Θεματα

Παναγιώτης Μουρίκης, ένας ευτυχισμένος νομάς μελισσοκόμος

Με 2.500 χαρούμενα μελίσσια που βγάζουν υπέροχο, μυρωδάτο μέλι

Κατερίνα Καμπόσου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένας σύγχρονος νομάς μελισσοκόμος μας μιλά για τη ζωή του, 365 μέρες με τις μέλισσες

«Τα τσιμπήματα είναι τόσα που δεν μετριούνται, αλλά απ’ τη στιγμή που θα το συνηθίσεις και δεν θα πρήζεσαι, δε δίνεις τόση σημασία. Εξάλλου είναι κι αυτό που λένε και οι παλιοί «μελισσάδες», πώς το δηλητήριο που κυλάει στη φλέβα είναι και αυτό που σε κρατάει κολλημένο στη μελισσοκομία με ένα άτυπο γόρδιο δεσμό. Γι' αυτό το αγαπημένο πράγμα στη δουλειά μου είναι να είμαι κοντά στις μέλισσες και το πιο δύσκολο να είμαι μακριά τους. Όνειρο μου να μελισσοκομώ ως τα βαθιά γεράματα και  να αγναντεύω τη θάλασσα σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί». Κάπως έτσι εκφράζει την αντίληψή του γύρω απ’ τη δουλειά του, ο 33χρονος Παναγιώτης Μουρίκης, μελισσοκόμος - νομάς κιόλας από τα επτά του χρόνια, όταν μαθήτευε δίπλα στον πατέρα του.

Παναγιώτης Μουρίκης

Ο Παναγιώτης είναι ένας άνθρωπος που κοιμάται 250 νύχτες τον χρόνο σε ένα φορτηγό μεταφέροντας μελίσσια και κουβαλώντας τα κυριολεκτικά ένα προς ένα, σε δάση και πεδιάδες, από το ένα άκρο της Ελλάδας στο άλλο, ανάλογα την εποχή και την ανθοφορία. Αυτό είναι ο ορισμός έτσι κι αλλιώς της πατροπαράδοτης νομαδικής μελισσοκομίας που πότε δίνει την αίσθηση της πληρότητας και άλλοτε αφήνει μια προσωρινή πικρή γεύση, όπως όταν αντίκρισε τα μελίσσια του να έχουν κατακαεί στην Κωπαΐδα πριν εννέα χρόνια.

«Ενοχλήσεις κατοίκων στην ύπαιθρο από τις μέλισσες, επιθέσεις  από αρκούδες σε μελίσσια στη Πτολεμαΐδα, κολλήματα στη λάσπη με μελίσσια φορτωμένος, το χειρότερο συναίσθημα όμως όλων που μπορώ να θυμηθώ ήταν όταν αντίκρισα τα καμένα μελίσσια μου μετά από πυρκαγιά. Αλλά υπάρχουν και οι καλές στιγμές, όπως τα ολονύχτια γλέντια με συναδέλφους μελισσοκόμους στο ύπαιθρο, τα τραπεζώματα σε ταβέρνες που σίγουρα δεν θα βρεις στο Trip Advisor και το μεγαλύτερο, η χαρά του τρύγου που είναι πάντα μοναδική. Αγαπώ και δένομαι με τον κάθε τόπο που μεταφέρω τα μελίσσια μου, παντού νιώθω οικεία σαν το σπίτι μου. Στη Θάσο για το πευκόμελο της, την Ευρυτανία για τη βελανιδιά της, τη Φωκίδα για το θυμάρι, τη Χαλκιδική για την ερείκη και την καστανιά. Πρόσφατα εγκαταστήσαμε ένα μόνιμο μελισσοκομείο στο νησί της Κιμώλου για την παραγωγή ενός μοναδικού και σπάνιου μελιού, της αγριολεβάντας Κιμώλου &  θυμαριού Κυκλάδων. Έτσι, πλέον έχουμε μια ολοκληρωμένη γευστική παλέτα μελιών από τα καλύτερα μέρη της Ελλάδος».

