Resto

Local 20+2: Τα καλύτερά μας χρόνια

Εδώ που η μισή Θεσσαλονίκη συναντιέται με την άλλη μισή

Στέφανος Τσιτσόπουλος
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Local: Το espresso - wine bar και εστιατόριο της Θεσσαλονίκης γιορτάζει τα 20 συν δύο χρόνια του. 

Στη Θεσσαλονίκη, πιο κέντρο από τη γωνία που διασταυρώνονται η Παύλου Μελά με την Παλαιών Πατρών Γερμανού δεν έχει. Εκεί, στην πολυκατοικία αριθμός 17 της Π. Π. Γερμανού, ο κύριος Γιάννης Ευαγγελόπουλος άνοιξε το 1962 το παντοπωλείο-καφενείο του, σερβίροντας πέραν των άλλων και τίμια ουζάκια με μεζέ στο πιατάκι, τυρί, κασέρι, ντομάτα, αντσούγιες και ελιά. 

Στο ίδιο σημείο, ο γιος του κυρίου Γιάννη, ο Νίκος Ευαγγελόπουλος, γιορτάζει αυτές τις μέρες τα 20 συν 2 χρόνια Local, στο ίδιο μέρος δηλαδή που ο πατέρας του έβαλε τα θεμέλια για να δημιουργηθεί ένα από τα πιο ιστορικά meeting points της Θεσσαλονίκης, σερί δυο αιώνες τώρα, όπως μου αρέσει να το σκέφτομαι. 

Από το 1962 ως τις μέρες μας, θα μου πείτε πως έχουν παρέλθει σαράντα τέσσερα και όχι είκοσι δύο χρόνια. Σωστά μετράτε, οπότε ας ανατρέξω γρήγορα από το 1962 ως το 2000, τότε που ο κύριος Γιάννης πήρε τη σύνταξή του κι ο Νίκος, βλέποντας πως η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια, παραιτήθηκε από το υποκατάστημα της δισκογραφικής Warner, όπου εργαζόταν, για να περάσει το καφενείο του πατέρα του στην επόμενη φάση. Όχι πως η πρότερη ζωή του μέρους δεν ήταν αξιομνημόνευτη. Έχοντας μια ανάσα δίπλα του τα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας (τα κεντρικά της τότε στεγάζονταν στην Τσιμισκή, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η τράπεζα Πειραιώς), αλλά και του Ρήγα Φεραίου Πρωτοπορία (που ήταν εγκατεστημένος στη διπλανή πολυκατοικία), από τη δικτατορία και μετά το καφενείο του κυρίου Γιάννη έγινε στέκι συνεύρεσης πολλαπλών πολιτικών τάσεων και στάσεων. Προσθέστε τους τραπεζικούς και τους εμπόρους που σύχναζαν εδώ ανταλλάσοντας πληροφορίες για την αγορά και την πρόοδό της και ανακαλέστε όσοι Θεσσαλονικείς τους θυμάστε να το προτιμούν μυθικές παρέες, όπως φερειπείν τους γιατρούς Παναγιώτη Σπύρου και Τάκη Λεάνη να συζητούν για το Πασόκ και τον Άρη αντικριστά με τον Ανέστη Πεταλίδη, έτσι για να πάρετε μια γεύση για το τι σήμαινε τότε καφενείο…

© Χρόνης Σπανός

Νοσταλγώ (δεν το αρνιέμαι) την αγαπημένη downtown Salonica του περασμένου αιώνα, τότε που ο Νίκος Ευαγγελόπουλος ολοκλήρωσε τις σπουδές του (εσωτερική διακόσμηση στο Παρίσι) και επέστρεψε στην πόλη. Αναλαμβάνοντας ο Νίκος τόλμησε και έφτιαξε ένα από τα πρώτα εξειδικευμένα espresso και wine μπαρ που έφερε στην πόλη ο νέος αιώνας. Το Στρέτο στην Καρόλου Ντιλ και το Σόσιαλ στη γωνία Κούσκουρα με Μητροπόλεως νομίζω πως συμπλήρωναν την τριάδα των κόζι όρθιων εσπρεσάδικων αλά Ιταλιάνο βέρο. 

Συγκινούμαι αφόρητα, γιατί την ίδια χρονιά που άνοιξε το Local φτιάξαμε το περιοδικό SOUL, και αναπόφευκτα τα τραπεζάκια έξω του έγιναν το στρατηγείο μας. Παράλληλα το φιλόξενο πάσο του έγινε σημείο διανομής της Άθενς Βόις, αλλά και σεσημασμένο στέκι των Μπουταρικών. 

