Θεματα

Τι τρώμε τις γιορτές;

Εκτός από ό, τι βρούμε μπροστά μας, μέρες που είναι…

Μανίνα Ζουμπουλάκη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει για όλα αυτά που –παραδοσιακά- τρώμε στα εορταστικά τραπέζια

Το έθιμο της χριστουγεννιάτικης ψητής γαλοπούλας είναι αμερικάνικο, ωραίο μεν, και μπράβο της, της γαλοπούλας, που βολεύει ως γεμιστή να ταΐσει μια μεγάλη οικογένεια… αλλά δεν μεγαλώσαμε με εορταστική γαλοπούλα στην Ελλάδα. Τις Γιορτές στα σπίτια μας (δεκαετίες ’60, ’70, ’80) έφτιαχναν γουρουνόπουλο στον φούρνο, κατσίκι μερικές φορές, κοτόπουλο με πατάτες τις περισσότερες φορές, ή και μεγάλο ψάρι σε εξ ίσου μεγάλη πιατέλα (αυτό που στην Αθήνα και στο εστιατόριο «’Ολυμπος Νάουσα» της Θεσσαλονίκης αποκαλούσαν ήδη «Αθηναϊκή» από τα Σίξτυς). Οι γιαγιάδες έφτιαχναν γαλακτομπούρεκα, οι θείες μελομακάρονα και κουραμπιέδες, η αδερφή μας πάλι εκτός από όλα αυτά φτιάχνει και καταπληκτικά τσουρέκια, παραδοσιακά, εδώ και χίλια χρόνια. «Χίλια», που λέει ο λόγος. Το ψήσιμο καλουδιών μπήκε στη ζωή μας από τη δεκαετία του ’80, που βρεθήκαμε μπροστά σε φούρνο και αναρωτηθήκαμε τι να τον κάνουμε (μερικές φορές εγώ αναρωτιέμαι ακόμα, αν και η αδερφή μας τον παίζει στα δάχτυλα…)

Πηγαίναμε σε διάφορα οικογενειακά και τρώγαμε όλοι παρέα, εσείς κι εμείς, και όλα τα σπίτια μοσχομύριζαν ψητά πράγματα, επειδή οι συγγενείς κάτι ήξεραν από φούρνο. Η γαλοπούλα δεν είχε σκάσει μύτη ακόμα από την Αμερική, ούτε οι γλυκοπατάτες, ούτε τα βρωμερά λαχανάκια Βρυξελλών: το μενού άντε να περιλάμβανε πατάτες φούρνου με λεμόνι-ρίγανη, άντε και καμιά ανόρεχτη μαρουλο-σαλάτα, που τελευταία στιγμή πέταγε η νοικοκυρά στο τραπέζι – σιγά μη καθότανε να τρίψει λάχανο-καρότο, με τόσα που είχε στην κεφάλα της. 

Οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα είναι τα παραδοσιακότερα, ελληνικότερα χριστουγεννιάτικα γλυκά. Τα έφεραν οι Έλληνες από την Καππαδοκία, τη Σμύρνη και την Πόλη, όπου τα έφτιαχναν σε μεγάλους ταβάδες (=ταψιά) για να κερνάνε όλο τον κόσμο. «Qurabiya» είναι η λέξη στα Αζέρικα,«Kurabiye» στα Τούρκικα - «kuru» σημαίνει σκληρό, και«biye» σημαίνει μπισκότο. Το δε μελομακάρονο, το έφτιαχναν περίπου όπως κι εμείς στην Αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που θα βρείτε εύκολα στο Γκουγκλ.

Το «άντε ρε κουραμπιέ» πάντως βγαίνει από το ξερό του το κεφάλι, είναι χοντροκέφαλος ο «κουραμπιές», και ζαχαρωμένος επιπλέον. Αν και ο παιδικός μου φίλος έτρωγε τους κουραμπιέδες μόνον πλυμένους – σαν να τη βλέπω τη μαμά του, να τους ξεπλένει από την άχνη στο νεροχύτη της κουζίνας…

Κάποια Χριστούγεννα στη δεκαετία του ΄70 ο μπαμπάς μας χάλασε την πιάτσα: έφερε στο σπίτι ένα μεγάλο κουτί σοκοφρέτες, νομίζω Μέλο. Το έβαλε πάνω στο ψυγείο, για να μην το φτάνουμε, όπου το φτάσαμε εύκολα την ίδια μέρα. Ένας ξάδερφός μας, όχι αστέρι, έβαλε δύο σοκοφρέτες στις κωλοτσέπες του, ξεχάστηκε και κάθισε επάνω τους, αλλά τις έφαγε παρόλα αυτά, σε ροκανίδια. Η παράδοση είχε σπάσει όμως: τώρα, εκτός από μελομακάρονα, κουραμπιέδες, τσουρέκια και (ενίοτε) γαλακτομπούρεκα, είχανε μπει οι σοκοφρέτες στο Εορταστικό Μενού.

Οι Άγγλοι φτιάχνουν ροστ-μπιφ, ψητό μοσχάρι που όταν το πετυχαίνουν σωστά, είναι αριστούργημα. Χρειάζεται λέει ένα κοφτερό και πανάκριβο μαχαίρι για να κοπεί σε λεπτές φέτες, πρέπει να είναι καραμελωμένο από έξω και ημι-ωμό από μέσα, αλλά τι σας λέω, τα ξέρετε καλύτερα, όποτε δοκίμασα να φτιάξω ροστ-μπιφ, το έβαλα στην κατσαρόλα μετά, πριν τα σκουπίδια. Οι Γάλλοι έχουν το Buche de Noel, έναν κορμό-τούρτα (σε σχήμα κορμού δέντρου) με κρέμα σοκολάτας και σαντιγί. Οι Αμερικάνοι, όταν ξεμπέρδεψαν με τους Ινδιάνους, πρόσεξαν ότι είχανε πολλές γαλοπούλες ξαμολημένες στις ατέλειωτες εξοχές τους,ανακάλυψαν ότι γινόντουσαν καλές στον φούρνο, και τις λανσάρισαν σε όλο τον κόσμο. Έχει μια «γαλοπουλίλα», η γαλοπούλα, μια υπό-γεύση που σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και το ότι είναι, βασικά, χοντροπούλι, και γίνεται στεγνή συνήθως η κακομοίρα. Γι' αυτό χρειάζεται σάλτσα κράνμπερι, και γκρέηβι, και πολλά συνοδευτικά να την κουκουλώνουν. Με τούτα και με κείνα, γίνεται ένα υπέροχο εορταστικό γεύμα. Το θέλει το μελομακάρονό του στο τέλος βέβαια. Ή έστω, τη σοκοφρέτα του…