάπι,  ληγμένο ή μη, όταν το ζήτησε η κόρη μου προχθές: όλοι οι μποντιμπίλντερς και αρκετοί τικ-τοκέρηδες, λέει, τρώνε ζελέ επειδή δεν έχει πολλές θερμίδες («Το πακέτο αυτό, αν φας και τα έξη μπολάκια, έχουν μόνον 65 θερμίδες!») Ήθελα να σημειώσω ότι μάλλον δεν έχει και καμία θρεπτική αξία, γιατί αν δεις τα συστατικά, δεν υπάρχει κάτι που να σε εντυπωσιάζει ως χρήσιμο για την επιβίωση… αλλά δεν έκανα την έξυπνη, πήγα στο μπακάλη της γειτονιάς, βρήκα φρουί-ζελέ φράουλα και κεράσι (αλλά όχι πορτοκάλι ούτε ροδάκινο ή βερίκοκο, μόνο ανανά και μπανάνα), αγόρασα από ένα, γύρισα σπίτι και έβρασα το ποτήρι με το νερό της συνταγής. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή που μεσουρανούσε το φρουί-ζελέ μέχρι σήμερα, έσπασα ή έχασα όλα τα κανονικά μπολάκια «του ζελέ», σαν αυτά που είχε η μαμά μας. Ένα σετ έξη μικρών μπολακίων, που μου είχε χαρίσει μια φίλη της κάποτε επειδή ήταν λειψό (έλειπε ένα μπολάκι), τώρα είχε ξεμείνει στα δύο μοναχικά. Βρήκα κάτι γυάλινα από γλυκά, αυτά που έχουν μέσα έτοιμα τιραμισού ή κρεμ-μπρυλέ, που τα αγοράζεις καμιά φορά από σουπερμάρκετ όταν σε πιάνει λύσσα για ζάχαρη. Ανακάτεψα τη σκόνη με το βραστό νερό, πρόσθεσα κρύο νερό: πρέπει να είναι η ευκολότερη συνταγή στον κόσμο, κάποιος δηλαδή που «δεν του πετυχαίνει» το φρουί-ζελέ, πρέπει να το κοιτάξει…

Έγιναν τέλεια, δροσερά, αρωματικά, ζελεδένια, τρεμάμενα πάνω στο κουτάλι. Σε δύο από τα έξη, έριξα μέσα μύρτιλα με εντυπωσιακό αποτέλεσμα (=ζελέ με μύρτιλα). Η κόρη ενθουσιάστηκε, κι έτσι το φρουί-ζελέ μπήκε και πάλι στο ψυγείο μας, μια δεκαετία μετά την τελευταία του επίσημη εμφάνιση. Και είναι ωραίο, πράγματι – αν και νοσταλγώ την πλαστική σαντιγί σε συσκευασία λακ μαλλιών, που στολίζαμε σε στραβοχυμένες ροζέτες μερικές φορές πάνω στα μπολάκια για να μετατρέψουμε το ταπεινό, σεμνό ζελέ σε περίπου κανονικό επιδόρπιο…