© Χρόνης Σπανός

Ποτάδικο το μικράκι και τοσοδούλι Local της πρώτης εποχής μύησε τη Θεσσαλονίκη (πέρα από τα μοναδικά χαρμάνια του καφέ που σέρβιρε) και στο κρασί. Σε μια εποχή που στα μπαρ έβρισκες μόνο Τσάνταλη ή Μπουτάρη, ο Νίκος Ευαγγελόπουλος σέρβιρε στο ποτήρι και μας έμαθε το Κτήμα Τσέλεπου, τον Παυλίδη και τη Βίβλια Χώρα. 

© Χρόνης Σπανός

Σε χρόνο dt το νέο σπρένταρε. Με το καλημέρα-καλό απόγευμα-καλησπέρα, το σημείο της Παλαιών Πατρών έγινε μέρος αναφοράς που τηρουμένων των αναλογιών μετέτρεψε το Local espresso bar σε διασταύρωση του πάλαι πότε μυθικού αθηναϊκού Zonar’s και του τωρινού Φίλιον. Η Θεσσαλονίκη των πανεπιστημιακών, των γραφιστών (χαίρε υπέρτατε καλλιτέχνη, Θανάση Γεωργίου), των σεφ στα ρεπό τους, των ηθοποιών και σκηνοθετών του ΚΘΒΕ (πριν ή μετά την παράσταση), των αρχιτεκτόνων, των διαφημιστών, των μιντιάδων, των επιχειρηματιών, των πασών φυλών, κοινώς, αγκάλιασε το Local εκείνης της πρώτης περιόδου. Από τότε δε ως σήμερα πάλι πατιρντί γίνεται αυτές τις μέρες που ο Νίκος Ευαγγελόπουλος και ο γιος του Γιάννης, head chef γιορτάζουν τα είκοσι και δύο χρόνια. 

© Χρόνης Σπανός

Ο τζούνιορ Γιάννης σπούδασε γεύσεις και παρασκευές στο Δέλτα και έφυγε για ανωτέρας στο Σαν Σεμπαστιάν. Τα χρήματα που επένδυσε ο πατήρ έπιασαν τόπο, ενώ πριν από αυτόν στην κουζίνα θυμάμαι τον Τζέικ από το Ολύμπιον και τον Ανδρέα Κλαυδιανό, σήμερα σεφ πατρόν στην Αλεπού, το Pommes και το Uma, να επιμελούνται τα τάπας στην πρώτη απόπειρα του Νίκου να μετατρέψει τα υπαίθρια τραπεζάκια έξω σε ανοιχτή «τσιμπητούμ» area, πέραν των νυχτερινών ποτών. Η ιδέα ευοδώθηκε και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Εορτάζουσα ιστορία, γιατί το Local στη Θεσσαλονίκη της νέας εποχής παραμένει ένα από τα καλύτερα που έχει να παρουσιάσει η πόλη χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο. 

© Χρόνης Σπανός

Μεγάλωσε! Και δε μιλώ μόνο για τα χρόνια του, αλλά και για τη χωρική επέκτασή του. Με τρεις ενοποιημένους χώρους για φαγητό, ποτό και καφέ, συν φυσικά τα τραπεζάκια έξω, που πέραν άλλων τα αγαπώ γιατί μου φέρνουν στον νου τα αγαπημένα παριζιάνικα Café de Flore και Les Deux Magots του Σεν Ζερμέν, συν το λατρεμένο Greco της Πλάζα ντι Σπάνια της Ρώμης, χίλοι καλοί χωράμε. 

Γευστικά, ο Ευαγγελόπουλος τζούνιορ αναδεικνύεται σε μεγάλο πουλέν της θεσσαλονικιώτικης κάζουαλ γαστρονομίας. Κρατώντας τα κλασικά σουξέ πιάτα, όπως το ριζότο με τα σπαράγγια και την πανζανέλα με τοματίνια, γκερεμέζι Ηπείρου και προζυμένιο ψωμί, ο πιτσιρικάς από το Σαν Σεμπαστιάν μαζί με την ομάδα του σκοράρει. Η σαλάτα του με παντζάρια, αχλάδι, ρόκα, ελιά και βαλσάμικο, οι τηγανητές αγγινάρες με πουρέ, σταφύλια, αμύγδαλα και άχο μπλάνκο, το τηγανητό μετσοβόνε με ακτινίδιο και πίκλες, τα μοσχαρίσια μάγουλα με καλαθάκι Λήμνου και ψητά λαχανικά με μπεσαμέλ μελιτζάνας και μαύρη τρούφα, φτιάχνουν έναν κατάλογο με φαγητό σούπερ σόνικ. 