Η πιο απαιτητική περίοδος για τους μελισσοκόμους είναι αυτή της άνοιξης, που η φύση οργιάζει, τα μελίσσια αναπτύσσονται ραγδαία, υπάρχει έντονη κινητικότητα και μεταφορές, κυνήγι του μελιού, κυνήγι για την αύξηση του πληθυσμού των μελισσιών. Βέβαια οι κλιματικές αλλαγές επηρεάζουν άμεσα το παραγόμενο προϊόν. Από την άλλη οι έλληνες παραγωγοί έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τις αθρόες εισαγωγές και προσμίξεις που υποβαθμίζουν την τιμή και ποιότητα του ελληνικού μελιού. Ο μελισσοτουρισμός στην Ελλάδα είναι στα σπάργανα, πολύ πίσω συγκριτικά με άλλες χώρες ή σε σχέση με τον κλάδο του οινοτουρισμού. Την εξωστρέφεια κατά κάποιο τρόπο της επιχείρησης της οικογένειας ανέλαβε τα τελευταία χρόνια η αδερφή του Παναγιώτη, η Μαρία. Εκεί λοιπόν που ο πατέρας τους ξεκίνησε με 300 μελίσσια το 1960, τα δύο αδέρφια σήμερα αριθμούν πάνω από 2.500. Ζούνε ως σύγχρονοι νομάδες- μελισσοκόμοι με βάση τους την Ελευσίνα, φέρνουν στην Αθήνα τα μελισσοκομικά τους προϊόντα και εκφράζουν μια ιδιαίτερη κουλτούρα κατά την οποία η μελισσοκομία είναι τρόπος ζωής, έκφρασης και πολιτισμού και η ενασχόληση με τη φύση «ψυχοθεραπεία».

«Η συνεργασία όλης της οικογένειας στις μελισσοκομικές εργασίες, είναι σαν να βλέπουμε μια μικρογραφία της κυψέλης, που αποτελεί την επιτομή της ομαδικότητας και του αγώνα για το κοινό συμφέρον. Έτσι νιώθω εγώ με την οικογένεια μου. Είναι χρήσιμο να έχεις στήριξη απ’ τους δικούς σου ανθρώπους στις απαιτητικές, μελισσοκομικές εργασίες. Μοιράζεσαι τις αγωνίες, παίρνεις δύναμη, έχεις φιλτραρισμένη συμβουλή από τους εμπειρότερους, χαράζεις “κοινή περπατησιά”». Εξηγεί ο Παναγιώτης και συμπληρώνει  «Σίγουρα έχω ωφεληθεί ως άνθρωπος από την καθημερινή επαφή με τη φύση. Μέσα από τη δουλειά μου δίνεται η ευκαιρία να ταξιδεύω σε όλη την ελληνική ύπαιθρο, να μυρίζω τα αρώματα των λουλουδιών, να βλέπω τις εποχές να αλλάζουν χρώματα και να μεταμορφώνονται από το ένα στάδιο στο άλλο. Έμαθα να σέβομαι τον κύκλο ζωής στη φύση, να νοιώθω εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μου, δημιουργώντας κάτι από το μηδέν και πηγαίνοντάς το στον καταναλωτή».

Πότε όμως ένα μέλι θεωρείται «καλό»; Oι μελισσοκόμοι συνήθως λένε πως ένα μέλι είναι καλό όταν παράγεται με φυσικό τρόπο, ωριμάζει στη κυψέλη και τρυγιέται στον κατάλληλο χρόνο. Με όσο μικρότερη ανθρώπινη παρέμβαση, διατηρείται και συσκευάζεται σε κατάλληλες υγειονομικές συνθήκες. Η γεύση, η πυκνότητα και το άρωμα του κάθε μελιού εξαρτάται από την περιοχή και την ανθοφορία που «βοσκούν» οι μέλισσες. Ο πρωτεργάτης της επιχείρησης Μέλι Μουρίκη, Αναστάσιος Μουρίκης, είχε ξεκινήσει αρχικά ως βοηθός δίπλα σε έναν παλιό µεγάλο µελισσοκόµο. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη η καλύτερη πηγή γνώσεων για το επάγγελμα αυτό είναι μέσα από την τριβή στη φύση με πειραματισμούς και με δεδομένο ότι αντέχει κανείς τις βαριές αγροτικές δουλειές.