© Χρόνης Σπανός

Αγαπημένα μου πιάτα είναι και το σνίτσελ Ιμπέρικο, με αυγό, micro greens και σάλτσα Ολλανδέζ, όπως και το γαλλικό φιλέτο του με τριμμένο πιπέρι. Γενικά το φαγητό του Local ήταν πάντα κομψά τραβηχτικό, στη μοσχαρίσια ταλιάτα του με gravy σάλτσα, πουρέ πατάτας και σπαράγγια ή στη χαμόν πίντσα του με σεράνο, ημίλιαστα ντοματίνια και λευκή τρούφα, επίσης δεν μπορώ να πω όχι. Τα τάπας σπέσιαλ με χαμόν σεράνο, μπεσαμέλ και μοσχοκάρυδο, η πίνχτος παντσέτα με καραμελωμένο κρεμμύδι και σουσάμι, ή το χταπόδι με κάπαρη και καπνιστή πάπρικα, είναι αδυναμίες μεγάλες και καλορί τρελά, αλλά φευ, έτσι είναι η Θεσσαλονίκη, παγίδα, παραδίνομαι! 

© Χρόνης Σπανός

Στα γλυκά η κρεμ μπρουλέ, το σορμπέ μανταρίνι, το αρμενοβίλ με κροκάν αμυγδάλου και το τσιζκέικ με σμέουρα και κραμπλ αμύγδαλου επίσης «γράφουν», όπως και τα 180 κρασιά της λίστας από γνωστούς αμπελώνες αλλά και μικρές οινοποιητικές, που είναι η αδυναμία του πατέρα Ευαγγελόπουλου να τους ανακαλύπτει και να μας μυεί. 

© Χρόνης Σπανός

Για την ιστορία, να συμπληρώσω πως στο Local δοκίμασα πολλά χρόνια πριν εκτοξευθεί στο παγκόσμιο Πάνθεον τον Ναουσαίικο αμπελώνα του Θυμιόπουλου αλλά και ήπια για πρώτη φορά στη ζωή μου φρέντο καπουτσίνο. Στις αρχές του 2000, στη Θεσσαλονίκη τα καπουτσίνο σερβίρονταν μόνο ζεστά, μόνο τα φραπέ ολέ είχαν παγάκια και, στα αλήθεια, εδώ στο Local η πόλη δοκίμασε πρώτη άγνωστα έως τότε γούστα και πρωτοπορίες πολύ πριν εξαπλωθούν και γίνουν μόδα. Με θυμάμαι να δοκιμάζω Άπερολ Σπριτζ κάπου στα μέσα του 2000 ή να τεστάρω με πάθος το τζιν Hendrick’s με αγγούρι, όταν ένας πολύ γνωστός και πολυαγαπημένος Θεσσαλονικιός (Νίκο, αν θες, πες εσύ το όνομά του!) τον εκλπιπαρούσε να πάψει να προωθεί τα… αγγουρόζουμα!

© Χρόνης Σπανός

Στα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας με τις εικόνες του καλλιτέχνη food, beverages and architect spaces φωγράφου Χρόνη Σπανού, ήπια άλλο ένα εις υγείαν του, παρεμπιπτόντως. Προσέξτε τις εικόνες της έκθεσης, με πόσο μίνιμαλ τρόπο ο Σπανός απαθανατίζει τη φινέτσα και την ακριβή αισθητική του. Ξύλο, μέταλλο, σίδερο, μελετημένα φώτα και παιχνιδιάρικες σκιές, ημίφως και έπειτα νά και πάλι οι ξαφνικές λάμψεις. 

Να τα εκατοστήσει. Γιατί το Local θα σηματοδοτεί πάντα στο μυαλό μου την αιώνια λιακάδα της γενναίας Θεσσαλονίκης που δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά. Και όσο δε και να ακουστεί κλισέ, εδώ κάποιοι ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τα καλύτερά μας χρόνια. 

Local, Παλαιών Πατρών Γερμανού 17, Θεσσαλονίκη, 2310223307