«Δυστυχώς δεν υπάρχει επίσημη σχολή που να βγάζει διπλωματούχους μελισσοκόμους στην Ελλάδα. Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται μαθαίνει είτε εμπειρικά δίπλα σε κάποιον που ασχολείται ήδη με την τέχνη αυτή, είτε απ’ τη νέα τάση που βλέπω να επικρατεί τον τελευταίο καιρό, μέσω youtube και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία κατά τη γνώμη μου λίγες φορές έχει σχέση με την πραγματική μελισσοκομία. Ενώ είμαι από παιδί στα μελίσσια, κάθε μέρα μαθαίνω κάτι νέο, που με κάνει να νιώθω παιδάκι απ’ την αρχή ξανά και ξανά. Δεν υπάρχει ρουτίνα και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης η μέλισσα θυσιάζεται για τις υπόλοιπες, πράγμα που θεωρώ ύψιστη θυσία στον βωμό της αλληλεγγύης. Αυτή η αλήθεια των μελισσών είναι που με οδηγεί ως άνθρωπο. Θα συμβούλευα τον κάθε υποψήφιο εραστή της  μελισσοκομίας να έχει κατά νου ότι η φύση αυτής της τέχνης πέρα από τον ρομαντισμό που αποπνέει έχει και απίστευτο κόπο, χρειάζεται οξυδέρκεια που αποκτάται με τον χρόνο. Στην αρχή μόνο δίνεις και δε ξέρεις αν και πότε θα πάρεις.»

Τα δύο αδέρφια έχουν αναλάβει να εκσυγχρονίσουν το προϊόν και το brand της οικογενειακής επιχείρησης και μέσα στη δεκαετία ό,τι έμενε στην άκρη πήγαινε σε επενδύσεις γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Έτσι το Μοuriki Greek Premium Honey στεγάζεται σε μια υπερσύγχρονη µονάδα - συσκευαστήριο στη Στεφάνη Βοιωτίας και στις αρχές της πανδηµίας έκανε την πρεμιέρα του στην αγορά με σύγχρονη ταυτότητα. Το καλοκαίρι του 2020, μια χρονιά που ο τουρισμός ήταν σε αρνητική τροχιά και η καταναλωτική δύναμη ήταν πεσμένη, το «μελισσοκομικό προφίλ» της οικογένειας Μουρίκη απέκτησε με σταθερά βήματα ένα φανατικό κοινό, τόσο για τη ποιότητά του και τα αρώματα που αναδύει από 6 διαφορετικά σημεία της Ελληνικής Επικράτειας όσο και για την καλλιτεχνική του συσκευασία, κάτι που του δίνει περίοπτη θέση σε delicatessen, κάβες, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, καταστήματα υγιεινής διατροφής.

«Έχουμε δώσει μια πινελιά προσιτής πολυτέλειας, έχοντας βάψει τα βάζα μας εξωτερικά με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας και προσθέτοντας την πολυβραβευμένη μας χάρτινη συσκευασία , σήμα κατατεθέν της μελισσοκομίας Μουρίκη. Επιπλέον δημιουργήσαμε πρόσφατα μία ακόμη νέα σειρά μελιών, στην οποία δώσαμε την ονομασία Μέλι Δερβενοχωρίων εμπνευσμένη από τον τόπο καταγωγής μας. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν ξεχωρίζω κάποιο από τα προϊόντα μας, είναι όλα “παιδιά μας” και τα αγαπώ το ίδιο.»

Παναγιώτης Μουρίκης

Τα μέλια Μουρίκη μπορεί να βρει κανείς εδώ, όπου επίσης θα ενημερωθεί και για τα επιλεγμένα σημεία πώλησης.